Τρίτη, 30 Αυγούστου 2011

Η πολιτική συγκυρία και το κίνημα των «αγανακτισμένων»


Πηγή: aformi
του Αγγελου Καλοδούκα

Είναι πλέον στον καθένα προφανές ότι οι μέρες και οι βδομάδες που έρχονται θα είναι καθοριστικές, τόσο για την οικονομική και κοινωνική κατάσταση του κόσμου της εργασίας όσο και για τις εξελίξεις στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό.
Το φάντασμα της χρεοκοπίας του ελληνικού καπιταλισμού διαρκώς επανέρχεται στο προσκήνιο. Η Standard & Poor’s (και δεν είναι η μόνη…) εκτιμά ότι:
«Η Ελλάδα θα οδηγηθεί σε χρεοκοπία μέχρι το τέλος του 2011, εκτίμησε το στέλεχος της Standard & Poor’s, Ντέιβιντ Μπιρς, σε δηλώσεις που έκανε την Δευτέρα στο Πεκίνο.
[…]
Η S&P είχε πει τον Ιούλιο ότι η Ελλάδα θα οδηγηθεί σε μερική χρεοκοπία όταν οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι προωθήσουν το σχέδιο για την αναδιάταξη του ελληνικού χρέους με τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα.
[…]

Ο Ντ. Μπιρς είχε εκτιμήσει, τον προηγούμενο μήνα, ότι η ελληνική πτώχευση είναι αναπόφευκτη, όπως και η έξοδος της χώρας από το ευρώ».[1]
Σύμφωνα με τον Paul Krugman:
«Θα έδινα 50% πιθανότητα να διωχθεί η Ελλάδα από το ευρώ, όχι τόσο μέσω ηθελημένης πολιτικής, αλλά μέσω μιας αλληλουχίας γεγονότων», είπε ο Krugman. Και πρόσθεσε ότι η χώρα ενδέχεται να βιώσει μια τραπεζική κρίση, η οποία θα επιδεινωθεί από την άρνηση της ΕΚΤ να συνεχίσει να δανείζει ρευστότητα. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει στην έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ».[2]
Η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης συνοδεύεται, όπως είναι αναμενόμενο, με την εκτόξευση της ανεργίας πάνω από το 20%.[3] Όλα αυτά συμβαίνουν καθώς η παγκόσμια οικονομία βαδίζει σε μια νέα όξυνση της οικονομικής κρίσης, ένα Double Dip Recession.[4] Το γεγονός αυτό έχει σημάνει συναγερμό στην κυβέρνηση των νεοφιλελεύθερων πολεμάρχων ΓΑΠ-Βενιζέλου:
«Το παιχνίδι δεν έχει τελειώσει και ενδέχεται να δούμε ακόμα πολλά. Έχουμε μια διευρυμένη κρίση στην ΕΕ, αλλά και παγκοσμίως, γύρω από το ζήτημα του χρέους, ιδιαίτερα των ανεπτυγμένων χωρών» πρόσθεσε ο πρωθυπουργός. “Επικρατεί η αβεβαιότητα, η ανασφάλεια στις αγορές, ακόμα και ο φόβος”.[5]
Η όξυνση της οικονομικής κρίσης είχε δυο κρίσιμα πολιτικά αποτελέσματα στο τέλος του φετινού καλοκαιριού. Πρώτον, με αφορμή το νομοσχέδιο για τα πανεπιστήμια της Διαμαντοπούλου άρχισε να διαφαίνεται η δυνατότητα μιας «εθνικής συνεννόησης» μεταξύ της φιλελεύθερης σοσιαλδημοκρατίας, των συντηρητικών της ΝΔ και των ακροδεξιών του ΛΑΟΣ. Μιας συμμαχίας που έχει ευθέως ως στόχο το τσάκισμα κάθε λαϊκής αντίστασης στη νεοφιλελεύθερη λαίλαπα. Δεύτερον, σε συμφωνία με το παραπάνω, έχουμε την κατακόρυφη ενδυνάμωση των κατασταλτικών μηχανισμών: στο υπουργείο Δημόσιας Τάξης (κατ’ οργουελικό ευφημισμό Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη) συζητούν πλέον τη δυνατότητα χρησιμοποίησης εναντίον διαδηλωτών πλαστικών σφαιρών και νερού υπό πίεση…[6]
Σε αυτές τις συνθήκες είναι, θεωρώ, χρήσιμο μια αποτίμηση του κινήματος της προηγούμενης περιόδου και των νέων προοπτικών που ανοίγονται. Κυρίως, μια αποτίμηση του κινήματος των «αγανακτισμένων», που κυριάρχησε την προηγούμενη περίοδο, είναι αναγκαία και για τον επιπλέον λόγο ότι το κίνημα αυτό έχει προκαλέσει αρκετές διχογνωμίες στην Αριστερά.

Οι «αγανακτισμένοι» ως κίνημα
Ι. Η στάση των ΚΚΕ – ΣΥΝ
Η αντιμετώπιση από το ΚΚΕ των «αγανακτισμένων» φέρει όλα τα χαρακτηριστικά της συνολικότερης πολιτικής του κόμματος: «υπεραριστερή» φρασεολογία και κριτική σε κάθε πολιτικό ζήτημα που ανακύπτει και σε κάθε μορφής αντίσταση που αναπτύσσεται, αλλά… για να καταλήξει τελικά το κόμμα σε καθαρά δεξιά πρόταση: η μόνη λύση είναι, η ειρηνική εκλογική άνοδος του ΚΚΕ, οι κοινοβουλευτικές εκλογές ως η κορύφωση της «ταξικής» πάλης!
Έτσι σε ανακοίνωση του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ διαβάζουμε για τις κινητοποιήσεις στις πλατείες:
«Είναι ενθαρρυντικό στοιχείο να βρίσκεται λαός και νεολαία στο δρόμο διαδηλώνοντας τη συσσωρευμένη οργή του».[7]
Αλλά…:
«Το ΚΚΕ με αίσθημα ευθύνης και εμπιστοσύνης απευθύνεται στα λαϊκά στρώματα που βγαίνουν σήμερα στο δρόμο και τους επισημαίνει ότι οι αγώνες που δεν στοχεύουν στους υπεύθυνους και τις αιτίες δεν μπορούν να φέρουν ουσιαστικά αποτελέσματα και τα καλεί να προχωρήσουν αποφασιστικά προς τα εμπρός.
