Παρασκευή, 30 Απριλίου 2010

Ο Μαρξ για το δημόσιο χρέος



"Το δημόσιο χρέος, δηλαδή το ξεπούλημα του κράτους - αδιάφορο αν είναι απολυταρχικό, συνταγματικό ή δημοκρατικό κράτος - βάζει τη σφραγίδα του στην κεφαλαιοκρατική εποχή. Το μοναδικό κομμάτι του λεγόμενου εθνικού πλούτου, που στους σύγχρονους λαούς ανήκει πραγματικά στο σύνολο του λαού είναι το δημόσιο χρέος τους (...). 
Το δημόσιο χρέος γίνεται το credo (πιστεύω) του κεφαλαίου. Και από τη στιγμή που εμφανίζεται η χρέωση του δημοσίου, τη θέση του αμαρτήματος ενάντια στο άγιο πνεύμα, για το οποίο δεν υπάρχει άφεση, την παίρνει η καταπάτηση της πίστης απέναντι στο δημόσιο χρέος.

Το δημόσιο χρέος γίνεται ένας από τους πιο δραστικούς μοχλούς της πρωταρχικής συσσώρευσης. Σαν σε μαγικό ραβδί προικίζει το μη παραγωγικό χρήμα με παραγωγική δύναμη και το μετατρέπει έτσι σε κεφάλαιο, χωρίς νάναι υποχρεωμένο να εκτεθεί στους κόπους και στους κινδύνους που είναι αχώριστοι από τη βιομηχανική μα ακόμα κι από την τοκογλυφική τοποθέτηση. Οι πιστωτές του δημοσίου στην πραγματικότητα δεν δίνουν τίποτα, γιατί το ποσό που δανείζουν μετατρέπεται σε κρατικά ευκολομεταβιβάσιμα χρεώγραφα που στα χέρια τους εξακολουθούν να λειτουργούν, όπως θα λειτουργούσαν αν ήταν ισόποσο μετρητό χρήμα.

Ασχετα όμως κι από την τάξη των αργόσχολων εισοδηματιών που δημιουργείται μ' αυτόν τον τρόπο και τον αυτοσχέδιο πλούτο των χρηματιστών που παίζουν το ρόλο του μεσίτη ανάμεσα στην κυβέρνηση και στο έθνος - καθώς και των φοροενοικιαστών, των εμπόρων, των ιδιωτών εργοστασιαρχών, που μια καλή μερίδα κάθε κρατικού δανείου τους προσφέρει την υπηρεσία ενός κεφαλαίου πεσμένου από τον ουρανό - το δημόσιο χρέος έχει δημιουργήσει τις μετοχικές εταιρείες, το εμπόριο με συναλλάξιμες αξίες όλων των ειδών, την επικαταλλαγή, με δυο λόγια: το παιχνίδι στο χρηματιστήριο και τη σύγχρονη τραπεζοκρατία.

Ο ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΕΡΓΙΑΣ


Βασίλης Βιλιάρδος (copyright)
Αθήνα, 14. Φεβρουαρίου 2010

Πηγή:CASSS


Ο ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΕΡΓΙΑΣ: Το μεγάλο πρόβλημα της απασχόλησης, οι διάφορες μορφές «έλλειψης» της, οι θεωρητικές ερμηνείες της ανεργίας, τα οικονομικά αποτελέσματα, καθώς επίσης οι καταστροφικές συνέπειες της για τη φυσική και την ψυχική υγεία του ανθρώπου

Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, οι Η.Π.Α. είχαν τη δυνατότητα να χρεώνονται όλο και περισσότερο, χωρίς να «τιμωρούνται» καθόλου από τις αγορές - αφού το ισχυρό νόμισμα τους προσέλκυε «δανειστές» από ολόκληρο τον πλανήτη. Το ακριβό δολάριο έκανε πιο φθηνές τις τιμές των εισαγομένων προϊόντων από την Ασία, περιορίζοντας τον πληθωρισμό - ταυτόχρονα όμως λειτουργούσε αρνητικά στις εξαγωγές αμερικανικών αγαθών. Έτσι, ακόμη και το 2008, οι Η.Π.Α. εισήγαγαν πολύ περισσότερα εμπορεύματα, από αυτά που εξήγαγαν - με αποτέλεσμα να «αναρριχηθεί» το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου τους στο τεράστιο αρνητικό ύψος των -700 δις $.

