Σάββατο, 21 Απριλίου 2012

Ο Γκουρού και ο Εκτελεστής (Μυστικά και ψέματα των καθεστωτικών οικονομολόγων)




Ο Τόμσεν και τα «άλλα παιδιά» της Τρόικας (όπως τους αποκαλεί η κ.Τρέμη όταν χάνει τον έλεγχο) δεν χάνουν ευκαιρία να τονίζουν ότι οι μισθοί στην Ελλάδα είναι υψηλοί συγκρινόμενοι με την παραγωγικότητα της εργασίας και συνεπώς, πρέπει να δοθεί έμφαση στις μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, για να γίνει πιο ευέλικτη. Περιμένουν, λένε, ότι έτσι θα μειωθούν οι τιμές, θα αυξηθούν οι εξαγωγές, άρα η παραγωγή και η απασχόληση. Δεν αποκλείουν, βεβαίως, και τις νομοθετικές παρεμβάσεις, προκειμένου να μειώσουν απευθείας τους ονομαστικούς μισθούς.

Τα οικονομικά του Τόμσεν συνοψίζονται στα φτωχά ιδεολογήματα που οι μεγαλο-δημοσιογράφοι των καναλιών χρησιμοποιούν ως πρώτη ύλη για την παραγωγή τρομοκρατικών σεναρίων. Θα ήταν, όμως, άδικο να έχουμε μεγαλύτερες απαιτήσεις από τον Τόμσεν που είναι ένας απλός εκτελεστής. Πίσω όμως από τον εκτελεστή βρίσκεται ο γκουρού, ο επικεφαλής των οικονομολόγων του ΔΝΤ Ολιβιέ Μπλανσάρ. Σε άρθρο του στο iMFdirect στις 19 Μαρτίου 2012, ο πολύ γνωστός καθεστωτικός οικονομολόγος επιχειρηματολογεί υπέρ της «λογικής και του δίκαιου χαρακτήρα του ελληνικού προγράμματος» και επαναλαμβάνει όσα ακούμε από τον Τόμσεν –ίσως με λιγότερο βάρβαρες διατυπώσεις. Στην περίπτωση του Μπλανσάρ, με δεδομένες τις δημοσιεύσεις του στα ακαδημαϊκά περιοδικά, είμαστε αναγκασμένοι να αναρωτηθούμε για ποιο λόγο κατεβαίνει στο επίπεδο του εκτελεστή και των τηλεοπτικών αστέρων της δημοσιογραφίας.


Το καλύτερο ψέμα είναι αυτό που επενδύει πάνω στην αλήθεια ένα μίγμα απλοποιήσεων, ανακριβειών, σκόπιμων αποσιωπήσεων και άγνοιας. Για παράδειγμα, το γεγονός ότι η αύξηση της ανεργίας και η αποδιάρθρωση των θεσμών της αγοράς εργασίας που προστατεύουν τους εργαζόμενους, μειώνουν τους ονομαστικούς μισθούς, είναι μια αλήθεια που γνωρίζουμε από τον καιρό του Μαρξ και τελικά την έχουν ενσωματώσει στις θεωρίες τους και οι καθεστωτικοί οικονομολόγοι. Ο Τόμσεν όμως (συνέντευξη στην «Καθημερινή») αποσιωπά ότι οι μειώσεις των μισθών μετά από την ήδη καταγραφείσα αύξηση της ανεργίας και μετά από τις μεταβολές στο θεσμικό πλαίσιο (κατώτατος μισθός, κλαδικές συμβάσεις κλπ) είναι μια διαδικασία που πραγματοποιείται μεσοπρόθεσμα. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και εάν δεν υπάρξουν πρόσθετα μέτρα στην αγορά εργασίας, η υπάρχουσα ανεργία και τα ήδη ληφθέντα μέτρα θα προκαλέσουν ένα κύμα διαδοχικών μειώσεων των μισθών, καθώς θα εγκαταλείπονται η μία μετά την άλλη οι θέσεις μάχης που είχαν κατακτηθεί από τους εργαζόμενους μετά το 1974. Στο τέλος αυτής της διαδικασίας, εάν δεν την σταματήσουμε, η συνολική μείωση των αποδοχών μπορεί να ανέρχεται σε 30%, 40% ή 50%, ανάλογα με τις αντιστάσεις. Προφανώς το ΔΝΤ έχει πιο φιλόδοξους στόχους και προσπαθεί να διασφαλίσει την επιτυχία τους με πρόσθετα μέτρα πριν φανούν οι επιπτώσεις των ήδη ληφθέντων μέτρων.