Η γενική απαίτηση «κάτω το μνημόνιο» επί της ουσίας δεν λέει τίποτα, αν δεν γίνει αφετηρία για την παρεμπόδιση κάθε αντιλαϊκής πολιτικής, αν δεν συνοδεύεται με «κάτω τα μονοπώλια, η ΕΕ και τα κόμματα που τα υπηρετούν.
[…]
Τα αντιδραστικά συνθήματα «έξω τα κόμματα, τα συνδικάτα», που προβάλλουν ορισμένα κέντρα και θέλουν να αποκτήσουν απήχηση στο λαό, έχουν ως κύριο στόχο να μπερδέψουν τις λαϊκές συνειδήσεις.»[8]
Ποια είναι η λύση; Μα φυσικά… η οργανωτική και εκλογική άνοδος του ΚΚΕ:
«[Ο λαός] έχει τη δύναμη με την οργάνωση και τη συμμαχία του, με ισχυρό ΚΚΕ, να προχωρήσει αποφασιστικά μπροστά για τη δική του εξουσία, με αποδέσμευση από την ΕΕ και λαϊκή οικονομία…».[9]
Με αυτήν την τακτική (αριστερή φρασεολογία-δεξιά πολιτική) το ΚΚΕ έχει αναδεχθεί σε κατ’ εξοχήν καθεστωτικό κόμμα. Είναι το μόνο κόμμα της Αριστερά που κατήγγειλε το Δεκέμβρη 2008 ως «προβοκατόρικο» και συντάχθηκε με τις δυνάμεις καταστολής του. Οι «αγωνιστικές απεργιακές κινητοποιήσεις» που διοργανώνει είναι καθαρά κομματικές ενώ είναι τόσο «αγωνιστικές» όσο και αυτές των γραφειοκρατών της ΓΣΕΕ. Αποκορύφωμα αυτής της δεξιάς πολιτικής αποτελούν οι διασπαστικές πορείες που διοργανώνει το ΚΚΕ κάτω από αυστηρή περιφρούρηση για δυο λόγους: να μην αναμειχθούν στις πορείες του άλλοι διαδηλωτές ή απεργοί αποδυναμώνοντας με αυτόν τον τρόπο τις δυνατότητες του κινήματος για αποτελεσματική απάντηση στις κυβερνητικές επιθέσεις.
Όταν το κίνημα των πλατειών ήταν στην κορύφωσή του το ΚΚΕ διοργάνωνε πορείες από την Ομόνοια στο Σύνταγμα, φυσικά πάντα με διπλή περιφρούρηση, και από κει, σχεδόν χωρίς στάση, στο σταθμό του μετρό της Ακρόπολις ώστε η ηγεσία να βεβαιώνεται ότι τα μέλη και οι οπαδοί του αποχωρούν ειρηνικά. Τόσο αγωνιστικά…
Σε αντίθεση με το ΚΚΕ η στάση του ΣΥΝ προς το κίνημα των «αγανακτισμένων» ήταν θετική. Σε απόφασή της, η Πολιτική Γραμματεία του ΣΥΝ χαιρέτιζε «τις κινητοποιήσεις του λαού» που εκφράζουν την αντίθεσή τους στις ασκούμενες πολιτικές «λιτότητας και ξεπουλήματος της δημόσιας περιουσίας». Επιπλέον, ο ΣΥΝ:
«[…]με απόλυτο σεβασμό στην αυτονομία του κινήματος, με ανοιχτά αυτιά στην κριτική που ασκεί, προσπαθεί να συμβάλει με τις ιδέες και τη δράση του».[10]
Ωστόσο γρήγορα ήρθε στην επιφάνεια το πολιτικό πρόβλημα του ΣΥΝ:
Σε αντίθεση με το ΚΚΕ που δεν εμπλέκεται σε οποιαδήποτε κινηματική διαδικασία, ο ΣΥΝ αποτελεί μέρος του κινήματος. Τα μέλη και οι οπαδοί του εμπλέκονται, λιγότερο ή περισσότερο, σχεδόν σε όλα τα μεγάλα κινηματικά γεγονότα, από το Δεκέμβρη 2008, την απεργία πείνας των μεταναστών, το κίνημα των πλατειών. Ωστόσο, η τελική προσπάθεια του ΣΥΝ είναι να εκφράσει θεσμικά, κοινοβουλευτικά το κίνημα που σημαίνει να μεταφράσει την εμπλοκή του στο κίνημα σε ψήφους. Αυτή η ακροβασία δεν του έχει βγει πάντοτε σε καλό. Το Δεκέμβρη 2008 δέχθηκε την συντονισμένη επίθεση όλων των καθεστωτικών δυνάμεων (και του ΚΚΕ) ότι «υποθάλπει τη βία». Η ηγεσία του ΣΥΝ έκανε τότε απότομη στροφή καταγγέλλοντας τους «κουκουλοφόρους» και τονίζοντας ότι είναι κόμμα των ειρηνικών κοινοβουλευτικών εξελίξεων.[11] Το τελικό αποτέλεσμα ήταν το κόμμα να χάσει και από τις δυο πλευρές: τόσο από τα δεξιά όσο και από τα αριστερά (πράγμα σύνηθες για την επαμφοτερίζουσα πολιτική του ΣΥΝ…).
Το ίδιο σενάριο επαναλαμβάνεται και σήμερα. Μπροστά στο φόβο η στάση του να του στοιχίσει εκλογικά (όπως συνέβη με τον Δεκέμβρη 2008) το κόμμα κρατά αποστάσεις από οποιαδήποτε βίαιη τροπή του κινήματος των «αγανακτισμένων».[12] Πατώντας σε δυο βάρκες ο ΣΥΝ κινδυνεύει, για άλλη μια φορά, να πέσει στη μέση…

ΙΙ. Μικροαστικό κίνημα;
Ορισμένοι στο χώρο της Αριστεράς προσπάθησαν να «ακτινογραφήσουν» κοινωνικά το κίνημα των «αγανακτισμένων» και να βγάλουν τα (πολιτικά τους) συμπεράσματα.
Ασφαλώς το ζήτημα της κοινωνικής και ιδεολογικοπολιτικής σύνθεσης των «αγανακτισμένων» είναι σύνθετο. Κάποιοι αντιπαραθέτουν το κίνημα που ξέσπασε το Δεκέμβρη του 2008 (που το θεωρούν έκφραση της εργατικής [και της «περιθωριοποιημένης»] νεολαίας) με αυτό των «αγανακτισμένων» (που, βασικά, το θεωρούν έκφραση των μικροαστικών στρωμάτων). Σύμφωνα με αυτή την άποψη, το κίνημα του Δεκέμβρη του 2008 -όπως και αυτό της Βρετανίας του φετινού καλοκαιριού- ήταν ριζοσπαστικό («απόδειξη»… η βιαιότητα τους) ενώ αυτό των πλατειών «ειρηνιάρικο και θεσμικό» («απόδειξη» της μικροαστικής του σύνθεσης).
Θεωρώ μια τέτοια κατηγοριοποίηση σχηματική έως αυθαίρετη.
Ακόμα και αν δεχθούμε ότι στα επεισόδια του Δεκέμβρη του 2008 έλαβε μέρος κατ’ εξοχήν η εργατική ή περιθωριοποιημένη νεολαία (πράγμα που δεν είναι και τόσο ξεκάθαρο -σηκώνει κουβέντα) τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Τα γεγονότα του Δεκέμβρη 2008 είχαν ευρύτατη αποδοχή, που υπερέβαινε κατά πολύ την εργατική ή περιθωριοποιημένη νεολαία. Ήταν έκφραση μιας συσσωρευμένης αγανάκτησης από τη μια, αλλά, εξ’ ίσου κρίσιμα, ως έκφραση μια γενικότερης αριστερόστροφης κίνησης της ελληνικής κοινωνίας. Ήταν η αρχή του τέλους της κυβέρνησης Καραμανλή (της Νέας Δημοκρατίας), που έφερε στην κυβέρνηση το ΠΑΣΟΚ με εντελώς (προεκλογικά) αντινεοφιλελεύθερο πρόγραμμα. Μέρος της σημερινής πολιτικής κρίσης είναι η ξεδιάντροπη εξαπάτηση των ψηφοφόρων από την κυβέρνηση των ΓΑΠ-Βενιζέλου.
Για τους λόγους αυτούς η απήχηση και η «κληρονομιά» του Δεκέμβρη ήταν πολύ πιο διαρκής από όσο κανείς θα περίμενε -για παράδειγμα στους εργασιακούς χώρους συχνά ακούγεται ότι αυτό που χρειαζόμαστε είναι «να τα κάψουμε όπως το Δεκέμβρη του 2008». Σε αντίθεση, η εξέγερση στη Βρετανία μοιάζει να ακολουθεί την πορεία ανάλογων riots («ταραχών») των δεκαετιών του 1970 και 1980. Έρχονται και παρέρχονται μη μπορώντας να αγγίξουν ευρύτερα στρώματα των εργαζομένων.
Επομένως, το «βάθος» του Δεκέμβρη 2008 οφείλεται, πρώτον, στη μεγαλύτερη πολιτικοποίηση που υφίσταται στην Ελλάδα στον κόσμο της εργασίας -και που έκφρασή της είναι η σχετικά μεγάλη κοινοβουλευτική και εξωκοινοβουλευτική Αριστερά, όπως και ο μεγαλύτερος αναρχικός και αντιεξουσιαστικός χώρος στην Ευρώπη. Δεύτερον, στις αντιστάσεις του κόσμου της εργασίας, που κατατάσσουν την Ελλάδα πρώτη μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών σε απεργίες.

ΙΙΙ. Το κίνημα των πλατειών
Το κίνημα των πλατειών, των «αγανακτισμένων», αναπτύχθηκε στα «κενά» της «κληρονομιάς» του Δεκέμβρη 2008 αλλά και στις οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις που ακολούθησαν:
Α) Κενό πολιτικής προοπτικής. Η εξέγερση του Δεκέμβρη 2008 είχε τη μορφή μιας (δικαιολογημένης) βίαιης σύγκρουσης με τις κατασταλτικές δυνάμεις του κράτους. Για να έχει διάρκεια στο χρόνο και επιτυχία (για το κίνημα) μια πολιτική βίαιης σύγκρουσης με τις δυνάμεις καταστολής πρέπει αναγκαστικά να συνδεθεί με μια πολιτική ανατροπής της κυβερνητικής εξουσίας και αντικατάστασής της με μια άλλη. Πράγμα για το οποίο, προφανώς, δεν υπήρχαν οι πολιτικές συνθήκες το Δεκέμβρη του 2008.
Έκτοτε, στους μήνες που ακολούθησαν, οι προσπάθειες ενός τμήματος των αναρχικών εκβιαστικά να «επαναλαμβάνει» σχεδόν σε κάθε διαδήλωση πρακτικές του Δεκέμβρη 2008 οδηγούσε σε αδιέξοδο (και την εύκολη διάλυση από την αστυνομία των περισσότερων διαδηλώσεων με τη χρήση δακρυγόνων και βίας). Σε ένα μεγάλο κομμάτι του κινήματος αναπτύχθηκε η ανάγκη να προστατευθεί από αυτές τις άγονες πρακτικές, χωρίς αυτό κατ’ ανάγκην να σημαίνει ότι το κομμάτι αυτό του κινήματος ήταν «θεσμικό» και «ειρηνιάρικο».
Β) Στο ξεπούλημα της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας. Μέχρι την ανατροπή του νόμου Γιαννίτση[13], η συνδικαλιστική γραφειοκρατία είχε να επιδείξει κάποιες απτές επιτυχίες (έστω και κάτω από την πίεση της εργατικής της βάσης). Από τότε, και με αυξανόμενο βαθμό, η συνδικαλιστική γραφειοκρατία συμβιβαζόταν ή ξεπουλιόταν στα συμφέροντα του κεφαλαίου κυρίως μέσω της πειθάρχησης στην κομματική γραφειοκρατία και ιεραρχία του ΠΑΣΟΚ. Παρά το γεγονός ότι η συνδικαλιστική γραφειοκρατία εξαναγκάστηκε να προκηρύξει αρκετές γενικές απεργίες μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, ήταν σε όλους τους εργαζόμενους καθαρό, ότι αυτό γινόταν ως «ντουφεκιές στον αέρα» πριν την οριστική συνθηκολόγηση των γραφειοκρατών της ΓΣΕΕ. Το τελικό αποτέλεσμα δεν ήταν μόνο ο ευτελισμός της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας αλλά και η «απεργιακή κόπωση» μιας και οι απεργίες δεν οδήγησαν σε κάποια σημαντική νίκη.
Ωστόσο, οι απεργιακές κινητοποιήσεις ριζοσπαστικοποίησαν μεγάλα τμήματα του ελληνικού πληθυσμού, με αποτέλεσμα όταν βρήκαν την ευκαιρία με το κίνημα των «αγανακτισμένων» να πυκνώσουν τις γραμμές τους ως συνέχιση των αγώνων κατά της νεοφιλελεύθερης λαίλαπας. Χωρίς τις απεργιακές κινητοποιήσεις της προηγούμενης περιόδου οι «αγανακτισμένοι» κατά πάσα πιθανότητα δεν θα είχαν τη μαζικότητα που είχαν.
Γ) Ο ευτελισμός συνολικά του κοινοβουλευτισμού. Η άθλια εξαπάτηση των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ με γκεμπελίστικο τρόπο («λεφτά υπάρχουν») δεν οδήγησε μόνο στην απαξίωση αυτού του κόμματος αλλά συνολικά του κοινοβουλευτικού κρετινισμού. Η πλατεία Συντάγματος έγινε έτσι ο «φυσικός» χώρος διαμαρτυρίας απέναντι στις καθεστωτικές δυνάμεις.
Δ) Η όξυνση της οικονομικής κρίσης από το 2008, έφερε στην επιφάνεια και ένα άλλον παράγοντα. Την ανεπάρκεια της Αριστεράς. Από τη θεσμική αντιπολίτευση του ΣΥΝ έως την αυστηρά κοινοβουλευτική (εξ’ ίσου θεσμική) τακτική του ΚΚΕ-παρά τις «αριστερές» του κορώνες. Ούτε η εξωκοινοβουλευτική Αριστερά ξέφυγε. Ένας της κομμάτι εγκλωβίστηκε (συνειδητά) στον ΣΥΡΙΖΑ, ενώ η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ακόμα και τώρα, παρά τα θετικά βήματα που έχουν γίνει, αδυνατεί να συγκροτηθεί ως εναλλακτικός πόλος που θα υπερβαίνει τις συνιστώσες από τις οποίες αποτελείται.
Στα παραπάνω θα πρέπει να προστεθεί η αποφασιστικότητα με την οποία έδρασε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ως έκφραση των συμφερόντων και των επιλογών της άρχουσας τάξης. Για πρώτη φορά από τη μεταπολίτευση, μια κυβέρνηση, πράγματι, προχώρησε παρά το μεγάλο πολιτικό κόστος, σε μέτρα που την φέρνουν ευθέως σε αντίθεση με τη μεγάλη μάζα των ψηφοφόρων της. Αυτό μεταφράστηκε, στο ότι κτυπήθηκαν εκτός από τους εργαζόμενους και κομμάτια συμμαχικά της αστικής τάξης, μικρομεσαία στρώματα. Η αποφασιστικότητα της κυβέρνησης πάρα τις απεργίες και τις γενικότερες αντιδράσεις (σε συνδυασμό με τις αδυναμίες του συνδικαλιστικού κινήματος και της Αριστεράς) οδήγησε ώστε τα μέτρα που ήθελε να περάσει η κυβέρνηση τα πέρασε.
Όλοι αυτοί οι λόγοι οδήγησαν στη μαζικοποίηση του κινήματος των «αγανακτισμένων», που πράγματι έδωσε μια νέα δυνατότητα έκφρασης της αντίστασης του κόσμου. Αλλά… με τα χαρακτηριστικά, τα σημάδια, όλης της προηγούμενης περιόδου:
- Εργατικά και μικροαστικά στρώματα συνυπήρχαν στις πλατείες -πράγμα που από μόνο του κάθε άλλο παρά αρνητικό είναι. Το ζήτημα είναι ποιες ιδέες ηγεμονεύουν. Παρά την ύπαρξη δεξιών (έως ακροδεξιών) ομάδων που προσπάθησαν να ηγεμονεύσουν, το κλήμα στις πλατείες ήταν αριστερόστροφο. Χάρις στην παρέμβαση των αγωνιστών της Αριστεράς, που πάρα και ενάντια στις αντιρρήσεις στην Αριστερά, παρενέβησαν στη μεγάλη τους πλειοψηφία στις πλατείες η συνολικότερη πολιτική των συνελεύσεων (που επηρέαζαν αποφασιστικά το κίνημα) ήταν αριστερή. Προφανώς προς την κατεύθυνση αυτή συνέβαλλαν αποφασιστικά και οι σύντροφοι του αντιεξουσιαστικού χώρου.
- Έμφαση μεν στον «ειρηνικό» χαρακτήρα των κινητοποιήσεων, αλλά, όποτε χρειάστηκε, το κίνημα αυτό αντιμετώπισε με αξιοθαύμαστο τρόπο την αστυνομική κτηνωδία. Αυτή η αντίσταση έφτασε την κυβέρνηση ένα βήμα πριν την κατάρρευση (στις 15 Ιούνη).[14] Το αποτέλεσμα ήταν το κίνημα αυτό να λειτουργήσει οξύνοντας την πολιτική κρίση, εμποδίζοντας τη συναίνεση στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό την επομένη των γεγονότων της 15ης Ιούνη.
- Καχυποψία απέναντι στα κόμματα και τον κοινοβουλευτικό κρετινισμό. Καχυποψία που αφορούσε και τα κόμματα της Αριστεράς.
Επομένως είναι λάθος η άποψη που αναφέρει το κίνημα των πλατειών ως «μικροαστικό» χωρίς να λαμβάνει υπ’ όψιν τα παραπάνω δεδομένα. Πρόκειται για λαθεμένη υπεραπλούστευση των εξελίξεων από την οικονομική κρίση του 2008 και μετά.
Το δίδαγμα για την Αριστερά είναι ότι δεν είναι δεδομένη η κυριαρχία της στα λαϊκά κινήματα. Στην πραγματικότητα ποτέ δεν ήταν. Ακόμα και στις οξυμένες κινηματικές συνθήκες μετά την μεταπολίτευση του 1974, η Αριστερά είχε να αντιπαλέψει τις αυταπάτες για την αριστερίζουσα (τότε…) σοσιαλδημοκρατία του ΠΑΣΟΚ. Τότε μάλιστα, δεν ήταν η Αριστερά που κυριάρχησε στο οργανωμένο εργατικό κίνημα αλλά η ΠΑΣΚΕ -υπό μία έννοια οι μικροαστικές αυταπάτες στο κίνημα.
Η αντίδραση ενάντια στα κόμματα, συμπεριλαμβανομένων και των αριστερών, από ένα μεγάλο κομμάτι των «αγανακτισμένων» δεν είναι απλά μια έκφραση «μικροαστική» ή αποτέλεσμα της δράσης δεξιών και ακροδεξιών στοιχείων -που προφανώς υπάρχουν και δρουν στις πλατείες. Είναι έκφραση όλων των αντιφάσεων που έχει συσσωρεύσει η περίοδος.

Οι «αγανακτισμένοι» ως «ακομμάτιστοι»
Η 15η Ιούνη ήταν, μέχρι αυτή τη στιγμή, η κορύφωση του κινήματος των «αγανακτισμένων». Έκτοτε το κίνημα παρουσιάζει συμπτώματα κόπωσης. Αυτό, αρχικά, δεν είναι περίεργο. Κανένα κινηματικό γεγονός δε διαρκεί στο διηνεκές, μέχρις ότου επιτύχει τους στόχους του. Αν η νίκη δεν έρθει μετά από κάποιο διάστημα επακολουθεί η κόπωση και η υποχώρηση -που σημαίνει μια σχετική απογοήτευση και έλλειψη ξεκάθαρων στόχων και τρόπων επίτευξης τους.
Ωστόσο, η κόπωση αυτή έβγαλε στην επιφάνεια όλες τις αδυναμίες και τα προβλήματα του κινήματος αυτού. Και, ασφαλώς, το κατ’ εξοχήν του πρόβλημα: το χαμηλό επίπεδο πολιτικοποίησης που είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της άρνησης να λειτουργήσουν στο εσωτερικό του, ανοικτά, πολιτικά κόμματα και οργανώσεις.
Είναι κατανοητή, ως αναφέρθηκε παραπάνω, η αγανάκτηση με τα κόμματα εξουσίας και η αδυναμία των αριστερών κομμάτων να πείσουν ως εναλλακτική πρόταση. Ωστόσο ο αποκλεισμός των πολιτικών οργανώσεων, με σημαία την πάλη ενάντια στην «κομματοκρατία», είναι εξαιρετικά προβληματική, αποστερεί δυνάμεις που θα μπορούσαν να βαθύνουν το κίνημα των πλατειών.
Ενώ αρχικά η πάλη ενάντια στην «κομματοκρατία» εμφανίζεται «αυτονόητη» και «ουδέτερη» στην πραγματικότητα δεν είναι. Σε αυτόν τον κόσμο, τίποτα δεν είναι αθώο. Για αυτό το λόγο όποιος είναι «πολιτικά αφελής» (που σημαίνει δεν έχει την πολιτική ή κινηματική εμπειρία ώστε η σκέψη του να είναι ταξικά προσανατολισμένη) γρήγορα γίνεται πολιτικά χειραγωγούμενος.
Ο παραπάνω ισχυρισμός είναι σχεδόν αυταπόδεικτος στη σημερινή παγκόσμια οικονομική κρίση. Η οικονομική κρίση ξεκίνησε από τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας[15] αλλά σήμερα στοχοποιούνται ως υπεύθυνοι (από ΜΜΕ και τους προπαγανδιστές-απολογητές του καπιταλισμού), αναποδογυρίζοντας την πραγματικότητα, το κράτος και τα πολιτικά κόμματα εξουσίας.
Γιατί συμβαίνει αυτό;
Μα… για το προφανές.
Κατηγορώντας μονοσήμαντα το «σπάταλο κράτος», τους «ανεύθυνους [ή και διαφθαρμένους] πολιτικούς» απαλλάσσονται των ευθυνών τους οι ιδιώτες καπιταλιστές, που είναι στην πραγματικότητα, στο επίπεδο της καθημερινής εμπειρίας, η μόνη πραγματική άρχουσα τάξη.
Καθόλου λοιπόν τυχαία, εφημερίδες, ΜΜΕ και ιδιώτες μεγαλοκαπιταλιστές κραυγάζουν ενάντια στην «κομματοκρατία», τη «διαφθορά στο δημόσιο» -όλα εξυπηρετούν, εμφανώς, το στόχο να ανοίξει ο δρόμος για την ιδιωτικοποίηση όλων των δημοσίων επιχειρήσεων.
Είναι λοιπόν προφανές ότι καμιά κραυγή ενάντια στην «κομματοκρατία» δεν είναι αυτομάτως ριζοσπαστική στις σημερινές συνθήκες των άγριων επιθέσεων σε κάθε μορφής δημόσια περιουσία ή δημόσιων υπηρεσιών. Το «κλέφτες-κλέφτες» προς τη βουλή και τους βουλευτές μπορούν κάλλιστα να το συνυπογράψουν (ή τουλάχιστον να το «κατανοήσουν») τμήματα της ακροδεξιάς όπως και ο… Βαρδινογιάννης!
Επιπλέον, η πάλη «ενάντια στην κομματοκρατία» ήταν εξ’ αρχής η αιχμή του δόρατος της προπαγάνδας της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ. Ο ΓΑΠ έχει δηλώσει ότι «είμαστε αντιεξουσιαστές στην εξουσία» και πράγματι είναι: αλλά όχι με την αναρχική ή ριζοσπαστική έννοια, αλλά με την πολύ χειροπιαστή, καπιταλιστική έννοια του όρου: τα πάντα στους ιδιώτες, καμιά κομματική ή συνδικαλιστική παρέμβαση στη λειτουργία της αγοράς, όλα θα λειτουργήσουν καλά αν επιβληθεί η αναρχία της καπιταλιστικής παραγωγής -ο ελεύθερος ανταγωνισμός. Κάτω από αυτή τη λογική, τη λογική του κεφαλαίου, ο μόνος πραγματικός «αναρχικός» είναι… ο ιδιώτης καπιταλιστής!
Ασφαλώς, όσοι στην πλατεία Συντάγματος υποστηρίζουν τον αποκλεισμό των κομμάτων δεν έχουν αναγκαστικά αυτή την ιδεολογία (ευτυχώς…). Το αντίθετο, η πλειοψηφία διακατέχεται από ειλικρινή αισθήματα αγανάκτησης για τον κοινοβουλευτικό κρετινισμό και τις απάτες του. Και το εννοούν στα σίγουρα: θέλουν μια πραγματικά αυτοδιευθυνόμενη κοινωνία, με άμεση εκπροσώπηση και δημοκρατική λειτουργία.
Ωστόσο, και στο σημείο αυτό, χρειάζεται να είναι κανείς αυστηρός (γιατί διαφορετικά κινδυνεύει να βρεθεί να υποστηρίζει πράγματα παρά τις προθέσεις του).
Οποιαδήποτε πράξη αντίστασης, οποιαδήποτε ανατρεπτική προοπτική, προϋποθέτει, στον σύγχρονο κόσμο, κάποια μορφή οργάνωσης (κόμματα, οργανώσεις, αναρχικές ομάδες). Καμιά αυτοοργάνωση δεν μπορεί να τα υποκαταστήσει. Ο λόγος απλός. Ακόμα και στην πιο δημοκρατική και άμεση μορφή οργάνωσης των αγώνων, θα υπάρχουν πάντοτε τεράστιες αποκλείσεις ως προς το «τι κάνουμε»: είμαστε υπέρ ή κατά των ιδιωτικοποιήσεων δημοσίων οργανισμών και επιχειρήσεων, είμαστε υπέρ ή όχι των ιδιωτικών πανεπιστημίων, παύση πληρωμών για το χρέος και κρατικοποίηση τραπεζών ή πλήρης ελευθερία του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Με άλλα λόγια, μόλις τεθούν τα ζητήματα που έχουν σημασία, αμέσως θα φανεί ότι τα ζητήματα είναι κατ’ εξοχήν πολιτικά. Επομένως, αμέσως και αναπόφευκτα, θα ξεπηδήσουν πολιτικές ομαδοποιήσεις και κόμματα.
Όσοι πηγαίνουν στην πλατεία Συντάγματος, δεν προέρχονται από παρθενογέννηση. Πρόκειται για ανθρώπους που ψήφιζαν τα κοινοβουλευτικά κόμματα και θα συνεχίσουν να το κάνουν (η πλειοψηφία τους τουλάχιστον). Ακόμα και όσοι δεν συνεχίσουν να το κάνουν, έχουν πολιτικές απόψεις που ανάλογα με το περιεχόμενό τους εντάσσονται είτε στην Δεξιά είτε στην Αριστερά. Και αυτό επίσης είναι αναπόφευκτο.
Αυτό που θέλω να πω με το προηγούμενο γίνεται πολύ καθαρό στη συζήτηση για τα πανεπιστήμια της 21/8 στην πλατεία Συντάγματος («Πανεπιστήμιο για την κοινωνία και όχι για τις επιχειρήσεις»). Στη διάρκεια της συζήτησης μια ομάδα δεξιών έως ακροδεξιών «ακομμάτιστων» (όπως φαίνεται και στο βίντεο της συζήτησης) εξαπολύουν επίθεση στους πανεπιστημιακούς γιατί δήθεν τα πανεπιστήμια τα διοικούν «οι αριστεροί» ή γιατί με τη μονιμότητα των πανεπιστημιακών καλύπτονται «συντεχνιακά συμφέροντα», δηλαδή οι δήθεν «ακομμάτιστοι» αναπαράγουν επί λέξει την κυβερνητική προπαγάνδα.
Επιπλέον, προσέξτε, αυτό γίνεται όταν τα πανεπιστήμια, παρά τα πολλά και μεγάλα προβλήματα και λειτουργίας και διαφθοράς, παραμένουν ο δημόσιος χώρος με την (μακράν) πιο δημοκρατική λειτουργία στην ελληνική κοινωνία. Ένας χώρος ελεύθερης διακίνησης πολιτικών ιδεών και στον οποίο (κρίσιμα) υπάρχει (υπήρχε…) και το πολιτικό άσυλο. Χάρις στο τελευταίο μετανάστες και πολιτικοί ακτιβιστές έχουν βρει άσυλο και τη δυνατότητα να ακουστούν οι απόψεις τους. Το πολιτικό άσυλο στα πανεπιστήμια δεν το διεκδίκησαν ή το επέβαλλαν κάποιοι «ακομμάτιστοι-απολίτικοι» αλλά, το αντίθετο, δυνάμεις της Αριστεράς, πολιτικοποιημένες και κομματικοποιημένες. Και αυτός είναι ο λόγος που η κυβέρνηση με το νομοσχέδιο της Διαμαντοπούλου καταργεί το πανεπιστημιακό άσυλο ενώ μαζί της συντάχθηκαν τόσο η ΝΔ όσο και το ακροδεξιό ΛΑΟΣ.
Επομένως, η αλήθεια είναι απλή και ορατή: στην πλατεία Συντάγματος και τους «αγανακτισμένους» διεξάγεται ένας πολιτικός αγώνας, μια διαπάλη μεταξύ αριστερών και δεξιών απόψεων και προτάσεων. Και δεν θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά. Τα ζητήματα του μνημονίου και της οικονομικής πολιτικής είναι κατ’ εξοχήν πολιτικά ζητήματα και επομένως είναι ζητήματα πάλης πολιτικών ιδεών.
Γι’ αυτό το λόγο είναι προφανές, σε οποιονδήποτε έχει πάει στην πλατεία Συντάγματος κατά τη διάρκεια των κινητοποιήσεων, ότι σε αυτήν διεξάγεται μια σκληρή και ανοικτή πολιτική πάλη. Ιδέες εθνικιστικές, με ελληνικές σημαίες, προσπαθούν να ηγεμονεύσουν και να κάνουν διακριτή την παρουσία τους σε αντίθεση και σε αντιπαράθεση με αριστερές (και αναρχικές) ιδέες που προσπαθούν να παρέμβουν στη συνέλευση του κάτω μέρους της πλατείας κάνοντας κινηματικές προτάσεις (όπως τη συμμετοχή συνδικαλιστών στις συζητήσεις της συνέλευσης).

Πολιτικοποίηση και πολιτική συγκυρία
Κάποιος θα μπορούσε να αντιτάξει:
«Εντάξει, ας διεξαχθεί η πολιτική αντιπαράθεση, αλλά χωρίς κομματικές ταυτότητες. Αυτό δεν είναι πιο δημοκρατικό;».
Η απάντηση είναι κατηγορηματικά: Όχι!
Προφανώς, θα πρέπει να μην «καπελωθεί» η συνέλευση από οποιαδήποτε πολιτική ομάδα ή κόμμα. Ένα κίνημα είναι μαζικό επειδή ακριβώς επιτρέπει να αναπτύσσονται στο εσωτερικό του πολλές και διαφορετικές απόψεις. «Πολλές και διαφορετικές απόψεις» αντίστασης και πάλης, όχι γενικά και αόριστα πολιτικός πλουραλισμός. Η συμμετοχή στη συνέλευση αγωνιστών της Αριστεράς (και του αντιεξουσιαστικού χώρου), για παράδειγμα, απέτρεψε στο να υπάρχουν στην πλατεία και να προπαγανδίζουν οι ρατσιστές της Χρυσής Αυγής. Ο αποκλεισμός των φασιστών ενισχύει τη δημοκρατία, μιας και καταστέλλει μια πολιτική δύναμη που θέλει να καταργήσει κάθε δημοκρατική διαδικασία.
Εάν, επομένως, τα ζητήματα είναι πολιτικά, τότε η ελεύθερη και δημοκρατική συζήτηση απαιτεί αυτό να γίνεται ανοικτά, ο καθένας να δηλώνει το πολιτικό σκεπτικό με το οποίο επιχειρηματολογεί. Και επειδή η πολιτική δεν διεξάγεται «κατά μόνας», αλλά αποτελεί κοινωνική και συλλογική διαδικασία, πρέπει να δηλώνεται η τυχόν πολιτική ομάδα ή οργάνωση, γιατί αυτό αποτελεί όρο για την ελεύθερη διακίνηση των ιδεών. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι όπου απαγορεύεται η πολιτική ελευθερία, αυτό γίνεται στο όνομα της «μη-πολιτικοποίησης», όπως για παράδειγμα, να μην «αναμειχθεί η πολιτική στην παιδεία», «έξω τα κόμματα από τα πανεπιστήμια» κ.λπ.
Η αναβάθμιση της πολιτικής συζήτησης και αντιπαράθεσης είναι σήμερα για το κίνημα όρος επιβίωσης και ανάπτυξης. Σήμερα, είναι προφανές, ότι η οικονομική κρίση θέτει κυρίως όχι οικονομικά ζητήματα αλλά κυρίαρχα πολιτικά.
Ο νόμος για την παιδεία της Διαμαντοπούλου αποτέλεσε κομβικό σημείο για τις πολιτικές εξελίξεις. Δεν σηματοδότησε απλά έναν νόμο που καταργεί κρίσιμα δικαιώματα για το κίνημα. Ανέτρεψε επίσης την αδυναμία να σχηματιστεί κυβέρνηση «εθνικής ενότητας» της προηγούμενης περιόδου. Η υπερψήφιση του νόμου από ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και ΛΑΟΣ υποδηλώνει την αποφασιστικότητα της άρχουσας τάξης να ολοκληρώσει το νεοφιλελεύθερο Αρμαγεδώνα ενάντια στον κόσμο της εργασίας. Οδεύουμε ολοταχώς σε μια συμμαχία (καθόλου ανίερη) ανάμεσα στη φιλελεύθερη, συντηρητική και ακροδεξιά πτέρυγα των κατεστημένων πολιτικών δυνάμεων που απειλεί τις πολιτικές ελευθερίες, τα πολιτικά και συνδικαλιστικά δικαιώματα των εργαζομένων.
Την αποφασιστικότητα των πολιτικών διαχειριστών του καπιταλισμού να προχωρήσουν στην επίθεση κατά των εργαζομένων παρά το όποιο «πολιτικό κόστος», την εξέφρασε με τον καλύτερο τρόπο ο υπουργός οικονομικών Ευ. Βενιζέλος:
«Ανέλαβα μία ευθύνη, μία δυσβάστακτη ευθύνη, το ξέρετε πολύ καλά ότι αυτό έγινε χωρίς να το επιθυμώ ή να το επιδιώκω και προκειμένου να φέρω σε πέρας αυτή την αποστολή που την θεωρώ εθνική, έχω κατά πάσα πιθανότητα θυσιάσει οποιαδήποτε πολιτική μου προοπτική».[16] [η υπογράμμιση δική μου -ΑΚ].
Αντιλαμβανόμαστε ότι όταν οι κατ’ εξοχήν πολιτικοί εκπρόσωποι του κεφαλαίου κάνουν τέτοιες δηλώσεις, αυτό σημαίνει ότι η πολιτική αντιπαράθεση έχει εκτοξευθεί στην στρατόσφαιρα. Σε αυτές τις συνθήκες όποιος βαυκαλίζεται ότι το πρόβλημα είναι η «κομματοκρατία» και ότι όλα θα τα λύσει η «άμεση δημοκρατία των συνελεύσεων» βρίσκεται μακράν κάθε πραγματικότητας.
Ευτυχώς, η μεγάλη πλειοψηφία όσων συμμετείχαν στα κινήματα των πλατειών, ανεξάρτητα της συμπάθειας προς «αντικομματικές» λογικές, έβγαλαν, λόγω αναγκαιότητας και ενστίκτου επιβίωσης, το σωστό συμπέρασμα. Ότι δεν θα πρέπει να απέχουν σε ενδεχόμενες νέες εκλογές, αλλά αντίθετα να αυξήσουν τη συμμετοχή τους:
«Το “κίνημα των πλατειών” έχει αρχίσει να επηρεάζει δυναμικά την εκλογική συμπεριφορά της περιόδου. Μετά από ένα περίπου χρόνο δημοσκοπικών παρατηρήσεων, για πρώτη φορά καταγράφεται μείωση της πρόθεσης αποχής καθώς και της λευκής / άκυρης ψήφου κατά 15 περίπου ποσοστιαίες μονάδες. Μια ιδιότυπη “επιστροφή” στο ενεργό εκλογικό σώμα εξελίσσεται, η οποία θα έχει – αν βεβαίως συνεχιστεί – καταλυτική επίδραση στο νέο κομματικό σύστημα.
Η μείωση της (δημοσκοπικής) αποχής και του λευκού / ακύρου κατευθύνεται σχεδόν αποκλειστικά στα εκτός “δικομματισμού” κόμματα. Σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα παρατηρείται άνοδος όλων σχεδόν των “μικρών” κομμάτων, με το ΚΚΕ να καταγράφει ποσοστό μεγαλύτερο του 13%, ο ΣΥΡΙΖΑ να ανεβαίνει στο 6.5%, οι Οικολόγοι –Πράσινοι στο 3.5%, η Δημοκρατική Αριστερά στο 3%, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο 1.5%. Ωφελημένο ακόμα είναι και το κόμμα της Δημοκρατικής Συμμαχίας με καταγραφόμενο ποσοστό στο 2%».[17]
Ένας αυξανόμενος, λοιπόν, αριθμός ανθρώπων που συμμετείχαν στο «κίνημα» των πλατειών βγάζει τα σωστά συμπεράσματα: σε μια εποχή που η οικονομική κρίση θέτει ζητήματα μιας «άλλης κοινωνίας», μιας κοινωνίας που να λειτουργεί εξυπηρετώντας τα συμφέροντα των εργαζομένων, το επίδικο είναι εάν υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις που να μπορούν αυτό να το εκφράσουν.
Πολύ περισσότερο, παρ’ όλο που οι απεργιακοί αγώνες ηττήθηκαν την προηγούμενη περίοδο, ένα είναι δεδομένο: οι κυβερνήσεις συνήθως πέφτουν από γενικές απεργίες. Ο λόγος απλός: είναι οι μόνες που μπορούν αποτελεσματικά να γονατίσουν οικονομικά τους καπιταλιστές και να τους εξαναγκάσουν σε συμβιβασμούς.
Αλλά…
…τόσο για να υπάρξει αναζωογόνηση των απεργιακών αγώνων, όσο και για να εκφραστεί πολιτικά η αντίθεση στην κοινοβουλευτική συμμαχία φιλελεύθερων-συντηρητικών-ακροδεξιών, χρειάζονται οι οργανώσεις και τα κόμματα της Αριστεράς (και ο αντιεξουσιαστικός χώρος), όσα προβλήματα και ανεπάρκειες και να έχουν. Πολύ απλά, οι αγωνιστές της Αριστεράς είναι αυτοί που κατ’ εξοχήν εμπλέκονται στους αγώνες αντίστασης και αυτοί που κατά πλειοψηφία τους οργανώνουν κιόλας.
Σε μια συνέλευση του Συντάγματος, στο τέλος του καλοκαιριού, ένας ομιλητής έθεσε το ζήτημα για κινητοποιήσεις ενάντια στο νόμο της Διαμαντοπούλου:
«Θα πρέπει να βγάλουμε ένα ψήφισμα που να καλεί τους φοιτητές, όχι τους κομματικοποιημένους, αλλά τους ανοργάνωτους να έλθουν στην πλατεία και να παλέψουν ενάντια στο νόμο».
Πρόκειται για σίγουρη συνταγή αποτυχίας! Στα πανεπιστήμια, όπως και στους χώρους δουλειάς, το σύνηθες είναι οι «ακομμάτιστοι» να είναι είτε αδρανείς είτε να συμμετέχουν σε εκδηλώσεις αντίστασης που οργανώνουν οι έντονα πολιτικοποιημένοι, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων είναι στρατευμένοι στην Αριστερά γενικά ή είναι οργανωμένοι πολιτικά. Αποκλείοντας τους, το μόνο που κάνεις είναι να ακυρώνεις κάθε πιθανότητα να οργανωθεί αποτελεσματικά η αντίσταση στις επιλογές του κεφαλαίου.
Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν τελικά το κίνημα των «αγανακτισμένων» θα μπορέσει να ανακτήσει μαζικότητα και σε πια βάση. Το «ραντεβού» της 3ης Σεπτεμβρίου είναι κρίσιμο τεστ για τη δυναμικότητα και τη μαζικότητα του κινήματος. Αυτός είναι ο λόγος που πρέπει να είμαστε όλοι εκεί!
Ανεξάρτητα πάντως της εξέλιξης του κινήματος των «αγανακτισμένων, το σίγουρο είναι ότι τα διακυβεύματα της περιόδου απαιτούν κατακόρυφη ανάπτυξη της πολιτικοποίησης και επομένως και των οργανωμένων οικονομικών και πολιτικών αγώνων, πράγμα που συνεπάγεται την εμπλοκή και ανάπτυξη των οργανώσεων της Αριστεράς.
Άγγελος Καλοδούκας

Σημειώσεις


[8] Στο ίδιο.
[9] Στο ίδιο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: