Κυριακή, 19 Σεπτεμβρίου 2010

Μπορούμε να συγκρίνουμε το δημόσιο χρέος των λεγόμενων «αναπτυσσόμενων» χωρών και το δημόσιο χρέος στο Βορρά;



των Damien Millet Eric και Toussaint*
28 Αυγούστου 2010

Παρόλο που υπάρχει τεράστια διαφορά στα ποσά, υπάρχει μια πρώτη ομοιότητα στο επίπεδο της εξέλιξης στο χρόνο. 

Το δημόσιο χρέος των αναπτυσσόμενων χωρών (ΑΧ) και το δημόσιο χρέος στο Βορρά διογκώθηκαν και τα δυο στη δεκαετία του 1970. Στο Βορρά, η γενικευμένη ύφεση της περιόδου 1973-1975 υποχρέωσε τις δημόσιες αρχές να καταχρεωθούν για να προκαλέσουν ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας: δημιουργία δημόσιων θέσεων εργασίας, σχέδια που τα στήριζε το Κράτος (για παράδειγμα, TGV, Ariane και Airbus στη Γαλλία), πολιτική μεγάλων βιομηχανικών και στρατιωτικών έργων.  Τα Κράτη και η τοπική αυτοδιοίκηση έπεσαν εξίσου στη παγίδα εξαιτίας της ανόδου των επιτοκίων στο γύρισμα της δεκαετίας του 1980. Το δημόσιο χρέος τους αυξήθηκε πολύ γρήγορα καθώς αναγκάστηκαν να συνάψουν νέα δάνεια για να αποπληρώσουν, όπως και ο Νότος. Και στη περίπτωσή τους, είχαμε το φαινόμενο της χιονοστιβάδας των συνεπειών.

Με αφετηρία τη διεθνή κρίση που ξέσπασε στο Βορρά το 2007, το δημόσιο χρέος των πιο βιομηχανικών χωρών, που έχει κρατηθεί μέχρι τότε σε υψηλό επίπεδο ειδικά εξαιτίας των φορολογικών μεταρρυθμίσεων που ευνοούσαν τους πλούσιους, διογκώθηκε και πάλι ως επακόλουθο των συνδυασμένων συνεπειών των σχεδίων διάσωσης των τραπεζών  και της πτώσης των φορολογικών εσόδων που οφείλονταν στην οικονομική ύφεση του 2008-2009. Έτσι, για την Ευρωπαϊκή Ένωση, το δημόσιο χρέος πέρασε από τα 7.300 στα 8.700 δισεκατομμύρια ευρώ από το 2007 μέχρι το 2009. Ένα νέο φαινόμενο χιονοστιβάδας είναι προ των πυλών.

Ένα λογιστικό λάθος στον υπολογισμό του δημοσίου χρέους και το ζήτημα της αξιοπιστίας


του Κώστα Καλλωνιάτη


Τα λάθη είναι ανθρώπινα. Και όταν είναι λογιστικά, κατά κανόνα είναι ασήμαντα. Εάν φυσικά μιλάμε για τη μάχη των ιδεών και της πολιτικής. Γιατί στην οικονομική δραστηριότητα ενίοτε μπορεί να είναι και μοιραία. Τι συμβαίνει, όμως, όταν ένα οικονομικό στοιχείο, μία οικονομική και στατιστική ανάλυση οδηγεί σε συγκεκριμένες στρατηγικές επιλογές για την πολιτική που πρέπει να ακολουθήσει μία χώρα, μία κοινωνία ;

Πόση σημασία μπορεί να έχει ένα ‘λογιστικό’ λάθος όταν πάνω του βασίζεται ένα, κατά τα άλλα, ορθό συμπέρασμα και πολιτική πρόταση ; Το σύνηθες είναι από σωστές υποθέσεις και εκτιμήσεις να φθάνουμε σε εσφαλμένα συμπεράσματα. Στην υπό εξέταση περίπτωση, ωστόσο, συμβαίνει το αντίστροφο. Πρόκειται, δε,  για μία ιδιάζουσα και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περίπτωση, αφού αφορά τη λογιστική ανάλυση ενός ικανότατου και πολυγραφότατου οικονομικού αναλυτή, του κ. Δ. Καζάκη, ο οποίος είναι ίσως ο βασικός θεμελιωτής της πρότασης για παύση πληρωμών-έξοδο από το ευρώ-άρνηση χρέους (δεν αναφέρω τον κ. Λαπαβίτσα, ο οποίος επίσης πρωτοστατεί σε αυτή την κατεύθυνση, γιατί εκείνος μιλά για αναδιαπραγμάτευση χρέους).

Φτώχεια της δεκαετίας του 60 στις ΗΠΑ

Μια δυσοίωνη πραγματικότητα περιγράφει η Βιβιάν Φορεστέρ στην «Οικονομική Φρίκη». Μια πραγματικότητα που καλούνται να αντιμετωπίσουν όλο και περισσότεροι Αμερικανοί, καθώς παρά την πολυδιαφημιζόμενη «ανάκαμψη» είδαν τη φτώχεια να βαθαίνει, φτάνοντας στα επίπεδα της δεκαετίας του '60.
Οι εικόνες διανομής φαγητού στους φτωχούς είναι όλο και πιο συχνές στις αμερικανικές μεγαλουπόλεις. Οι εικόνες -ανάλογες της εποχής της Μεγάλης Υφεσης- των χιλιάδων πολιτών που περιμένουν στις ουρές για να πάρουν μια κούτα τρόφιμα και σχολικά είδη στη φτωχότερη των αμερικανικών μεγαλουπόλεων, το Ντιτρόιτ, μιλούν από μόνες τους.
Σύμφωνα με την τελευταία απογραφή, το 15%, δηλαδή περισσότεροι από 45 εκατομμύρια ή ένας στους επτά Αερικανούς ζει κάτω από το επίσημο επίπεδο της φτώχειας, που ορίζεται στα 22.000 δολάρια το χρόνο για μια τετραμελή οικογένεια, ποσό που υπολείπεται κατά πολύ από εκείνο που εξασφαλίζει μια αξιοπρεπή επιβίωση.

Με τα μέτρα του ΔΝΤ δεν υπάρχει διέξοδος





του Ευκλείδη Τσακαλώτου
ΠΗΓΗ ΤΟ ΒΗΜΑ
Μια οικονομετρική έρευνα πρόσφατα έδειξε ότι μια περιοριστική δημοσιονομική πολιτική μπορεί εν δυνάμει να ενισχύσει τους ρυθμούς ανάπτυξης. Αποτέλεσμα που, βεβαίως, άρεσε στους υπεύθυνους οικονομικής πολιτικής στην Κομισιόν και στη χώρα μας. Το επιχείρημα κάτω από τη στατιστική ανάλυση είναι ότι ένα συμμάζεμα των δημοσιονομικών του κράτους ενισχύει την αισιοδοξία των επενδυτών και οδηγεί σε χαμηλότερα επιτόκια και άρα σε αυξημένη επενδυτική δραστηριότητα.
Είναι το ίδιο επιχείρημα που αντιμετώπιζε ο Κέινς καθ΄ όλη τη δεκαετία του ΄30. Μόνο που σε καμία αναπτυγμένη χώρα εκείνης της εποχής δεν εμφανίστηκε μια τέτοια ενεργητική δραστηριότητα από τον ιδιωτικό τομέα ως αποτέλεσμα σφικτών δημοσιονομικών πολιτικών. Δεν έχει διατυπωθεί πειστικό επιχείρημα γιατί στη δική μας δεκαετία μπορούμε να έχουμε καλύτερη εξέλιξη με την εφαρμογή των αποτυχημένων συνταγών του ΄30.

Το σφάλμα δεν είναι στην ίδια την οικονομετρική μελέτη αλλά στην ερμηνεία του αποτελέσματος. Διότι το ερώτημα που τίθεται δεν είναι τι έγινε, κατά μέσον όρο, στο παρελθόν σε διάφορες οικονομίες όταν άσκησαν, κάτω από διάφορες οικονομικές συνθήκες, περιοριστική δημοσιονομική πολιτική. Μετά τον Σεπτέμβρη του 2008 δεν είμαστε σε μια μέση κατάσταση. Σημασία έχει να ερωτηθούμε τι αναμένεται να γίνει ύστερα από μια περιοριστική δημοσιονομική πολιτική σε συνθήκες παγκόσμιας ύφεσης όπου πολλές χώρες εφαρμόζουν παρόμοιες περιοριστικές πολιτικές, όπου οι τράπεζες συνεχίζουν να έχουν προβλήματα και όπου τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις επίσης προσπαθούν να περιορίσουν τα έξοδα για να αντιμετωπίσουν την υπερχρέωσή τους. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο μια περιοριστική δημοσιονομική πολιτική απλώς εντείνει την ύφεση.

Οικονομικά αιτήματα και πάλη αξιών

Η πολύμορφη, γενικευμένη επίθεση ενάντια στο βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες και η συνεπαγόμενη ενδυνάμωση του αυταρχισμού και της καταστολής έτσι ώστε να καμφθούν οι όποιες αντιδράσεις, έχει σαν συνέπεια το ίδιο το κίνημα αντίστασης να ρίχνει το βάρος του σε διεκδικήσεις οικονομικού χαρακτήρα και δευτερευόντως σε διεκδικήσεις που έχουν να κάνουν με την υπεράσπιση των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών.
Ετσι όμως από τη μια υποβαθμίζεται μια σημαντική πτυχή της επίθεσης του κεφαλαίου, που έχει να κάνει με την παραμόρφωση των ανθρώπων η οποία συντελείται μέσω των αξιών που προωθεί το κυρίαρχο καπιταλιστικό σύστημα και από την άλλη περιορίζεται η προοπτική διεξόδου σε μια βελτίωση των υλικών όρων ζωής, αν όχι μόνο των αμοιβών, και δεν προβάλλεται ο πυρήνας της απελευθερωτικής προοπτικής, που δεν είναι άλλος από την αναγωγή σε κυρίαρχο του ελεύθερου δημιουργικού χρόνου και την ανάδειξη σε κυρίαρχη αξία της ανεμπόδιστης ανάπτυξης του ανθρώπου.

Υστέρηση των Δημοσίων εσόδων: Μια ταξική πολιτική


ΠΗΓΗ: ΑΥΓΗ
Ημερομηνία δημοσίευσης: 19/09/2010
ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΜΗΛΙΟΥ

1. Δύο δρόμοι για την έξοδο από την κρίση

Για να απαντήσουμε στο ερώτημα αν διαφαίνεται διέξοδος από την κρίση της ελληνικής και ευρωπαϊκής οικονομίας, θα πρέπει νομίζω να ξεκινήσουμε από ένα βασικό θεωρητικό συμπέρασμα του Καρλ Μαρξ: «Δεν υπάρχουν μόνιμες κρίσεις» (Θεωρίες για την Υπεραξία, Αθήνα 1982, τ. 2ος, σ. 579). Με αυτή τη θέση ως δεδομένη, θα πρέπει να αναρωτηθούμε για τους εναλλακτικούς δρόμους εξόδου από την κρίση.
Το κύριο χαρακτηριστικό της (κάθε) κρίσης είναι η συνολική επαναδιαπραγμάτευση του συσχετισμού δύναμης ανάμεσα στον κόσμο της εργασίας και τις δυνάμεις του κεφαλαίου. Η συγκεκριμένη ανάλυση επιβεβαιώνεται κάθε μέρα από την πρωτοφανή επίθεση που δέχονται εργατικές και κοινωνικές κατακτήσεις χρόνων. Αυτό που βιώνουμε σήμερα είναι μια προσπάθεια της κυβέρνησης, με αφετηρία την κρίση των οικονομικών του κράτους, να μετατραπεί η κρίση του κεφαλαίου σε κρίση της εργασίας, έτσι ώστε να επιδοτηθούν τα κέρδη μέσα από τη δραστική μείωση των μισθών και καταργώντας τα όποια εργασιακά δικαιώματα, βυθίζοντας τους εργαζομένους και την κοινωνία στη φτώχεια.