Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011

Γιατί το αδύναμο ευρώ είναι η μόνη λύση



ΠΗΓΗ: FT (via euro2day)
by Martin Feldstein

Τα μεγάλα ελλείμματα στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών σε Ιταλία, Ισπανία και Γαλλία μπορούν να μειωθούν χωρίς να χρειαστεί να αποδυναμωθούν τα εισοδήματα στις εν λόγω χώρες, ούτε να απαιτηθεί από την Γερμανία να αποδεχθεί πληθωριστική αύξηση στην εγχώρια ζήτησή της. Το κλειδί για την επέκταση είναι οι καθαρές εξαγωγές στις χώρες εκτός ευρωζώνης. 

Οι ανισορροπίες στα ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών είναι το αποτέλεσμα της επιβολής ενός ενιαίου νομίσματος στις 17 χώρες της ευρωζώνης. Εάν υπήρχε ελεύθερη διακύμανση των συναλλαγματικών ισοτιμιών, τότε οι φυσικές πιέσεις των αγορών θα οδηγούσαν σε αποδυνάμωση των νομισμάτων της Ιταλίας, της Ισπανίας και της Γαλλίας συγκριτικά με το νόμισμα της Γερμανίας, ωθώντας τις εξαγωγές και μειώνοντας τις εισαγωγές, ενώ παράλληλα θα οδηγούσαν και σε συρρίκνωση του εμπορικού πλεονάσματος της Γερμανίας. 

Οι πολιτικοί που σχεδίασαν το ευρώ, σε γενικές γραμμές, δεν σκέφτηκαν τις μελλοντικές ανισορροπίες στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών ή άλλα οικονομικά προβλήματα. Ήθελαν το ευρώ ως μέσο για την επιτάχυνση της πολιτικής ενοποίησης

Οι συναλλαγματικές ισοτιμίες με τις οποίες οι χώρες έγιναν μέλη της ευρωζώνης διαμορφώθηκανώστε να αποφευχθούν οι αρχικές εμπορικές ανισορροπίες. Οι διαφορετικές μισθολογικές αυξήσεις που ακολούθησαν όμως, οδήγησαν τελικά σε εμπορικές ανισορροπίες.


Οι πολιτικοί και οι τεχνοκράτες που αναγνώρισαν αυτό το πρόβλημα πίστεψαν ότι το ενιαίο νόμισμα με κάποιο τρόπο θα το εκμηδένιζε οδηγώντας σε σύγκλιση της παραγωγικότητας των μελών της ευρωζώνης. Είναι όμως, σαφές ότι η σύγκλιση δεν επήλθε. Η παραγωγικότητα στην Γερμανία αυξήθηκε πολύ ταχύτερα από ότι στην Ιταλία, την Ισπανία και τη Γαλλία. Η Γερμανία παράλληλα, επέβαλε περιορισμούς στις αυξήσεις των μισθών. Κατά συνέπεια, οι μισθοί στην Γερμανία αυξήθηκαν κατά 30% λιγότερο από την εισαγωγή του ευρώ σε σύγκριση με το κόστος εργασίας και τις τιμές στις χώρες με χαμηλότερη ανάπτυξη παραγωγικότητας. 

Το αποτέλεσμα είναι πως η Γερμανία έχει πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της τάξεως του 5% του ΑΕΠ ενώ Ιταλία, Ισπανία και Γαλλία έχουν έλλειμμα της τάξεως του 3,5% του ΑΕΠ εκάστη. 

Ορισμένοι οικονομολόγοι και αξιωματούχοι στις χώρες με εμπορικά ελλείμματα υποστηρίζουν ότι η Γερμανία θα πρέπει να επεκτείνει τη ζήτηση για τα προϊόντα τους και να επιτρέψει ταχύτερη αύξηση των μισθών ώστε να μειωθεί το εμπορικό της πλεονέκτημα. Δεν προκαλεί εντύπωση ότι η Γερμανία απορρίπτει αυτές τις προτάσεις. 

Οι αξιωματούχοι της Γερμανίας και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας υποστηρίζουν ότι οι χώρες με ελλείμματα πρέπει να προχωρήσουν σε «εσωτερική υποτίμηση», μειώνοντας μισθούς και τιμές ώστε να καταστήσουν πιο ανταγωνιστικά τα προϊόντα τους. Οι εκτιμήσεις διαφέρουν, αλλά ορισμένοι υπολογίζουν ότι απαιτείται μείωση 30% στους μισθούς και στη συνέχεια σταθερά μικρότερη αύξηση τους από ότι στην Γερμανία. Αυτό συνεπάγεται μία δεκαετία υψηλότερης ανεργίας και μείωσης του ΑΕΠ – μία στρατηγική οικονομικά μάταιη και πολιτικά επικίνδυνη. 


Μία εναλλακτική πρόταση θα ήταν να μειωθούν οι καταναλωτικές δαπάνες στις χώρες με εμπορικά ελλείμματα, δεδομένου ότι το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών πρακτικά είναι η διαφορά ανάμεσα στην εθνική αποταμίευση και τις επενδύσεις. Η μείωση των καταναλωτικών δαπανών όμως, απλώς θα οδηγήσει σε μείωση του ΑΕΠ, δεδομένου ότι δεν θα υπάρχει αποδυνάμωση της συναλλαγματικής ισοτιμίας για να υπάρξει ώθηση στις εξαγωγές – κάτι που αποκλείεται στο πλαίσιο της ευρωζώνης. 

Έτσι, έρχομαι στην λύση που θα μειώσει τα ελλείμματα στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών της Ιταλίας, της Ισπανίας και της Γαλλίας χωρίς λιτότητα, χωρίς εσωτερική υποτίμηση και χωρίς γερμανική επεκτατική πολιτική. Η λύση είναι η χαμηλότερη αξία του ευρώ που θα οδηγήσει σε βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου με τις χώρες εκτός ευρωζώνης. 

Η συνολική εμπορικά σταθμισμένη αξία του ευρώ έχει υποχωρήσει κατά 12% από τις αρχές του 2010. Αν και τα θεμελιώδη στοιχεία υποδεικνύουν ότι το ευρώ θα πρέπει σταδιακά να ενισχυθεί έναντι του δολαρίου, οι ανησυχίες για την ευρωζώνη και την ευρωπαϊκή οικονομία έχουν οδηγήσει σε υποχώρηση του ενιαίου νομίσματος έναντι του δολαρίου κατά 10% τους τελευταίους 6 μήνες. 

Περαιτέρω υποχώρηση της εμπορικά σταθμισμένης αξίας του ευρώ θα οδηγήσει σε αύξηση των εξαγωγών όλων των χωρών της ευρωζώνης και σε μείωση των εισαγωγών από τις χώρες εκτός ευρωζώνης. Ειδικότερα, η αποδυνάμωση του ευρώ θα βοηθήσει την Ιταλία, την Ισπανία και την Γαλλία, καθώς το 50% των εισαγωγών και των εξαγωγών τους αφορά χώρες εκτός ευρωζώνης. 

Το πλεόνασμα εξαγωγών της Γερμανίας θα αυξηθεί, δίνοντας στο Βερολίνο την ευκαιρία να αυξήσει τις χρηματοοικονομικές και τις ξένες επενδύσεις ή να αυξήσει την εγχώρια κατανάλωση. 

Δεν είναι σαφές πόσο περισσότερο θα πρέπει να υποχωρήσει το ευρώ για να εκμηδενιστούν τα τρέχοντα ελλείμματα στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών. Μπορεί όμως, να απαιτηθεί υποχώρηση της εμπορικά σταθμισμένης αξίας του νομίσματος κατά 20% ή και περισσότερο. Αυτό συνεπάγεται συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ κάτω από την αρχική του ισοτιμία στα 1,18 δολ. 

Τι μπορεί να οδηγήσει σε τόσο σημαντική υποχώρηση του ευρώ; Η τρέχουσα δυναμική από μόνη της θα μπορούσε να οδηγήσει σε μία τέτοια εξέλιξη. Στο ίδιο αποτέλεσμα θα μπορούσε να οδηγήσει η αυξημένη προσφορά ευρώ από την ΕΚΤ για την διαχείριση των προβλημάτων του τραπεζικού κλάδου. Ακόμη και οι δηλώσεις του Mario Draghi, του προέδρου της ΕΚΤ, που εκφράζουν έλλειψη ανησυχίας για την αποδυνάμωση του ευρώ, θα μπορούσαν οδηγήσουν σε πτωτικές κινήσεις για το ενιαίο νόμισμα. 

Η υποχώρηση του ευρώ δεν θα μπορούσε να είναι μία μόνιμη λύση στο χάσμα της παραγωγικότητας που υπάρχει εντός της ευρωζώνης. Θα δώσει όμως, στις συγκεκριμένες χώρες τον απαραίτητο χρόνο για να βελτιώσουν την ανάπτυξη της παραγωγικότητάς τους προτού επιστρέψει το ενιαίο νόμισμα στην ανοδική πορεία που ορίζουν τα θεμελιώδη στοιχεία. Εάν δεν υλοποιηθούν αυτές οι βελτιώσεις της παραγωγικότητας, τότε δεν υπάρχει άλλη λύση από τον τερματισμό της ευρωζώνης με την μορφή που την γνωρίζουμε μέχρι σήμερα. 



*Ο Martin Feldstein είναι καθηγητής Οικονομικών στο πανεπιστήμιο του Harvard και πρώην επικεφαλής των Οικονομικών Συμβούλων των ΗΠΑ, ενώ ήταν και ο οικονομικός σύμβουλος του προέδρου Ronald Reagan.

ΠΗΓΗ: FT.com 


Δεν υπάρχουν σχόλια: