Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2011

Λαϊκιστές,τεχνοκράτες και οι συνταγές της αποτυχίας




   
ΠΗΓΗ: ΕΠΟΧΗ
Η πορεία του ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ στις χώρες του «Νότου»
εντός της ευρωζώνης.

Η κρίση στην ευρωζώνη επεκτείνεται καθημερινά, τροφοδοτούμενη πάντα από την ίδια πηγή: τα προγράμματα λιτότητας, τα οποία ως μοναδική συνταγή επιβάλλονται από το δίδυμο Μέρκελ - Σαρκοζί σε κάθε χώρα που στοχοποιείται από τις αγορές. Η ύφεση πια κάνει έκδηλη την εμφάνισή της και στα περίχωρα της Γερμανίας. Μια συζήτηση έχει ήδη αρχίσει για το μέλλον της Ευρώπης και ειδικότερα της ευρωζώνης και τροφοδοτείται από διάφορες πλευρές. Τίποτα δεν θεωρείται δεδομένο, πλέον, ούτε και η ύπαρξη του ευρώ, τουλάχιστον με τη μορφή που το γνωρίζουμε. Τα ρήγματα που αυτή η συζήτηση ανοίγει στη νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία είναι εμφανή και δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι η υπάρχουσα ισορροπία έχει κλονιστεί αμετάκλητα. Παρά τα διατάγματα Μέρκελ και Σαρκοζί που περιμένοντας τη νίκη του δεξιού ισπανού Ραχόι προετοιμάζονται για μια ακόμα μεγαλύτερη επίθεση, θεωρώντας ότι έχουν κλείσει με τη βοήθεια τεχνοκρατών τις πληγές της πολιτικής τους σε Ελλάδα και Ιταλία. Η «Εποχή» σήμερα παρουσιάζει ένα δείγμα αυτής της συζήτησης.



Του
Μισέλ Ισόν


Η απόφαση του έλληνα πρωθυπουργού να συνδέσει την κύρωση της συμφωνίας της 27ης Οκτωβρίου, στην ευρωπαϊκή σύνοδο κορυφής, με ένα δημοψήφισμα σηματοδοτεί ένα νέο στάδιο στην ευρωπαϊκή κρίση. Μια κρίση που, για να κατανοήσουμε τις αιτίες της και τα διακυβεύματά της, πρέπει να την εξετάσουμε μέσα στη διαχρονικότητά της.
Δεν πρόκειται μόνο για μια κρίση χρέους. Κατά βάθος πρόκειται για κρίση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Διαφαίνεται σήμερα ότι η ίδια η σύλληψη της Ευρώπης μέσα από το νεοφιλελεύθερο πρίσμα ήταν προβληματική. Το ενιαίο νόμισμα ήταν προορισμένο να παίξει το ρόλο του μέσου άσκησης μισθολογικής πολιτικής, από τη στιγμή που ήταν αδύνατο στις χώρες μέλη της ευρωζώνης να καταφύγουν στην υποτίμηση. Αυτή η υποχρέωση νοθεύτηκε ως ένα βαθμό από την υπερχρέωση που ευνόησαν τα χαμηλά πραγματικά επιτόκια και τα αυξανόμενα εξωτερικά ελλείμματα. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας 1995-2005 οι χώρες του ευρωπαϊκού «Νότου» (Ισπανία, Γαλλία, Ελλάδα, Ιρλανδία, Ιταλία, Πορτογαλία) σημείωσαν ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ μεγαλύτερους σχεδόν κατά μία μονάδα από τους ρυθμούς αύξησης των χωρών του «Βορρά» (Γερμανία, Αυστρία, Βέλγιο, Φινλανδία, Κάτω Χώρες). Αυτό, όμως, δεν μπορούσε να διαρκέσει και η κατάσταση ανατράπηκε από το 2006 και μετά (βλέπε πίνακα 1). Μετά την εκδήλωση της κρίσης, με εξαίρεση το 2009, ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ των χωρών του ευρωπαϊκού «Νότου» είναι σαφώς κατώτερος των χωρών του «Βορρά». Η κρίση, λοιπόν, αποκάλυψε την έλλειψη συνοχής που χαρακτηρίζει το ευρωπαϊκό πρότυπο και μεγέθυνε τη διάσταση ανάμεσα στην εξέλιξη των οικονομικών μεγεθών στις διάφορες χώρες.
Η αύξηση του δημόσιου χρέους έχει τρεις αιτίες: είναι αποτέλεσμα της ύφεσης, του κόστους διάσωσης των τραπεζών, αλλά και δηλητηριώδης καρπός της πολιτικής που ακολουθήθηκε για πολλά χρόνια, με κύρια χαρακτηριστικά τη μείωση των φόρων επί των επιχειρήσεων και των πιο πλούσιων νοικοκυριών. Το βίαιο πέρασμα στη δημοσιονομική αυστηρότητα άνοιξε έναν φαύλο κύκλο: μειώνοντας τις δημόσιες δαπάνες σημειώνεται επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας, κι αυτό οδηγεί σε μείωση των δημοσίων εσόδων, τόσο μεγάλη που το δημοσιονομικό έλλειμμα είναι αδύνατο να μειωθεί.