Υπάρχουν και οι ιδεολογικές αγκυλώσεις που επιβάλλουν την άγνοια. Οι καθεστωτικοί οικονομολόγοι κατασκευάζουν θεωρητικά σχήματα, που βασίζονται στην παραδοχή ότι η παραγωγικότητα της εργασίας φθίνει όταν αυξάνεται η παραγωγή. Χωρίς αυτή την παραδοχή οι θεωρητικές τους κατασκευές καταρρέουν. Στην πραγματικότητα, όμως, η παραγωγικότητα της εργασίας αυξάνεται με την κλίμακα της παραγωγής, που σημαίνει ότι στην ύφεση μειώνεται. Έτσι, η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης, με το ένα χέρι μειώνει τους ονομαστικούς μισθούς προκαλώντας ύφεση, και με το άλλο μειώνει την παραγωγικότητα της εργασίας.

Το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος (δηλαδή οι δαπάνες για αμοιβή εργασίας που απαιτούνται για την παραγωγή μιας μονάδας προϊόντος) είναι ένα κλάσμα που έχει στον αριθμητή τον ονομαστικό μισθό και στον παρονομαστή την παραγωγικότητα της εργασίας. Με τις παραδοχές της καθεστωτικής θεωρίας, το κλάσμα θα έπρεπε να μειώνεται θεαματικά, αφού η ύφεση μειώνει τον αριθμητή και αυξάνει, υποτίθεται, τον παρονομαστή. Στην πραγματικότητα όμως, η ύφεση μειώνει και τον αριθμητή και τον παρονομαστή, και τελικά παραμένει απροσδιόριστο αν και πόσο θα μειωθεί το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος.

Στο σημείο αυτό, οι καθεστωτικοί οικονομολόγοι δεν σηκώνουν καθόλου τα χέρια ψηλά μπροστά την αποτυχία της πρόβλεψής τους και αποφαίνονται πως κάτι άλλο φταίει -και αυτό είναι οι ακαμψίες της αγοράς εργασίας. Για αυτόν τον λόγο συμβουλεύουν την πολιτική εξουσία να μειώσει τους μισθούς (δηλαδή τον αριθμητή) με νομοθετικές παρεμβάσεις. Η εσωτερική υποτίμηση είναι τελικά μια πολιτική που προσποιείται ότι χρησιμοποιεί τις αυθόρμητες λειτουργίες της αγοράς, ενώ επιβάλλει αυτό που επιδιώκει με διοικητικές μεθόδους.