Φυσικά, κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις, «υπέφερε» ο παραγωγικός τομέας, με εξαιρετικά δυσμενείς επιπτώσεις για το σύνολο της Οικονομίας της χώρας –ιδιαίτερα για την απασχόληση. Από την αρχή της δεκαετίας του ’80 χανόταν ετήσια περί τις 250.000 θέσεις εργασίας στη βιομηχανία, ενώ σήμερα μόλις το 8% των αμερικανών εργάζονται σε κάποιο εργοστάσιο. Το μερίδιο της παραγωγής στο ΑΕΠ της χώρας μειώθηκε κάτω από το 12%, με όλο και περισσότερους εργαζομένους να απασχολούνται στο χρηματοπιστωτικό τομέα - διαχειριζόμενοι τις συνεχώς αυξανόμενες «ροές» των ξένων επενδυτικών κεφαλαίων.

Μόλις το 1998, τα κέρδη από το βιομηχανικό κλάδο συμμετείχαν στο σύνολο της Οικονομίας με 25% - αντίστοιχα με 25% συμμετείχαν και τα κέρδη από τον χρηματοπιστωτικό τομέα. Πέντε χρόνια αργότερα, η εικόνα άλλαξε εντελώς: ο χρηματοπιστωτικός τομέας αύξησε την κερδοφορία του στο 43% του ΑΕΠ, ενώ ο βιομηχανικός τομέας «συρρικνώθηκε» κάτω από το 10% του ΑΕΠ.

Ο τότε πρόεδρος της Fed λοιπόν, ο κ. A. Greenspan, διαπιστώνοντας (2002) πως, παρά το ότι η «κρίση του διαδικτύου» (2000) είχε καταπολεμηθεί με σχετική επιτυχία, η ανεργία «επέμενε», διατήρησε χαμηλά τα βασικά επιτόκια - ενάντια στη θεωρία που απαιτεί την αύξηση τους, όταν αναθερμανθεί η Οικονομία. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν η κρίση που βιώνουμε σήμερα, όπου τα χαμηλά επιτόκια όχι μόνο δεν επέδρασαν θετικά στην αγορά εργασίας, αλλά «κατέστρεψαν» πολλά εκατομμύρια υφιστάμενες θέσεις απασχόλησης, «απογειώνοντας» στην κυριολεξία την ανεργία στη χώρα.

Το «τέχνασμα» λοιπόν, με το οποίο θεώρησαν οι Η.Π.Α. ότι έλυσαν «κομψά» το πρόβλημα, προσφέροντας «φθηνά» δάνεια όχι μόνο σε ελεύθερους επαγγελματίες ή σε δημοσίους υπαλλήλους, αλλά και σε εισοδηματικές τάξεις, οι οποίες δεν κέρδιζαν αρκετά χρήματα από την εργασία τους (καθαρίστριες, ανειδίκευτους εργάτες κλπ), για να αγοράσουν σπίτια ή αυτοκίνητα, ενισχύοντας την εσωτερική κατανάλωση και καταπολεμώντας το πρόβλημα της μειωμένης ζήτησης (το οποίο προήλθε από την συγκέντρωση κεφαλαίων σε λίγους, με κορεσμένες ανάγκες – ο αριθμός των υπερβολικά πλουσίων, των «ultra high networth individuals», διπλασιάστηκε μεταξύ των ετών 1997-2007), δεν επέδωσε τα αναμενόμενα.

Κάποια στιγμή αποδείχθηκε ότι οι νέοι οφειλέτες δεν μπορούσαν να εξοφλήσουν ούτε τους τόκους των δανείων τους, οπότε κατέρρευσε η «υπερβολή» (έσπασε η φούσκα), αναγκάζοντας το κράτος να επενδύσει πολλά δισεκατομμύρια δολάρια των αμερικανών φορολογουμένων, για να μην χρεοκοπήσουν οι τράπεζες - οι οποίες όμως, στη συνέχεια, όχι μόνο δεν διέθεσαν τα χρήματα που έλαβαν στην πραγματική αγορά, αλλά ούτε καν άλλαξαν τις συνήθειες τους, επενδύοντας επαυξημένα στις παγκόσμιες χρηματιστηριακές αγορές.            

«Πολιτική δειλία» καθυστερεί την αναδιαπραγμάτευση



Πηγή: tvxs
Το 2011 η Ελλάδα θα πρέπει να πληρώνει μόνο για τόκους ένα ποσό που αναλογεί στο 8,4% του ΑΕΠ, δηλαδή όσα χρήματα δαπανώνται για την Παιδεία, την Υγεία και τις Συντάξεις. Ο αρθρογράφος – συγγραφέας, εξειδικευμένος στα οικονομικοπολιτικά ζητήματα,Πέτρος Παπακωνσταντίνου, δανείζεται τη συγκεκριμένη πληροφορία από το περιοδικό Economist, επιχειρηματολογώντας στοtvxs.gr ότι μια μορφή αναδιαπραγμάτευσης του δημόσιου χρέους είναι αναπόφευκτη για την Ελλάδα. Ερωτηθείς σχετικά, ο ίδιος καταλογίζει «πολιτική δειλία και αδεξιότητα» στην κυβέρνηση η οποία «δεν μπήκε στον κόπο» να εξετάσει κάποια από τις αντίστοιχες διαθέσιμες επιλογές.
Επισημαίνοντας ότι «το πρόβλημα δεν είναι ελληνικό αλλά πανευρωπαϊκό ή τουλάχιστον ολόκληρης της ευρωπαϊκής περιφέρειας», ο κ. Παπακωνσταντίνου αναρωτιέται γιατί «δεν αναζητείται ευρωπαϊκή λύση: είτε με ευρωπαϊκό ομόλογο, είτε με δανεισμό από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, είτε με διάφορους άλλους τρόπους».
Ταυτόχρονα, διαπιστώνει ότι «ένα κομμάτι της Γερμανίας πραγματικά θέλει να μας διώξει από την ευρωζώνη και ενδεχομένως να θέλει να γυρίσει και στην εποχή του μάρκου». «Η έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ, που δεν νομίζω ότι αυτή τη στιγμή αποτελεί το άμεσο ζητούμενο, είναι αυτό που θέλει το γερμανικό κεφάλαιο», συμπληρώνει.
Ακολουθεί, πλήρης, η συζήτηση με τον κ. Πέτρο Παπακωνσταντίνου:
Ο ίδιος έχετε τοποθετηθεί υπέρ της αναδιαπραγμάτευσης του χρέους, μάλιστα, ως όρου εθνικής επιβίωσης. Ποιο είναι, καταρχάς, το πνεύμα της συγκεκριμένης πρότασης.
Καταρχήν δεν είναι μία πρόταση, είναι μία διαπίστωση. Ότι θα γίνει ούτως ή άλλως αναδιαπραγμάτευση του χρέους, είτε το θέλουν η ελληνική κυβέρνηση, οι αγορές και οι ευρωπαϊκές τράπεζες, είτε δεν το θέλουν. Και θα γίνει ούτως ή άλλως με τον έναν ή τον άλλον τρόπο,απλούστατα επειδή η Ελλάδα δεν είναι σε θέση, τουλάχιστον μακροπρόθεσμα αν όχι εντελώς βραχυπρόθεσμα, να εξυπηρετήσει αυτό το χρέος. Πρόκειται για μια διαπίστωση πέραν της ιδεολογικής τοποθέτησης ή προτίμησης του καθενός η οποία βασίζεται σε τελείως πραγματικά δεδομένα. Για παράδειγμα, το βρετανικό περιοδικό Economist εκτιμούσε ότι το 2011 η Ελλάδα θα πρέπει να πληρώνει μόνο για τόκους ένα ποσό που αναλογεί στο 8,4% του ΑΕΠ - και αυτό πριν μεσολαβήσει η εκτόξευση των spread τελευταία. Αυτό είναι ένα ποσό το οποίο ισοδυναμεί περίπου με τα λεφτά που δίνει η Ελλάδα για Παιδεία, Υγεία και Συντάξεις. Καταλαβαίνετε ότι είναι εντελώς απίθανο η οποιαδήποτε χώρα, ακόμα και υπό συνθήκες κατοχής πραγματικής, να εξυπηρετήσει ένα τόσο δυσβάσταχτο χρέος. Επομένως, νομίζω ότι η επαναδιαπραγμάτευση είναι μονόδρομος και μένουν οι όροι με τους οποίους θα διεκπεραιωθεί.
Για την αναδιαπραγμάτευση αποτελεί προϋπόθεση η στάση πληρωμών;