Πορεία ανάμεσα
σε σκόπελους


Το σενάριο της δημοσιονομικής αυστηρότητας επιλέχθηκε ανάμεσα σε διάφορα δυνατά σενάρια. Η επιλογή αυτή σημαίνει αναγκαστική κοινωνική υποβάθμιση για μια μεγάλη χρονική περίοδο, ώστε να μειωθεί σιγά σιγά το βάρος του χρέους μέσω της επιδείνωσης των όρων ύπαρξης της πλειοψηφίας του πληθυσμού. Ήταν σαφές εκ των προτέρων ότι ορισμένες χώρες, και πρώτη απ’ όλες η Ελλάδα, δεν θα μπορούσαν να εξυπηρετήσουν το χρέος τους. Κι αυτό θα ήταν επικίνδυνο για τις υπόλοιπες χώρες, καθώς η αδυναμία αυτή θα ήταν μεταδοτική, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί η ευρωζώνη σε εκρηκτική κατάσταση.
Εδώ και δύο χρόνια οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις οδηγούν στο σκάφος της οικονομίας ανάμεσα σε διάφορους σκόπελους. Ένας από αυτούς ήταν ο αποκαλούμενος από τους οικονομολόγους «ηθικός κίνδυνος»: η μείωση του ελληνικού χρέους θα μπορούσε να εκληφθεί από άλλες χώρες σαν σημάδι που τις εξωθούσε στην απαλλαγή τους από τα μέτρα δημοσιονομικής αυστηρότητας. Μ’ αυτό τον τρόπο το κόστος θα επιβάρυνε τις «ενάρετες» χώρες (κυρίως τη Γερμανία) και οι χρηματοπιστωτικές αγορές θα είχαν την ευκαιρία να κερδοσκοπήσουν πάνω στα χρέη πολλών άλλων χωρών. Αλλά και η διάλυση της ευρωζώνης θεωρείται, επίσης σαν μέγιστος κίνδυνος, και από την πλευρά της Γερμανίας, που σ’ αυτή την περίπτωση θα έχανε τα ανταγωνιστικά της πλεονεκτήματα.
Η συμφωνία της 27ης Οκτωβρίου 2011, όπως και οι προηγούμενες, ήταν μια προσωρινή λύση, που επικύρωνε την άρνηση της Γερμανίας να αλλάξει το καθεστώς της ΕΚΤ, ώστε να της επιτραπεί να χρηματοδοτεί απ’ ευθείας τα κράτη. Το ελληνικό χρέος με τη συμφωνία αυτή θεωρητικά μειώθηκε κατά 50%, αλλά με αντίτιμο την επιβολή καθεστώτος επιτροπείας, μια σκληρότερη δημοσιονομική αυστηρότητα και ένα εκτεταμένο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων.
Τεχνικά, τα αδύνατα σημεία αυτής της συμφωνίας, που μάλλον είναι θνησιγενής, είναι προφανή. Το κούρεμα του χρέους είναι εθελοντικό.
Οι τράπεζες θα προχωρήσουν σε ανακεφαλαιοποίηση, αλλά όχι πολύ γρήγορα, για να μπορέσουν να διατηρήσουν ανέπαφα τα κέρδη τους και τη διανομή μερισμάτων. Όπως έλεγε κάποιος που πήρε μέρος στις διαπραγματεύσεις για τη συμφωνία της 27ης Οκτωβρίου, «δεν χρειάζεται να είσαι παρανοϊκός για να τρομάξεις». Αλλά το πιο τρομακτικό είναι η επιθυμία των κυρίαρχων τάξεων να μεταθέσουν το κόστος της κρίσης στους λαούς της Ευρώπης.