Από πού προκύπτει, όμως, αυτή η ανάγκη μείωσης των μισθών, ώστε «να ευθυγραμμιστούν με την παραγωγικότητα;». Από πού δηλαδή προκύπτει η ανάγκη να μειωθεί το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, σε μια χώρα όπου είναι ήδη χαμηλό σε διεθνή σύγκριση; Τα εμπορεύματα εξακολουθούν να εκτίθενται στα ράφια των καταστημάτων με αναρτημένες τις τιμές τους, όχι με το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος. Οι καθεστωτικοί οικονομολόγοι θεωρούν ότι οι τιμές και το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος παρουσιάζουν μεταβολές που συσχετίζονται στενά. Αυτό όμως δεν συνέβη στην Ελλάδα, κατά την τελευταία διετία, ακόμη και εάν αφαιρέσουμε από τις τιμές την επίπτωση των αυξήσεων του ΦΠΑ, επειδή πολύ απλά μεταξύ κόστους και τιμής παρεμβάλλονται τα περιθώρια κέρδους (που εξαρτώνται από σειρά παραγόντων). Για μια ακόμη φορά, ο Μπλανσάρ και ο Τόμσεν δεν σηκώνουν τα χέρια μπροστά στην αποτυχία της πρόβλεψής τους, και αντί να θέσουν σε αμφισβήτηση τις θεωρίες τους, αποφαίνονται ότι οι μισθοί δεν έχουν μειωθεί ακόμη αρκετά. Από όπου προκύπτει και η «ανάγκη» να μειωθούν κατά 50% (ή μήπως περισσότερο;).
Στην πραγματικότητα, οι τιμές στην Ελλάδα δεν ακολούθησαν το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, επειδή οι επιχειρήσεις αυξάνουν ή δεν μειώνουν τα περιθώρια κέρδους τους. Για χιλιοστή φορά, οι καθεστωτικοί οικονομολόγοι σιωπούν μπροστά στο ερώτημα τι καθορίζει τα περιθώρια κέρδους, επειδή δεν τους ενδιαφέρει. Όπως ομολογεί ο Μπλανσάρ, σε δημοσιευμένο άρθρο του, το ζήτημα αυτό παραμένει εξαιρετικά σκοτεινό για την καθεστωτική θεωρία της αγοράς εργασίας.

Φαίνεται ότι ο Τόμσεν μερικές φορές ξεφεύγει και προς το μυστικισμό. Όπως μας εξηγούσε σε πρόσφατη συνέντευξή του στην «Καθημερινή», περιμένει ότι η επιβολή ευελιξιών στην αγορά εργασίας θα αυξήσει την παραγωγικότητα της εργασίας. Παραμένει μυστήριο με ποιον τρόπο. Στην πραγματικότητα, η παραγωγικότητα της εργασίας αυξάνεται με τις επενδύσεις σε πάγιο κεφάλαιο, που μεταφέρει νέες τεχνολογίες μέσα στις διαδικασίες παραγωγής και οδηγεί σε αναδιοργάνωση της εργασίας. Είναι επίσης ευρέως αποδεκτό ότι οι ευελιξίες μειώνουν τους μισθούς και μαζί με αυτούς και την παραγωγικότητα της εργασίας: αυτό δεν είναι γνωστό μόνο στους μαρξιστές, αλλά αποτελεί και πόρισμα θεωρητικών κατασκευών του Στίγκλιτς, του Άκερλοφ και άλλων. Εξάλλου, οι ίδιες οι αποδοχές του Τόμσεν συνδέονται με την καταστροφική παραγωγικότητά του. Το παράδειγμά του, ωστόσο, θα θέσει κάποια ημέρα ένα ακόμη πιο σοβαρό θεωρητικό ζήτημα, δηλαδή εάν ορισμένες από τις αποφάσεις των οικονομολόγων εντάσσονται στην κατηγορία των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας.

Αυτές είναι μερικές μόνο από τις κριτικές που μπορεί να ασκήσει ένας τίμιος αναγνώστης της θεωρητικής ιδεολογίας των καθεστωτικών οικονομολόγων, του ΔΝΤ, του Μπλανσάρ, του Τόμσεν και των άλλων παιδιών της Τρόικας. Είναι, όμως, αρκετές για να κατανοήσουμε γιατί ο γκουρού ακολουθεί τον εκτελεστή και όχι το αντίστροφο: Ο γκουρού ακολουθεί τον εκτελεστή επειδή τελικά η οικονομική θεωρία έχει γίνει πρόσχημα και αυτό που τους ενδιαφέρει είναι να επιβάλουν τις πολιτικές τους επιλογές.

Δεν υπάρχουν σχόλια: