Δευτέρα, 23 Απριλίου 2012

Ποιος ορίζει τον ορθολογισμό;


foto: http://www.lukasvasilikos.com/

ΠΗΓΗ: Καθημερινή 23/4/2012
Tου Nικου Γ. Ξυδακη
Τώρα δίνεται η μάχη των δυνάμεων της αλλαγής, των μεταρρυθμίσεων, του ορθολογισμού, εναντίον των δυνάμεων του θυμού, της ανυπακοής και της αδράνειας. Ο φίλος μού περιέγραφε αυτή τη μάχη με πάθος, με πίστη. Μιλήσαμε πολλή ώρα, διαφωνώντας και συμφωνώντας, για το πού βρίσκεται η Ελλάδα σήμερα, πού βρίσκεται η Ευρώπη, τι είδους μετασχηματισμοί συμβαίνουν, πώς φανταζόμαστε το μέλλον, τι συμβαίνει στη γειτονιά του, τον Αγιο Παντελεήμονα. Δεν με έπεισε, δεν τον έπεισα, άλλωστε δεν θέλαμε να πειστούμε, να συναντηθούμε θέλαμε, σαν φίλοι από παλιά, και να αναγνωρίσουμε πάλι κοινά καταγωγικά ίχνη, διαβάσματα, αναζητήσεις.
Μείναμε αρκετά στο δίπολο «θυμός–νηφαλιότητα». Με συμβούλεψε να μην έχω θυμό. Δεν είχα, εκείνη την ώρα τουλάχιστον. Είχα όμως πολλά ερωτήματα, αμφιβολίες, απορίες, που μου προκαλούσαν δυσφορία· θα προτιμούσα να μπορώ να αποδεχτώ ένα σχήμα που τα εξηγεί όλα, όπως αυτό το διπολικό «ορθολογισμός εναντίον θυμικού» ή «μεταρρυθμίσεις εναντίον αδράνειας». Ενστικτωδώς, όμως, διακρίνω σε αυτά τα διπολικά σχήματα μια τεράστια αυθαιρεσία κατά τον ορισμό των πόλων, αφενός, και κατά το γέμισμά τους με περιεχόμενο, με υποκείμενα, αφετέρου.

Αυτοί που δεν χρηματίστηκαν από την Ιστορία



του Δ. Σεβαστάκη

Ζεις έναν ισχυρό και παρόντα πόνο, που δεν σε αφήνει να θρηνήσεις. Η επέτειος της 21ης Απριλίου είναι μια ανεπίδοτη ιστορική επιστολή που δημιουργεί μια δεύτερη ορφάνια στους πολιτικά ορφανούς. Ο σκοτεινός στρατοπεδικός όρμος της Λέρου, το ιταλικό υπόλειμμα που αντισταθμίστηκε από τους ενωμοτάρχες και τους στρατιωτικούς, παραμένει 45 χρόνια από την ίδρυσή του, πολιτικά, ανενεργό. Σα να μην κληροδότησε τίποτα. Σαν να έφερε ένα τίποτα στη χαμηλή πολιτική ποιότητα που συγκροτεί τη σημερινή σκηνή. Αλήθεια, πόσο διαφορετικός θα ήταν ο τόπος αν η Αριστερά -σύμπασα, παρ' όλες τις φανατικές διαφορές- δεν εισήγαγε τον θεσμό της πεισματικής αντίστασης, της κουζουλής άρνησης για υπογραφή ή μετάνοια, της αξιοπρεπούς στενοκεφαλιάς, του ολέθρια επικού ανορθολογισμού; Τί θα πάθαινε η πραγματικότητα της γλοιώδους αυθαίρετης δόμησης, της ύψιστης δουλοπρέπειας προς τον κομματάρχη ή τον ηγεμόνα της τοπικής οργάνωσης ή τον λαμόγιο του ευρωπαϊκού προγράμματος και της «άκρης», αν ο αριστερός γυρνούσε σπίτι το ίδιο βράδυ που τον συνέλαβαν; Αν η Καίτη πίεζε τον σύντροφό της να υποχωρήσει γιατί «έχει τρία παιδιά»; Αν κάθε αριστερός ζύγιζε και μέτραγε και αποτιμούσε με τους όρους της μικροαστικής αυτοσυντήρησης; Τι θα στοίχιζε στην Ελλάδα αν δεν υπήρχε η παρένθεση της αντίστασης, αν δεν υπήρχε ο παράδρομος της υπεράσπισης ενός βουνίσιου, αντάρτικου, ανορθόδοξου μηδέν; Πόσο χειρότερη θα ήταν η πραγματικότητα αν στο μάτι του καριερίστα κομματικού δεν στέκονταν σαν λεκές ο «τρελός» του κινήματος, ο λάτρης της απότομης πλαγιάς, ο μαύρος και αχρημάτιστος της Ιστορίας;