Έξοδος από την ευρωζώνη;

Η έξοδος  από την ευρωζώνη παρουσιάζεται σαν θαυματουργή λύση. Επιτρέπει, λένε, στη χώρα που θα την επιλέξει, για παράδειγμα στην Ελλάδα, να προχωρήσει σε υποτίμηση του εθνικού νομίσματός της και έτσι να αποκαταστήσει την ανταγωνιστικότητά της. Η πρόταση αυτή βασίζεται στη διαπίστωση πως ήταν εσφαλμένο εκ θεμελίων το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, αφού δεν παίρνει υπόψη τις διαφορετικές διαδρομές των διαφόρων χωρών της ευρωζώνης.
Η συνεκτική απάντηση στο πρόβλημα θα ήταν η εφαρμογή ενός μηχανισμού εναρμόνισης: ένας σημαντικός ευρωπαϊκός προϋπολογισμός, μια ενιαία φορολόγηση του κεφαλαίου, κοινωνικά ταμεία σύγκλισης, ευρωπαϊκός κατώτατος μισθός. Αλλά μια τέτοια προοπτική μπορεί να μοιάζει ουτοπική.
Ωστόσο, η έξοδος από την ευρωζώνη δεν είναι καλύτερη λύση: θα ήταν σαν να βάζεις το κάρο μπροστά από τα βόδια κι έτσι να κάνεις ένα στρατηγικό σφάλμα. Γιατί στην πραγματικότητα το δημόσιο χρέος θα αυξηθεί κατά το ποσοστό που θα υποτιμηθεί το νέο νόμισμα, το οποίο θα είναι πια εκτεθειμένο στις κερδοσκοπικές επιθέσεις, χωρίς να διαθέτει μέσα άμυνας. Το αποτέλεσμα θα ήταν να δικαιολογείται μια ακόμα πιο σκληρή πολιτική λιτότητας.
Στη Γαλλία οι οπαδοί της «αποπαγκοσμιοποίησης» δεν εκθειάζουν όλοι την έξοδο από την ευρωζώνη, αλλά έχουν την ίδια προκατάληψη. Καθώς θεωρούν την ελευθερία των συναλλαγών πηγή όλων των δεινών μας, προτείνουν έναν φορολογικό προστατευτισμό, δηλαδή δασμούς στις εισαγωγές. Και σ’ αυτή την περίπτωση ο στόχος είναι η αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας. Δεν μπορεί να δει κανείς πώς ένα τέτοιο μέτρο θα μπορούσε να αποκαταστήσει μια πιο δίκαιη αναδιανομή εισοδημάτων: δεν μπορεί ένας φόρος στις εισαγωγές να κάνει τους εισοδηματίες να απαρνηθούν τα προνόμιά τους. Εξ άλλου, η ανταγωνιστικότητα είναι συνάρτηση πολλών άλλων παραγόντων πέρα από την τιμή των εμπορευμάτων.
Το κυριότερο, όμως, είναι ότι η επιλογή αυτή θα σήμαινε την είσοδο στο έδαφος μιας διπλά διαστροφικής λογικής. Πρώτα απ’ όλα, της λογικής του ανταγωνισμού: μια χώρα δεν μπορεί να βελτιώσει τη θέση της παρά μόνο χάρη σε μια υψηλότερη ανταγωνιστικότητα, που της εξασφαλίζει μεγαλύτερα κομμάτια της αγοράς (και περισσότερες θέσεις εργασίας) σε βάρος γειτονικών χωρών.
Κατά δεύτερον, σημαίνει αποδοχή του παραγωγισμού, σύμφωνα με τον οποίο ο μόνος τρόπος δημιουργίας θέσεων εργασίας είναι η αδιάκοπη οικονομική μεγέθυνση.

Έξοδος από
τον νεοφιλελευθερισμό


Το διπλό στοίχημα είναι η καθιέρωση ενός συσχετισμού δύναμης ευνοϊκού για τον κόσμο της εργασίας και, παράλληλα, η εξάλειψη ενός μέρους, τουλάχιστον, του χρέους. Η πιθανή στρατηγική, λοιπόν, είναι εφαρμογή μέτρων, σε αντίθεση με τους κανόνες του παιχνιδιού που ισχύουν στη νεοφιλελεύθερη Ευρώπη, τα οποία, όμως, αποσκοπούν στην επέκταση των προοδευτικών μέτρων στο σύνολο της Ευρώπης.
Ένα τέτοιο σύνολο μέτρων θα επέτρεπε την αντιμετώπιση της κρίσης υποχρεώνοντας αυτούς που επωφελήθηκαν από το κερδοσκοπικό ντελίριο του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού, να πληρώσουν το λογαριασμό.
Το διακύβευμα είναι πάνω απ’ όλα κοινωνικό και η κατάσταση είναι, τελικά, απλή: χάρη στην απορρύθμιση, μια μικρή μειοψηφία εξασφαλίζει για λογαριασμό της τον παραγόμενο πλούτο, όπως αποκαλύπτει η διεύρυνση των ανισοτήτων. Υπάρχει, όμως, και κάτι περισσότερο: η μειοψηφία αυτή οργανώνει την οικονομία και την κοινωνία με βάση τα δικά της συμφέροντα και διαθέτει την εξουσία να αποφασίζει εκείνη τις κοινωνικές προτεραιότητες, απογυμνώνοντας τους λαούς από κάθε δικαίωμα ελέγχου του μέλλοντός τους. Δεν πρόκειται, λοιπόν, να απαρνηθούν αυτά τα προνόμιά τους χωρίς μια δυναμική κοινωνική παρέμβαση, που θα συνδυάζει την πλανητική αντίληψη με τις τοπικές ή κλαδικές πρωτοβουλίες.
Ο καπιταλισμός βρίσκεται σε αδιέξοδο: το νεοφιλελεύθερο πρότυπο δεν μπορεί πια να λειτουργήσει και η επιστροφή στον καπιταλισμό της «ένδοξης δεκαετίας» του ’30 είναι αδύνατη. Μια προοδευτική έξοδος από την κρίση περνάει μέσα από τη ριζική αμφισβήτηση του καπιταλιστικού συστήματος: η αναδιανομή του πλούτου είναι το άμεσο ζήτημα, αλλά η επίλυσή του οφείλει να εγγραφεί σε συνολική ανατροπή της καπιταλιστικής λογικής. Πρέπει να μας καθοδηγεί η ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών, και με βάση αυτές να προσδιορίσουμε τις αναγκαίες χρήσιμες θέσεις εργασίας, να ευνοήσουμε την ανάπτυξη των μη εμπορευματοποιημένων δημόσιων υπηρεσιών και την εξασφάλιση ελεύθερου χρόνου αντί της αναζήτησης της αποδοτικότητας και της ατομικής κατανάλωσης. Άλλωστε, αυτοί είναι οι ελάχιστοι όροι επιδίωξης των στόχων της μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Αλλά, από τη στιγμή που ένα τέτοιο σχέδιο αμφισβητεί την ίδια τη λογική του καπιταλισμού, χρειάζεται να υποστηριχθεί απαραίτητα από μια ευρύτατη συμμαχία των κοινωνικών κινημάτων, με την ευρεία έννοια.

Δεν υπάρχουν σχόλια: