Τετάρτη, 4 Απριλίου 2012

Ό,τι παράγουμε, φτάνει μόνο για το... πρωινό μας




Πολύς λόγος έχει γίνει για τη διατροφική αυτάρκεια στη χώρα μας. Την είχαμε και τη χάσαμε; Φταίει η Κοινή Αγροτική Πολιτική; Φταίνε οι αγρότες; Τι συνέβη τελικά;
Στις πρόσφατες μέρες του πανικού, όταν το σενάριο μια άτακτης χρεοκοπίας αναζωπυρώθηκε πιο δυνατό από ποτέ, τα συλλογικά ανακλαστικά της κατοχής ενεργοποιήθηκαν: «Θα πεινάσουμε;» αναρωτιούνταν όλοι και έτρεχαν να κάνουν με τα τελευταία τους λεφτά μαζικές προμήθειες στα σούπερ-μάρκετ.
Στη σκέψη και μόνο άδειων ραφιών η ελληνική κοινωνία αναρρίγησε.
Σε πρόσφατη συνέντευξή του ο πρώην υπουργός Οικονομικών και νυν αρχηγός του ΠΑΣΟΚ Ευ. Βενιζέλος υποστήριξε για ακόμα μία φορά πως, εάν δεν προχωρούσαμε στη δεύτερη δανειακή σύμβαση και τελικώς χρεοκοπούσαμε ατάκτως, θα βρισκόμασταν αντιμέτωποι με τον εφιάλτη των «άδειων ραφιών».
Η αλήθεια είναι ότι εδώ και δύο δεκαετίες εισήγαμε σωρηδόν πολλά αγροτικά προϊόντα από κάθε σημείο του πλανήτη, προϊόντα που άλλοτε παρήγαμε σε αφθονία. Από το 2000 βέβαια και μετά το κακό παράγινε. Πατάτες από την Αίγυπτο, λεμόνια Αργεντινής, κρεμμύδια από την Τουρκία, φασόλια από τη Λατινική Αμερική, και δεν έχει τέλος ο κατάλογος.

Οι τιμές τους λόγω του ελάχιστου εργατικού κόστους – συγκυριακά τουλάχιστον – ήταν πολλαπλάσια χαμηλότερες, συγκριτικά και με την εγχώρια παραγωγή.
Πώς θα μπορούσε άλλωστε ο Έλληνας αγρότης να ανταγωνιστεί τον Κινέζο; Η λογική «εάν είναι φθηνότερα, ας τα φέρνουμε από το εξωτερικό» είχε βρει πολλούς υποστηρικτές.
Εν τω μεταξύ, οι «ελληνοποιήσεις» έδιναν και έπαιρναν, ενώ η πλειονότητα των Ελλήνων αγροτών είχε εγκλωβιστεί, με τις ευλογίες των εκάστοτε κυβερνήσεων, σε μη ανταγωνιστικές, κατά κύριο λόγο εκτατικές καλλιέργειες, όπως το βαμβάκι και το στάρι που επιδοτούνταν από την Ε.Ε.
Την ίδια ώρα, οι τιμές σε φυτοφάρμακα και λιπάσματα έπαιρναν την ανιούσα, εκτοξεύοντας το κόστος, κάνοντας την εγχώρια παραγωγή όλο και λιγότερο ανταγωνιστική.

Ελλείμματα
Κάπως έτσι φτάσαμε, λίγο πριν από το ξέσπασμα της κρίσης το 2008, το άλλοτε θετικό εμπορικό ισοζύγιο αγροτικών προϊόντων και τροφίμων να έχει μετατραπεί σε αρνητικό, παρουσιάζοντας έλλειμμα της τάξης των 3.043 εκατομμυρίων ευρώ.
Εν ολίγοις, οι εισαγωγές αγροτικών προϊόντων είχαν διπλάσια αξία από την εγχώρια παραγωγή.
Μπορεί η έλευση της κρίσης να περιόρισε τη ζήτηση, οι εισαγωγές να υποχώρησαν και εκ των πραγμάτων να αναγκαστήκαμε να ανοίξουμε αγορές στο εξωτερικό για να διοχετεύσουμε τα προϊόντα μας, όμως τόσο το 2009 όσο και το 2010 το εμπορικό αγροτικό ισοζύγιο παρέμεινε σε δυσθεώρητα ύψη – στα -2.398 εκατομμύρια ευρώ και στα -1.898 εκατομμύρια ευρώ αντίστοιχα.
Διαχρονικά οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν μερίμνησαν για τη διατροφική αυτάρκεια της χώρας ούτε καν στα βασικά αγροτικά προϊόντα. Η επισιτιστική κρίση του 2008 – όταν οι τιμές των σιτηρών, των δημητριακών και του ρυζιού εκτοξεύθηκαν – ανέδειξε το πόσο επικίνδυνο είναι μία χώρα να μη διατηρεί το αναγκαίο ποσοστό αγροτικής παραγωγής για να καλύπτει τις επισιτιστικές ανάγκες του πληθυσμού της.
Σε αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να συνυπολογίσουμε και την κερδοσκοπική δράση των πολυεθνικών κολοσσών που ελέγχουν τις αγορές τροφίμων και σπόρων, έχοντας τη δυνατότητα να προαγοράζουν στα χρηματιστήρια τις ετήσιες παραγωγές ακόμα και ολόκληρων κρατών ή να δημιουργούν τεχνηέντως ελλείψεις σε ορισμένα αγροτικά είδη.
Στις αρχές του χρόνου η ΠΑΣΕΓΕΣ εμφάνισε μία ομολογουμένως καθησυχαστική έκθεση για τη διατροφική αυτάρκεια της χώρας. Στα συμπεράσματα της έκθεσης επισημαινόταν πως η Ελλάδα έχει διατροφική αυτάρκεια σε ποσοστό 94%.
Εάν κάποιος ωστόσο ανέλυε τα δεδομένα αυτής της έκθεσης της ΠΑΣΕΓΕΣ, εύκολα θα μπορούσε να αντιληφθεί πως το ποσοστό αυτάρκειας που αναφερόταν είναι επίπλαστο.
Μπορεί η αυτάρκεια της χώρας μας στις βρώσιμες ελιές να ξεπερνά το 600%, στα σταφύλια το 300% και στα ακτινίδια (!) το 250%, όμως σε μια σειρά άλλων βασικών προϊόντων που κατέχουν δεσπόζουσα θέση στις διατροφικές μας συνήθειες, όπως το χοιρινό κρέας, το βοδινό, το αγελαδινό γάλα, τα όσπρια, η ζάχαρη κ.ά., η αυτάρκεια που έχουμε κυμαίνεται σε πολλές περιπτώσεις χαμηλότερα και από το 50%.
Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με την ΠΑΣΕΓΕΣ, στη ζωική παραγωγή έχουμε ποσοστό αυτάρκειας της τάξης του 73% περίπου, το οποίο όμως διαφοροποιείται στις επιμέρους κατηγορίες προϊόντων, όπως το κρέας, όπου η αυτάρκεια φθάνει μόλις και μετά βίας το 56%, με το μικρότερο ποσοστό να καταγράφεται στο βοδινό κρέας (30%) και το υψηλότερο στο αιγοπρόβειο κρέας (94%). Με άλλα λόγια, εάν θα έπρεπε να καταναλώνουμε μόνο ό,τι παράγουμε, θα έπρεπε να ξεχάσουμε μια και καλή τη μοσχαρίσια μπριζόλα.
Όμως ούτε αυτό γίνεται διότι τα ποσοστά αυτάρκειας της χώρας και στα όσπρια είναι για τα κλάματα: 52,5% στα ρεβίθια, 41,3% στη φακή και μόλις 34,7% στα φασόλια!

Κρίσιμη συγκυρία
Το κίνημα της πατάτας που κατέκλυσε την Ελλάδα, επανέφερε με τον πιο επιτακτικό τρόπο το ζήτημα του προσανατολισμού της αγροτικής μας παραγωγής σε μια βιώσιμη τροχιά, προς όφελος των καταναλωτών και των παραγωγών.
Η συγκυρία είναι πιο κρίσιμη από ποτέ. Η δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία έχουμε περιέλθει στρέφει όλο και περισσότερους συμπολίτες μας στην αναζήτηση εισοδήματος στην επαρχία και ειδικότερα στον πρωτογενή τομέα.
Την ίδια ώρα, μπαίνει στην τελική ευθεία η διαμόρφωση της νέας Κοινής Αγροτικής Πολιτικής της Ε.Ε. που θα καθορίσει τις κοινοτικές στοχεύσεις και φυσικά τις χρηματοδοτήσεις μέχρι το 2020.
Σε αυτό το πλαίσιο οι μικροκομματικές συγκρούσεις, όπως εμφανίστηκαν τις προάλλες κατά τη συνεδρίαση της διακομματικής επιτροπής για τη νέα ΚΑΠ, με τις αντεγκλήσεις του υπουργού Γεωργίας και του επιτελείου της Ν.Δ., δεν έχουν καμία θέση. Τώρα είναι που πρέπει να διεκδικήσουμε την ουσιαστική βελτίωση της εισοδηματικής κατάστασης των παραγωγών, κινούμενοι στους άξονες της ποιότητας και της διαφοροποίησης της αγροτικής παραγωγής.

Δεν υπάρχουν σχόλια: