Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011

''ΚΑΙΡΟΣ ΣΚΕΠΤΙΚΟΣ''


ΝΕΑ ΣΥΛΛΟΓΗ ΔΙΗΓΗΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΑΡΥΣΤΙΑΝΗ

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΗΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ ΣΤΗ ΜΑΝΙΑ ΣΤΑΪΚΟΥ*
πηγή: clickatlife.gr

Με την «αίσθηση του επείγοντος» έγραψε η Ιωάννα Καρυστιάνη τις ιστορίες του βιβλίου της «Καιρός σκεπτικός» (εκδ. Καστανιώτη) για να πιάσει τον σφυγμό μιας κοινωνίας σε βαθύτατη κρίση. Γραμμένα σε παπαδιαμαντικούς τόνους, με τρυφερότητα αλλά και με έναν αιχμηρό ρεαλισμό, τα διηγήματα της Καρυστιάνη, αφουγκράζονται οικείους χαρακτήρες που επιζητούν να σπάσουν το φράγμα της μοναξιάς τους, πολιορκημένοι από μια δύσκολη πραγματικότητα.
Ανάμεσα στα εννέα διηγήματα του βιβλίου, θα ανακαλύψουμε μια καλοβαλμένη αστή που αναπολεί τα επαναστατικά σκιρτήματα της νιότης, μια ηλικιωμένη κυρία η οποία παλεύει για να μη βάλει λουκέτο το σουβλατζίδικο της γειτονιάς της, μια περιπλανώμενη παζαριώτισα σε ρόλο Άγιου Βασίλη, έναν εκκεντρικό φίλο του ποδοσφαίρου με μοναδική συντροφιά την αφίσα του Μέσι...Η Καρυστιάνη κοιτάζει πίσω από τη λαμπερή και ανέμελη όψη των Χριστουγέννων, παράλληλα όμως φωτίζει με αναπάντεχο τρόπο το σκοτάδι της οικονομικής κρίσης, υπενθυμίζοντας μας τις συναισθηματικές μας εφεδρείες.


Τα διηγήματά σας έχουν ως φόντο τα Χριστούγεννα. Σας κεντρίζει ως συγγραφέα η λεγόμενη «μελαγχολία των εορτών»;
Ισχύει και αυτό που λέτε, όμως από την άλλη πλευρά φανταζόμουν ότι θα είχα και περισσότερες φωτεινές χαραμάδες. Όμως το γενικότερο κλίμα δεν ήταν τέτοιο. Αισθάνομαι ότι ο Δεκέμβρης, επειδή βρίσκεται στο τέλος του χρόνου, κατά κάποιο τρόπο λειτουργεί για τον καθένα μας απολογιστικά. Έχουν υπαρξιακή διάσταση αυτές οι γιορτές και νομίζω ότι βοηθούν να αναδυθεί το «όλον» του χαρακτήρα και οι ανάγκες του. Από αυτή την άποψη, ο Δεκέμβριος γίνεται βαρυσήμαντος και αυτό φαίνεται σε όλα τα διηγήματα του βιβλίου. Δεν υπάρχουν στις ιστορίες ό, τι μπορεί κανείς να φανταστεί: χριστουγεννιάτικα δέντρα, γλέντια, παιδάκια και ρεβεγιόν. Ουσιαστικά σχεδιάζοντας τις ιστορίες ήθελα να δείξω μια άλλη πλευρά και σκέφτηκα τι μπορούσε να μπει αντί για τα χριστουγεννιάτικα δέντρα, τις γιορτές κ.τ.λ.
Σε ένα από τα διηγήματά σας γράφετε: «τελικά ο χαβαλές του πλούτου είναι ένας δρόμος χωρίς επιστροφή, μόνο μια χρεοκοπία μπορεί να σώσει τους αφασικούς λεφτάδες». Η οικονομική κρίση πέρα από τις γνωστές αρνητικές της συνέπειες, μπορεί να έχει και «παράπλευρα» θετικά αποτελέσματα;
Αυτή τη στιγμή που μιλούν οι αριθμοί τη δεινή τους γλώσσα, νομίζω πως προέχει να σωθούν οι άνθρωποι. Ειδικά όταν μιλάμε για ένα εκατομμύριο ανέργους, για ανθρώπους που αυτοκτονούν για χρέη στις τράπεζες, για ένα εκατομμύριο ανασφάλιστα και χωρίς σέρβις αυτοκίνητα στην Αθήνα, για νέους που δεν βρίσκουν δουλειά και ετοιμάζονται να μεταναστεύσουν στην Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία. Ταυτόχρονα όμως πιστεύω ότι κάθε πολίτης κάνει τον δικό του λογαριασμό, με τη συνείδησή του και το ταμείο του. Και βλέπει ο ίδιος αν κάπου ξελογιάστηκε ή ξεστράτισε. Πρόκειται για ένα χρέος ατομικό, δεν είναι το δημόσιο χρέος το οποίο δημιούργησαν όλοι αυτοί που κυβέρνησαν επί χρόνια και ήξεραν τι λένε τα κιτάπια και πού πάνε οι αριθμοί. Νομίζω ότι η χρεοκοπία είναι πιο δεινή όταν συνοδεύεται από τη χρεοκοπία της καρδιάς και των συναισθημάτων. Είναι η εποχή που πρέπει να αποζητήσουμε το σθένος της αξιοπρέπειας και το σφρίγος της ανθρωπιάς.
Διαβάζοντας τη συλλογή διηγημάτων σας είχα την αίσθηση ότι κάθε ιστορία θα μπορούσε ενδεχομένως να αποτελέσει κι ένα ολόκληρο μυθιστόρημα για εσάς. Γιατί επιλέξατε τη φόρμα του διηγήματος;
Τα διηγήματα «Μπάρδο», «Θεριό» και «Κιννέτα» σίγουρα θα μπορέσουν να αποτελέσουν ένα μυθιστόρημα. Όμως οι ιδέες δεν προκύπτουν εν αιθρία. Καταρχήν ήθελα να ξεφορτώσω λίγο σκοτάδι από το προηγούμενο μυθιστόρημά μου «Τα σακιά», γιατί πιέστηκα πολύ ψυχολογικά. Και τα βιβλία αλληλοσυμπληρώνονται: το ένα οδηγεί στο επόμενο. Ήθελα επίσης με τον χαρακτήρα του επείγοντος να πω κάτι για αυτά που ζούμε όλοι. Το διήγημα ανταποκρίνεται πιο σβέλτα, δεν χρειάζεται τρία χρόνια δουλειάς όπως ένα μυθιστόρημα. Όλα τα διηγήματα του «Σκεπτικού καιρού» εκτυλίσσονται τον Δεκέμβρη του 2010 και σημαδεύονται κατά κάποιο τρόπο από την κρίση, χωρίς να είναι αυστηρά εγκλωβισμένα στην οικονομική διάσταση της επικαιρότητας. Ήθελα να μιλήσω με τον δικό μου τρόπο, με απλές ιστορίες, χωρίς στατιστικές μελέτες ή καταγγελτικά λογύδρια. Όταν οι άνθρωποι ανταλλάσουν ιστορίες και εμπειρίες είναι το καλύτερο δώρο. Και με τη λογοτεχνία αισθάνομαι ότι πιάνω καλύτερα το σφυγμό της εποχής, γιατί είμαι υποχρεωμένη να διεισδύσω βαθιά, να κοιτάξω χίλιες λεπτομέρειες για την καθημερινότητα του κάθε χαρακτήρα, για το παρελθόν και τις προσδοκίες του. Εκεί, στο καντάρι της καθημερινότητας ζυγίζονται άλλωστε και οι πολιτικές.
Συνδέεται το βιβλίο σας «Καιρός σκεπτικός», με την παλαιότερη συλλογή διηγημάτων σας την «Κυρία Κατάκη»;
Αγαπώ πολύ τα διηγήματα δεν θεωρώ ότι είναι ήσσονος σημασίας σε σχέση με το μυθιστόρημα. Το κοινό που υπάρχει ανάμεσα σε αυτές τις δύο συλλογές διηγημάτων μου είναι ότι συναντάμε ανθρώπους μεγάλης ηλικίας. Οι ηλικιωμένοι είναι οι αγγελιοφόροι του μέλλοντός μας, προβάλλουν σκηνές από το μέλλον όλων μας, εάν δεν αλλάξουμε νοοτροπία. Έπειτα ακόμη και όταν ήμουν νέα δεν τους βαριόμουν. Στα χωριά που πήγαινα κυνηγούσα την παρέα μαζί τους, κουβεντιάζαμε, μιλούσαμε για τον έρωτα, για αγαπημένα τραγούδια, για την πολιτική. Στο εύρος της ανθρώπινης περιπέτειας προσφέρουν ένα είδος μαθητείας και παρηγορούν στα δύσκολα.
Στο πρώτο σας διήγημα αναφέρετε ότι ορισμένοι από τους ήρωές σας «πήραν τη ζωή τους λάθος» και ούτε τολμούν να σκαλίσουν τα παλιά, τότε που δήλωναν «ντούροι αριστεροί». Σε ποιο σημείο πιστεύετε ότι ορισμένοι πήραν τη ζωή τους λάθος;
Πολύς κόσμος ξέχασε την αφετηρία, τα όνειρα, τις προσδοκίες, την αυταπάρνηση και την ακεραιότητα που είχε στα πρώτα του βήματα. Ήταν κρίμα-αλλά πολλοί συμπολίτες μας- επιστήμονες και διανοούμενοι αφέθηκαν στην κατανάλωση και σε όλα αυτά που εν τέλει πνίγουν τη συνείδηση και τη ζωή. Όταν έρχεται μια δύσκολη εποχή, όλα βγαίνουν ξανά στην επιφάνεια. Μια μεγάλη κρίση, κάνει τους άξιους αξιότερους και τους ανάξιους ακόμη πιο ανάξιους. Αυτό το συνειδητοποιούν οι ήρωες του πρώτου μου διηγήματος, χωρίς να ξέρουμε τι δρόμο θα ακολουθήσουν μετά.
Με αυτή την αφορμή θα ήθελα να σας ρωτήσω αν συμμερίζεστε την άποψη ότι «η γενιά του Πολυτεχνείου» έχει τεράστιες ευθύνες για το πού φτάσαμε.
Είναι μια άποψη που την ακούω κι εγώ. Να απολογηθώ; Ας απολογηθώ και εγώ όπως όλοι οι υπόλοιποι. Όμως να σας πω κάτι; Δεν μου αρέσουν οι συλλήβδην καταγγελίες. Γενικά ζούμε σε μια εποχή που η καταγγελία και η αλληλοκαταγγελία είναι πολύ της μόδας. Νομίζω ότι σε κάθε κρίσιμη εποχή, ακόμη και την περίοδο της Εθνικής Αντίστασης, για παράδειγμα, υπήρχαν ενδεχομένως άνθρωποι που τότε λειτούργησαν με ανιδιοτέλεια και αργότερα εξελίχθηκαν σε στυγνούς επιχειρηματίες. Ίσως όλη αυτή η συζήτηση είναι ένας εύσχημος τρόπος να καλύπτονται τα λάθη των κομμάτων και των στυλοβατών του πολιτικού συστήματος, που τα φορτώνουν στη «γενιά του Πολυτεχνείου», αντί να μιλήσουν για τις ευθύνες συγκεκριμένων πολιτικών παρατάξεων και θεσμών.
Αισθάνεστε ότι έχουν τραυματίσει την αξιοπρέπειά σας;
Ο προηγούμενος πρωθυπουργός, ο Γιώργος Παπανδρέου, ταξιδεύοντας στο εξωτερικό βάφτισε τη χώρα ως την πιο διεφθαρμένη και νομίζω ότι δεν είχε κανένα δικαίωμα να το κάνει γιατί o χαρακτηρισμός του δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ούτε καν επιχείρησε να δει τι συμβαίνει στο κόμμα του και το πολιτικό σύστημα. Ναι, με πληγώνουν όλα αυτά, όμως βλέπουμε τι εξυπηρέτησε αυτή η ιστορία όπως στήθηκε. Πλέον βλέπουμε τι συμβαίνει και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες και «διαβάζουμε» καλύτερα τις προθέσεις και την στρατηγική. Στόχος παντού είναι η περιστολή του κοινωνικού κράτους και η εξαφάνιση των εργασιακών δικαιωμάτων. Και όταν ενοχοποιείς έναν ολόκληρο λαό, τον ακυρώνεις, τον μουδιάζεις, νομίζω ότι επιτυγχάνονται πιο εύκολα αυτού του είδους οι προσπάθειες.
Τι μπορεί να κάνει κάποιος για να αντισταθεί σε αυτή τη σκοτεινή πραγματικότητα;
Εγώ δεν είμαι πολιτικός για να προτείνω ποιον οικονομικό δρόμο να ακολουθήσουμε, μπορώ να πω απλά πράγματα. Θεωρώ βασικό να ανασυστήσουμε την αλληλεγγύη. Πάντα κυκλοφορούσα με ένα μπλοκάκι για να καταγράφω ιδέες και εικόνες για τη δουλειά μου. Πλέον, έχω στο μπλοκάκι μου και τη λίστα των συγγενών και φίλων που περνούν στην ανεργία. Θυμάμαι την ηρωίδα μου στο μυθιστόρημα «Τα σακιά» που κυκλοφορεί με άκοπους τόμους ποίησης. Λέω λοιπόν πως είναι ώρα να κατεβάσουμε από τα ράφια την ποίηση, να ξαναφυτέψουμε τη λεμονιά μας, να ξανακαθίσουμε γύρω από το τραπέζι και όχι μπροστά στην τηλεόραση. Και να κρατήσουμε δύο θέσεις κι ένα πιάτο για τους γονείς, για τους ανθρώπους που έζησαν σε άλλη εποχή και μας έλεγαν ότι μετρά να βγαίνεις στην κοινωνία με καθαρό μέτωπο και να αγωνίζεσαι, να μην το βάζεις κάτω.


Δεν υπάρχουν σχόλια: