Πέμπτη, 14 Οκτωβρίου 2010

Οι Γερμανοί μας απειλούν με αποπομπή απ' το ευρώ!



ΠΗΓΗ: Το ΠΟΝΤΙΚΙ
Του Σταύρου Χριστακόπουλου
Μια πρωτοφανή απειλή εκτοξεύει πλέον η Γερμανία προς την Ελλάδα αν δεν σταματήσει να πιέζει την Ευρωζώνη για χρονική αναδιάρθρωση του χρέους: Θα μας βγάλουν, όπως ανεπισήμως διεμήνυσαν στην ελληνική κυβέρνηση, για ένα διάστημα από το ευρώ. Μα, είναι δυνατόν να συμβεί κάτι τέτοιο εφ’ όσον δεν υπάρχει διαδικασία που να προβλέπει έξοδο μιας χώρας από την Ευρωζώνη; Έλα ντε!
Η απειλή όντως διατυπώνεται. Γιατί όμως; Ας πάρουμε τα πράγματα με μια σειρά για να καταλάβουμε σε πόσο περίπλοκα παιχνίδια έχει μπει ακόμη μια φορά η κυβερνησάρα μας δημιουργώντας πραγματική ανησυχία όχι μόνο για το αν ξέρει τι κάνει, αλλά και για το αν οι νέες επιλογές της μπορεί να μας κοστίσουν και πάλι πολύ ακριβά...

Το Εκουαδόρ και εμείς!

Στην επικαιρότητα ήρθε το Εκουαδόρ τις τελευταίες ημέρες με την προσπάθεια ανατροπής του δημοκρατικά εκλεγμένου αριστερού προέδρου Ραφαέλ Κορέα.
Ενα άλλο λιγότερο γνωστό περιστατικό που παρουσιάζει ενδιαφέρον και για τα καθ' ημάς και έκανε «διάσημη» τη μικρή αυτή χώρα, ήταν η στάση πληρωμών που κήρυξε το 2008 έναντι των ξένων πιστωτών της.
Μια στάση που δεν έγινε επαναστατικώ δικαίω, αλλά έπειτα από μια πρωτόγνωρη διαδικασία οικονομικού ελέγχου των χρεών που είχαν συνάψει οι δικτατορικές κυβερνήσεις -και όχι μόνο- από τη δεκαετία του '70. Η κυβέρνηση του Ραφαέλ Κορέα προχώρησε το 2007 στη σύσταση μιας ανεξάρτητης Επιτροπής Οικονομικού Ελέγχου, η οποία θα εξέταζε τις αιτίες, τη φύση και τις επιπτώσεις του δημόσιου χρέους. Επειτα σχεδόν από ένα χρόνο ελέγχου η επιτροπή διαπίστωσε διάφορες ατασθαλίες και παρανομίες ως προς τις συμβάσεις δημοσίου χρέους του Εκουαδόρ, παρέχοντας τη νομική βάση στην κυβέρνηση να κηρύξει άνομο το δημόσιο χρέος και να προχωρήσει σε στάση πληρωμών 3,2 δισ. δολαρίων.

Λάθος χώρα







ΠΗΓΗ: Από το περιοδικό "Επίκαιρα", 14 Οκτωβρίου 2010του Κ. Βεργόπουλου


Ποια είναι, τέλος πάντων, η ακριβής παθογένεια της ελληνικής οικονομίας, που υποτίθεται ότι δικαιολογεί τα κυβερνητικά μέτρα; Αφθονούν οι απαντήσεις, αλλά η ασάφεια, η δυσπιστία και η καχυποψία παραμένουν. Κυκλοφορεί η άποψη ότι καταναλώναμε περισσότερο από τις δυνάμεις μας, όμως αυτό δεν αποτελεί ελληνική ιδιομορφία, δεδομένου ότι παρόμοια ενοχοποίηση διαχέεται σε όλες τις χώρες της ομάδος των ανεπτυγμένων οικονομιών της Βορείου Αμερικής και της Δυτικής Ευρώπης. Μόνο ο υπόλοιπος πλανήτης κυριαρχείται από το αντίθετο σύνδρομο, αυτό της υποκατανάλωσης. Όμως, με την πάροδο του χρόνου, όλο και περισσότερο κερδίζει έδαφος η κατανόηση ότι στη χώρα μας όχι μόνο έχει συντελεσθεί από την κυβέρνηση χειραγώγηση της κοινής γνώμης, δηλαδή εξαπάτηση, αλλά και ότι η χειραγώγηση δημιούργησε μια κατάσταση πραγμάτων που δεν υπήρχε πριν από αυτή. Η κυβερνητική κινδυνολογία επικαιροποίησε τον κίνδυνο και, από μακρινό ενδεχόμενο στο μέλλον, τον μετέτρεψε σε αναπόδραστη πραγματικότητα στο παρόν. Αυτό μπορεί να αποδοθεί σε κυνικό σχεδιασμό, αλλά επίσης σε σειρά επιπόλαιων χειρισμών ή ακόμη σε χειραγώγηση των χειραγωγών από άλλους ισχυρότερους χειραγωγούς. Όλες οι εικασίες είναι βάσιμες. Όμως, όπως και να ’χει το πράγμα, υπάρχει μια εξ αντικειμένου αλληλουχία στις φάσεις με τις οποίες αναπτύσσεται το σύγχρονο ελληνικό δράμα.

Το διπλό τεστ της τρόικας στην κυβέρνηση



ΠΗΓΗ: Sofokleous 10
Στο πολιτικό πεδίο ετοιμάζεται να δοκιμάσει η τρόικα την κυβέρνηση, πριν ληφθούν οι οριστικές αποφάσεις για μια ευνοϊκή ρύθμιση των χρεών του «πακέτου» των 110 δις. ευρώ, μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2011.  Όπως επισημαίνουν έγκυρες πηγές στις Βρυξέλλες, επίσημα μπορεί να παρέχεται στήριξη με κάθε τρόπο στην κυβέρνηση, αλλά στο παρασκήνιο εντείνονται οι ανησυχίες για τους σοβαρούς πολιτικούς κινδύνους που θα κάνουν την εμφάνισή τους μετά τις δημοτικές εκλογές, απειλώντας την εφαρμογή του μνημονίου.
Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, οι δανειστές της χώρας, με πρώτη τη γερμανική κυβέρνηση, φοβούνται μια βίαιη αλλαγή του πολιτικού κλίματος στην Ελλάδα αυτό το χειμώνα: «η κυβέρνηση πρέπει να αποδείξει, όχι μόνο ότι μπορεί να διατηρήσει την πολιτική της κυριαρχία, αλλά και ότι είναι σε θέση να επιβιώσει από τις μεγάλες συγκρούσεις, που αναπόφευκτα θα φέρουν οι επόμενες, δύσκολες φάσεις εφαρμογής του μνημονίου», τονίζουν έγκυροι κύκλοι των Βρυξελλών, που γνωρίζουν τον προβληματισμό των ισχυρών ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.

Στον αστερισμό του μνημόνιου – περίοδος πρώτη (δεδομένα και τάσεις στην Ελληνική κοινωνία)



του Μήλιου Χρήστου (10 Οκτωβρίου 2010)

Το μνημόνιο αποτελεί για την Ελλάδα ένα νέο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό ορόσημο. Υπάρχει η Ελλάδα πριν και μετά το μνημόνιο. Μια εντελώς νέα πραγματικότητα που θα χρειασθεί καιρός να συνειδητοποιηθεί.
Προς το παρόν βιώνεται σαν κάτι το πρόσκαιρο, (σαν μια παρένθεση) και με έναν ανάλογο, σε τέτοιες περιπτώσεις, εμπειρικό τρόπο. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, και σ’ αυτή την πρώτη περίοδο του μνημονίου, καταγράφονται ορισμένα δεδομένα και διαβλέπονται κάποιες τάσεις, που σίγουρα στην πορεία πρόκειται να τροποποιηθούν.
Η κατάσταση δεν πρόκειται να παραμείνει για πολύ στο σημερινό κλίμα. Θα έχει μια δυναμική εξέλιξη, μεγάλες μεταπτώσεις και αλλαγές στην οικονομική, κοινωνική και πολιτική συμπεριφορά της Ελληνικής κοινωνίας.
Στο φαντασιακό μιας διεξόδου
Μέσα στη γενική απογοήτευση που διακατέχει τους Έλληνες αυτή την περίοδο, δεν λείπει και μια αισιόδοξη στάση. Πρόκειται γι αυτή που πιστεύει ότι τελικά τα πράγματα θα διορθωθούν, ότι θα αλλάξουν προς το καλύτερο. Ότι όλα όσα συνέβησαν αποτελούν μια ευκαιρία για να ξεπεράσουμε χρόνιες παθογένειες και να δρομολογήσουμε μια νέα αρχή. Ότι χρειαζόμασταν αυτή τη δοκιμασία προκειμένου να συνέλθουμε από μια καταστροφική κι αδιέξοδη πορεία.

Η σκληρή δραχμή, η υποτίμηση της, το ευρώ, η ONE και η αλήθεια για όλα αυτά






ΠΗΓΗ: ΟΥΤΟΠΙΑ  (τ.29 Μαρτ. -  Απρ 1998)
****Πολλές ευχαριστίες στον ανώνυμο αναγνώστη που μας το έστειλε****


Εκ των υστέρων, δηλαδή μετά την τε­λευταία υποτίμηση, όλοι γνώριζαν ' ότι η δραχμή ήταν, συνεπεία της πο­λιτικής της σκληρής δραχμής, δηλαδή της πολιτικής των υψηλών επιτοκίων, υπερτι­μημένη και θα έπρεπε να είχε προ πολλού ήδη υποτιμηθεί.
Ήδη το 1995 εκτιμούσαμε ότι η δραχμή ήταν υπερτιμημένη και ότι προσεχώς θα υποτιμηθεί κατά το πολύ 15% και γι' αυτό το 1995/96 εκπονήσαμε (αυτονοήτως ούτε από την ΓΓΕΤ ούτε από την EE, αλλά από εμάς τους ίδιους χρηματοδοτημένη) μελέτη για τις επιπτώσεις μιας υποτίμησης της δραχμής κατά ποσοστό 15%, 14% κ.ο.κ. μέ­χρι και 5% στο κόστος και κατά συνέπεια στις τιμές των εγχωρίως παραγόμενων προϊόντων, βασιζόμενοι στους Πίνακες Εισροών-Εκροών της ελληνικής οικονο­μίας1.


Οι συνέπειες της μετάβασης από τη δραχμή στο ευρώ


ΠΗΓΗ: ΟΥΤΟΠΙΑ (τ.48, Ιαν-Φεβρ 2002)
του Γιώργου Σταμάτη


***Πολλές ευχαριστίες στον Ανώνυμο αναγνώστη που μας το έστειλε σε μορφή "αναρτήσιμη"***


Την 1η του 2002 καταργήθηκε η δραχ­μή ως εθνικό νόμισμα και αντικατα­στάθηκε από το ευρώ. Τι συνέπειες θα έχει αυτό για την ελληνική οικονομία;
Κατ' αρχάς, ότι το ελληνικό κράτος δεν θα μπορεί πλέον να ασκεί μέσω της Κεντρι­κής του Τράπεζας κανενός είδους συναλ­λαγματική και νομισματική πολιτική. Τη συναλλαγματική και νομισματική πολιτική στην Ε.Ε. ή, ακριβέστερα, στη ζώνη του ευ­ρώ, και συνεπώς στην Ελλάδα, θα την ασκεί τώρα πλέον η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Η Τράπεζα της Ελλάδος δεν θα είναι πλέον παρά απλό παράρτημα της τε­λευταίας1.

Κάτι παρόμοιο είχε συμβεί ήδη με τη δυνατότητα του ελληνικού κράτους να ασκεί αντικυκλική δημοσιονομική πολιτι­κή. Οι συνθήκες Μάαστριχτ-Άμστερνταμ και το Σύμφωνο Σταθερότητας εξάλειψαν παντελώς αυτή τη δυνατότητα.
Με την καθιέρωση του ευρώ ως κοινού «εθνικού» νομίσματος των δώδεκα χωρών της Ευρωζώνης, οι ροές των εμπορευμάτων και ο οικονομικός ανταγωνισμός μεταξύ αυτών των χωρών θα διέπονται πλέον όχι από το λεγόμενο συγκριτικό πλεονέκτημα, αλλά από το λεγόμενο απόλυτο πλεονέκτη­μα, το οποίο ισχύει όχι για τις εμπορευμα­τικές ανταλλαγές και τον ανταγωνισμό με­ταξύ χωρών, αλλά για τις εμπορευματικές ανταλλαγές και τον ανταγωνισμό μεταξύ των γεωγραφικών περιοχών και των παρα­γωγών κάθε χώρας. Αυτό σημαίνει ότι στην Ευρωζώνη καθένα προϊόν θα παράγεται από εκείνον τον παραγωγό και συνεπώς από εκείνη τη χώρα που πλεονεκτεί κατά την παραγωγή αυτού του προϊόντος απο­λύτως έναντι των υπόλοιπων χωρών. Οι υπόλοιπες χώρες θα παράγουν και θα πω­λούν αυτό το προϊόν μόνον στο βαθμό που η πλεονεκτούσα χώρα δεν μπορεί να καλύ­ψει σε όλες τις χώρες της Ευρωζώνης τη σχετική ζήτηση2