Πέμπτη, 19 Απριλίου 2012

Γιατί η Ευρωζώνη μπορεί ακόμη να επιβιώσει



ΠΗΓΗ: Sofokleous 10

‘Εάν ανέκυπτε σύγκρουση ανάμεσα στην κυριαρχία της Ένωσης και στην κυριαρχία των Πολιτειών στην παρούσα φάση, θα προβλέπαμε την ήττα της Ένωσης. Αν μια Πολιτεία επέλεγε να αποσυρθεί από το συμβόλαιο, θα ήταν δύσκολο να αντικρούσει κανείς το δικαίωμά της να το κάνει. Και η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση δεν θα είχε τρόπο να διατηρήσει ευθέως τις αξιώσεις της, είτε με τη βία είτε με το δίκαιο’.

Αυτά έγραφε ο Αλέξις ντε Τοκβίλ, ένας από τους πιο εύστοχους ξένους παρατηρητές για  τις προοπτικές των ΗΠΑ. Παρά ταύτα δεν κατάφερε να προβλέψει τα αποτελέσματα του Αμερικάνικου Εμφύλιου.

Σήμερα οι ενημερωμένοι Αμερικανοί πιστεύουν ότι η Ευρωζώνη δεν θα επιβιώσει. Κι αυτό γιατί τη θεωρούν ως έναν γάμο οικονομικών συμφερόντων, όπως ο Τοκβίλ έβλεπε στις ΗΠΑ έναν γάμο πολιτικών συμφερόντων.


Ο παραλληλισμός δεν είναι ακριβής αλλά είναι διαφωτιστικός. Δεν είναι ακριβής γιατί η Ευρωζώνη δεν είναι χώρα. Αν ήταν, θα μπορούσε εύκολα να διαχειριστεί τις οικονομικές πιέσεις που αντιμετωπίζει. Ο παραλληλισμός είναι όμως διαφωτιστικός γιατί δείχνει πως η επιβίωση κάθε πολιτικής κατασκευής εξαρτάται από την ισχύ των φυγόκεντρων και κεντρομόλων δυνάμεων της. Στην περίπτωση των ΗΠΑ, οι φυγόκεντρες δυνάμεις ήταν αρκετές για να πείσουν την Ομοσπονδία να επιχειρήσει την αποστασία, αλλά οι κεντρομόλες είναι αρκετές για την ήττα της αποστασίας.

Τι μπορούμε να πούμε όμως για αυτές τις δυνάμεις στην Ευρωζώνη;

Οι φυγόκεντρες οικονομικές δυνάμεις είναι πολύ οδυνηρά ξεκάθαρες. Πρώτον, από τη στιγμή που η Ευρωζώνη είναι μία νομισματική ένωση χωρίς δημοσιονομική στήριξη, η πίεση της προσαρμογής πέφτει στις πασίγνωστες για την ανελαστικότητά τους αγορές εργασίας. Καθώς ο συμφωνημένος στόχος είναι ο χαμηλός πληθωρισμός, αυτό συνεπάγεται καθοδικές πιέσεις στους ονομαστικούς μισθούς. Αυτό προκαλεί αύξηση της ανεργίας, κατάρρευση των οικονομιών και αποπληθωρισμό του χρέους.

Δεύτερον, η γέννηση του ευρώ συνέπεσε με μια παγκόσμια πιστωτική επέκταση. Η  σύγκλιση των επιτοκίων που ακολούθησε τη δημιουργία του κοινού νομίσματος ενισχύθηκε και από την εξαφάνιση των σπρεντ κινδύνου. Το αποτέλεσμα ήταν η μεγάλη άνοδος του διασυνοριακού δανεισμού τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα, η μείωση των πιέσεων για δημοσιονομική σταθεροποίηση στις χώρες υψηλού χρέους – όπως η Ιταλία – και η εμφάνιση μεγάλων ανισορροπιών στα ισοζύγια πληρωμών και αποκλίσεων στην ανταγωνιστικότητα. Και τότε ήρθαν τα χρηματοπιστωτικά σοκ, που έφεραν ένα ‘απότομο φρένο’ του δανεισμού, την κατάρρευση του ιδιωτικού δανεισμού και των ιδιωτικών δαπανών και ένα κύμα δημοσιονομικών κρίσεων.

Τρίτον, σε μια τέτοια κρίση η Ευρωζώνη δεν είχε κανένα αποτελεσματικό τρόπο να διασφαλίσει την επιβίωση των τραπεζικών συστημάτων της, να χρηματοδοτήσει τις χώρες που βρέθηκαν υπό πίεση και να εξασφαλίσει την προσαρμογή στις χώρες πιστωτές και στις χώρες δανειολήπτες. Αντιθέτως, βλέπουμε αυτοσχεδιασμούς: το αεροσκάφος της Ευρωζώνης ανασχεδιάζεται ενώ συντρίβεται.

Αν εξετάσουμε τώρα τις φυγόκεντρες πολιτικές δυνάμεις, θα δούμε δύο:

Πρώτον, η αλληλεγγύη παραμένει κυρίως σε εθνική βάση. Ας θυμηθούμε ότι τα κράτη της Ευρωζώνης είναι τα πιο γενναιόδωρα κοινωνικά κράτη στον κόσμο. Κι όμως η κίνηση για μια σχετικά μικρή διασυνοριακή χρηματοδότηση που θα βοηθούσε τις πιεσμένες οικονομίες  αποδείχθηκε άκρως δύσκολη. Γι’  αυτό η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα κατέστη εκ των πραγμάτων ο βασικός διασυνοριακός χρηματοδότης.

Δεύτερον, η ισχύς παραμένει στα κράτη μέλη. Στην περίπτωση του ευρώ, η ισχύς βρίσκεται στα χέρια της Γερμανίας, της χώρας που είναι και ο μεγαλύτερος πιστωτής. Έτσι η Ευρωζώνη λειτουργεί πολιτικά ως ένας διακρατικός διακανονισμός και όχι ως χώρα. Οι Γερμανοί αντιλήφθηκαν αυτό το πρόβλημα από την αρχή. Οι Γάλλοι πολλές φορές όχι.

Τέλος, ας δούμε τις ιδέες. Η πιο σημαντική φυγόκεντρος δύναμη είναι η ευρεία διαφωνία ως προς το τι πήγε στραβά και πώς θα διορθωθεί. Η κυρίαρχη γερμανική άποψη είναι πως η κρίση αντανακλά τη δημοσιονομική απειθαρχία. Άλλοι όμως επιμένουν – και σωστά – ότι το βασικό πρόβλημα ήταν ο υπερβολικός δανεισμός, οι αποκλίσεις της ανταγωνιστικότητας και οι εξωτερικές ανισορροπίες.

Η διαφωνία αυτή μετράει επειδή η προσαρμογή δεν μπορεί απλά να επιβληθεί. Από τη στιγμή που υπάρχει η επιλογή της εξόδου από την Ευρωζώνη, η προσαρμογή θα πρέπει να προκύψει ως προϊόν διαπραγμάτευσης. Σε μία τέτοια διαπραγμάτευση όμως τα κράτη  πιστωτές πρέπει να καταλάβουν τον ρόλο τους στην κρίση. Αν θέλουν να διατηρήσουν τα πλεονάσματά τους θα πρέπει να χρηματοδοτήσουν τους δανειολήπτες τους. Αν θέλουν να αποπληρωθούν θα πρέπει να τείνουν σε πιο ελλειμματική οικονομία. Οι δύο πλευρές – χρηματοδότηση και εμπόριο – πρέπει να ευθυγραμμιστούν.

Είναι αυτές οι φυγόκεντρες δυνάμεις αρκετά ισχυρές ώστε να οδηγήσουν σε διάρρηξη του  συστήματος; Για να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα θα πρέπει να δούμε και τις κεντρομόλες.

Η βασική οικονομική δύναμη που κρατά σήμερα ενωμένο το σύστημα είναι ο φόβος της διάρρηξης. Μια ακόμη δικαιολόγηση για την ένωση για τις χώρες που έχουν πληγεί από  την κρίση είναι οι χρήσιμες πιέσεις για μεταρρυθμίσεις. Πολλοί πιστεύουν ότι το ενιαίο νόμισμα θα έχει μακροπρόθεσμα θετική επιρροή στις οικονομίες, αν και η άποψη αυτή θα πρέπει να μετριασθεί εξαιτίας του κόστους της αντιμετώπισης των κρίσεων και της μείωσης της διασυνοριακής χρηματοπιστωτικής ολοκλήρωσης.

Η βασική πολιτική δύναμη είναι η δέσμευση στο ιδεώδες μιας ενοποιημένης Ευρώπης, σε συνδυασμό με τη μεγάλη επένδυση των ευρωπαϊκών ελίτ σε αυτό το σχέδιο. Αυτό το άκρως σημαντικό κίνητρο συχνά υποτιμάται από τους ξένους παρατηρητές. Αν και η Ευρωζώνη δεν είναι χώρα, είναι κάτι πολύ περισσότερο από μία νομισματική ένωση. Για τη Γερμανία, το πιο σημαντικό της μέλος, η Ευρωζώνη είναι το επιστέγασμα μιας διαδικασίας ολοκλήρωσης με τους γείτονές της που έφερε σταθερότητα και ευημερία μετά τις καταστροφές του πρώτου μισού του 20ού αιώνα. Για τα μεγάλα μέλη της Ευρωζώνης το διακύβευμα είναι μεγάλο.

Επομένως, η μεγάλη ιδέα που ενώνει τα κράτη-μέλη αφορά τη θέση τους στην Ευρώπη και στον κόσμο. Οι πολιτικές ελίτ των κρατών μελών και η πλειονότητα του πληθυσμού τους εξακολουθούν να πιστεύουν στη μεταπολεμική ατζέντα, αν και ίσως όχι με το ίδιο πάθος. Με πιο στενά οικονομικούς όρους, ελάχιστοι θεωρούν ότι η νομισματική ευελιξία θα βοηθούσε και πολλοί εξακολουθούν να πιστεύουν ότι οι υποτιμήσεις απλά  δημιουργούν υψηλότερο πληθωρισμό.

Αν επρόκειτο για έναν απλό γάμο συμφερόντων, τότε το πιο πιθανό θα ήταν ένα καταστροφικό διαζύγιο. Αλλά η Ευρωζώνη είναι κάτι πολύ περισσότερο από έναν τέτοιο γάμο, ακόμη κι αν παραμείνει κάτι πολύ λιγότερο από ομοσπονδιακή ένωση. Οι ξένοι παρατηρητές δεν θα πρέπει να υποτιμούν την ισχύ της βούλησης που βρίσκεται πίσω της.

Η πιο πιθανή έκβαση – που δεν είναι καθόλου βέβαιη – είναι ένας συμβιβασμός ανάμεσα στις γερμανικές ιδέες και την προβληματική ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Η στήριξη των χωρών  που αντιμετωπίζουν πιέσεις θα ενισχυθεί. Ο πληθωρισμός στη Γερμανία θα αυξηθεί και το εξωτερικό της πλεόνασμα θα μειωθεί. Η προσαρμογή θα γίνει. Ο γάμος θα είναι υπερβολικά δυστυχισμένος. Αλλά μπορεί να κρατήσει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: