Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2011

Μεταβιομηχανικές φαντασιώσεις και σύγχρονος καπιταλισμός



ΠΗΓΗ: Aformi
του Αγγ. Καλοδούκα

Η παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008-2009 έφερε στην επιφάνεια χρόνια προβλήματα που συσσωρεύονταν στην οικονομική βάση των ανεπτυγμένων καπιταλισμών του «δυτικού κόσμου». Διαρκώς αυξανόμενα προβλήματα ανταγωνιστικότητας των οικονομιών τους μέσα σε ένα διεθνές οικονομικό περιβάλλον που το χαρακτήριζε ο οξυμένος ανταγωνισμός τόσο ανάμεσα στις ανεπτυγμένες χώρες όσο και από χώρες «αναπτυσσόμενες» -Κίνα, Ινδία, Βραζιλία, και όχι μόνο.
Μέχρι την κρίση του 2008-2009 τα προβλήματα εμφανιζόντουσαν ως «δευτερεύοντα» γιατί, δήθεν, ο καπιταλισμός «έχει αλλάξει». Ζούμε, υποτίθεται, (στις αναπτυγμένες καπιταλιστικά χώρες) σε «μεταβιομηχανικές κοινωνίες» στις οποίες η βιομηχανική παραγωγή «παρακμάζει» και αυτό είναι «φυσιολογικό». Σύμφωνα με αυτό το ιδεολόγημα, πλέον η «κοινωνία της γνώσης» (η πληροφορική, ο τομέας των υπηρεσιών) έχει τη μεγαλύτερη σημασία και η βιομηχανία «μετακινείται» από τις αναπτυγμένες χώρες στις αναπτυσσόμενες χώρες, όπως Κίνα και Ινδία. Σε συνέντευξή του ο (συχωρεμένος πλέον…) Στιβ Τζομπς έλεγε ότι «εμείς βάζουμε το μυαλό [sic!] και αυτοί [οι Κινέζοι] τους μυς».
Τα συσσωρευμένα εμπορικά και κρατικά ελλείμματα των ανεπτυγμένων χωρών κατέδειξαν την κενότητα του ιδεολογήματος περί «μεταβιομηχανικών κοινωνιών» -ένα μεγάλο μέρος της «κοινωνίας της πληροφορικής» ήταν απλώς «φούσκα».

Για τη δημοσίευση που ακολουθεί αφορμή στάθηκαν δυο βιβλία. Το ένα είναι του Χα Τζουν Τσανγκ «23 Αλήθειες που δεν μας λένε για τον καπιταλισμό», εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2011. Το ένατο κεφάλαιο τιτλοφορείται «Δεν ζούμε σε μια μεταβιομηχανική εποχή» και είναι πραγματικά πολύ χρήσιμο για την αποδόμηση των «μεταβιομηχανικών» ιδεολογημάτων. Το δεύτερο βιβλίο είναι των Γιάννη Ευσταθόπουλου και Ηλία Ιωακείμογλου, Ο τομέας των υπηρεσιών, η ανταγωνιστικότητα και η εργασία, Εκδόσεις Ινστιτούτο Εργασίας ΓΣΕΕ–AΔΕΔΥ.

Οι αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες
είναι οι πλέον βιομηχανοποιημένες χώρες
του πλανήτη
Ο σκοπός του ιδεολογήματος «μεταβιομηχανικές κοινωνίες» (πέραν της συγκάλυψης προβλημάτων των ανεπτυγμένων καπιταλιστικά χωρών) είναι να παρουσιάσει ως «ξεπερασμένη» την πάλη των τάξεων. Η εργατική τάξη δεν υφίσταται πλέον, ανήκει σε άλλες παρωχημένες εποχές (όπως αυτές του Μαρξ και του Λένιν). Σήμερα στην «εποχή της πληροφορικής και της γνώσης» οι κοινωνικές τάξεις στο σύγχρονο καπιταλισμό διαχωρίζονται σε «επιχειρηματίες» (που έχουν μια καλή «ιδέα», «γνώσεις») και σε «μισθωτούς» (που… δεν έχουν μια καλή «ιδέα»!).
Στη σημερινή βέβαια συγκυρία της οικονομικής κρίσης και της ανελέητης επίθεσης του κεφαλαίου στον κόσμο της εργασίας, το ιδεολόγημα καταρρέει ως «απόδειξη» για την «κατάργηση» της ταξικής πάλης στο σύγχρονο καπιταλισμό. Η ταξική πάλη υφίσταται και την αντιλαμβάνεται ο κάθε εργαζόμενο στο ίδιο του το πετσί. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να λησμονούμε ότι τα ιδεολογήματα αντιστέκονται πεισματικά σε κάθε οικονομικό στοιχείο ή ανάλυση.
Όσοι λοιπόν έχουν καταπιεί αμάσητο το ιδεολόγημα της «μεταβιομηχανικής εποχής» με έκπληξη και αμηχανία (ενδεχομένως…) θα αντιμετωπίσουν το γεγονός ότι οι αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες του δυτικού κόσμου εξακολουθούν να είναι (μακράν!) οι πλέον βιομηχανοποιημένες χώρες του πλανήτη. Σύμφωνα με την στατιστική υπηρεσία του ΟΗΕ, οι χώρες με τη μεγαλύτερη βιομηχανική παραγωγή στον κόσμο είναι:

Χώρα
1990
1995
2000
2001
2002
2003
2004
2005
ΗΠΑ
1,040
1,289
1,543
1,460
1,471
1,488
1,545
1,493
Ιαπωνία
809
1,217
1,033
857
807
886
962
964
Κίνα
143
299
484
527
573
664
788
895
Γερμανία
437
517
392
389
407
490
566
594
Ηνωμένο Βασίλειο
207
221
230
218
222
239
283
δεν υπάρχουν στοιχεία
Ιταλία
240
226
206
205
218
259
295
291
Γαλλία
200
233
190
185
192
228
256
253
Νότια Κορέα
200
233
190
185
192
228
256
253
Καναδάς
92
100
129
119
120
149
170
196
Βραζιλία
117
149
120
102
95
109
130
171
Ισπανία
108
107
98
100
108
134
153
160
Μεξικό
50
55
107
110
111
104
111
122
Ρωσία
201
104
73
77
54
64
92
117
Ινδία
50
60
67
68
72
84
100
116
Η συμμετοχή στη λίστα σε υψηλές θέσεις της Κίνας και της Ινδίας (και η πράγματι εντυπωσιακή ανάπτυξη της βιομηχανίας τους τα προηγούμενα χρόνια) κάθε άλλο παρά μετριάζει την εντύπωση της κυριαρχίας των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών στη βιομηχανική παραγωγή. Οι δυο αυτές χώρες έχουν πληθυσμό πάνω από ένα δισεκατομμύριο κατοίκους η κάθε μια και η απόλυτη (σε όγκο) βιομηχανική παραγωγή τους είναι, υπό μια έννοια, «φυσιολογική». Αν ωστόσο συγκριθεί η κατά κεφαλήν βιομηχανική παραγωγή(αναλογικά προς τον πληθυσμό) τότε φαίνεται η τεράστια απόσταση (παραγωγικότητας και τεχνολογίας) που τις χωρίζει από χώρες όπως ΗΠΑ, Γερμανία, Ιαπωνία, Βρετανία, Ιταλία.
Το 2009 οι ΗΠΑ εξακολουθούσαν να είναι η πρώτη σε βιομηχανική παραγωγή χώρα με 1,7 τρισεκατομμύρια δολάρια παραγωγή, η Κίνα ακολουθούσε με 1,3 τρισεκατομμύρια δολάρια παραγωγή. Οι στατιστικές προβολές προβλέπουν ότι η βιομηχανική παραγωγή της Κίνας θα φτάσει αυτή των ΗΠΑ είτε το 2014 είτε το 2020-2025, ανάλογα με τις στατιστικά δεδομένα που προβάλουν στο μέλλον.
Ωστόσο ακόμα και εάν αυτό πραγματοποιηθεί (και αυτό το «εάν» είναι υποθετικό) δεν θα αλλάξει με τον ίδιο ρυθμό η ποιοτική διαφορά. Η Κίνα έχει το βιομηχανικό προβάδισμα κυρίως σε χαμηλής τεχνολογίας τομείς όπως η υφαντουργία, η ένδυση, οι μικροσυσκευές. Σε αντίθεση, οι ΗΠΑ προηγούνται στην αεροναυπηγική, βιομηχανικά μηχανήματα, φαρμακευτικό και επιστημονικό εξοπλισμό. Και ασφαλώς, έχουν την πρωτοκαθεδρία στους τομείς του προγραμματισμού και του software που παίζουν καθοριστικό ρόλο στην βιομηχανική παραγωγή ηλεκτρονικών προϊόντων.[1]
Η κενότητα του ιδεολογήματος «μεταβιομηχανικές κοινωνίες» στην περιγραφή των ανεπτυγμένων κρατών γίνεται αντιληπτή και στην περίπτωση χωρών που «παραδοσιακά» χαρακτηρίζονται ως «αποβιομηχανοποιημένες». Για παράδειγμα, χώρες όπως η Ελβετία και η Σιγκαπούρη θεωρείται ότι βασίζονται στις υπηρεσίες, αλλά τα πράγματα δεν είναι ακριβώς όπως φαίνονται:
«Πολλοί πιστεύουν, για παράδειγμα, ότι η Ελβετία ευημερεί χάρη στα κλεμμένα χρήματα που κατέθεσαν οι δικτάτορες του Τρίτου Κόσμου στις τράπεζες της ή πουλώντας κουδούνες και ρολόγια-κούκους σε Ιάπωνες και Αμερικανούς τουρίστες, αλλά στην πραγματικότητα πρό­κειται για μια από τις πλέον βιομηχανοποιημένες χώρες στον κόσμο. Δεν τυγχάνει να παρατηρούμε πολλά προϊόντα που να έχουν κατασκευαστεί στην Ελβετία, επειδή πρόκειται για μια μικρή χώρα (με πληθυσμό γύρω στα 7 εκατομμύρια), οπότε ο συνολικός αριθμός των προϊόντων είναι μικρός, και επειδή εξειδικεύεται σε προϊόντα της παραγωγικής διαδικασίας, όπως μηχανήματα και βιομηχανικά χημικά και όχι σε καταναλωτικά αγαθά που είναι πιο ορατά. Η Ελβε­τία έχει τη μεγαλύτερη βιομηχανική παραγωγή στον κόσμο (η μόνη που μπορεί να την ξεπερνά είναι η Ιαπωνία, ανάλογα με τη χρονιά και τα διαθέσιμα στοιχεία). Η Σιγκαπούρη είναι επίσης μια από τις πέντε πιο βιομηχανοποιημένες οικονομίες του κόσμου (και πάλι με βάση την προστιθέμενη βιομηχανική αξία ανά κάτοικο). Η Φινλαν­δία και η Σουηδία συμπληρώνουν την πεντάδα».[2]

Κρίση και «αποβιομηχανοποίηση»
Παρά ταύτα, είναι γεγονός ότι η συμμετοχή της βιομηχανίας στο ΑΕΠ των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών βαίνει μειούμενη. Για παράδειγμα, η σύνθεση του ΑΕΠ των ΗΠΑ το 2010 ήταν:
Γεωργία: 1.2%
Βιομηχανία: 22.2%
Υπηρεσίες: 76.7%
Πως εξηγούνται αυτά τα νούμερα την ίδια στιγμή που οι αναπτυγμένες καπιταλιστικά χώρες παραμένουν οι πλέον βιομηχανοποιημένες;
Δεν υπάρχει αμφιβολία, ο τομέας των υπηρεσιών παρουσιάζει μεγάλη ανάπτυξη στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ειδικότερα τις τελευταίες δυο-τρεις δεκαετίες οι λόγοι είναι πολλοί:
«Σε ότι αφορά τα νοικοκυριά, πραγματοποιούν μια μετατόπιση της καταναλωτικής ζήτησής τους προς τις υπηρεσίες, για μια σειρά κοινωνικών ή δημογραφικών λόγων: πρώτον, οι οικονομικά ανεπτυγμένες χώρες έχουν εισέλθει σε περίοδο δημογραφικής γήρανσης με αποτέλεσμα την αυξανόμενη ζήτηση για υπηρεσίες υγείας και κοινωνικής φροντίδας, δεύτερον, οι συνθήκες παρατεταμένης ανεργίας και εργασιακής ανασφάλειας εξωθούν τα νοικοκυριά σε αυξανόμενη κατανάλωση υπηρεσιών εκπαίδευσης και κατάρτισης, τρίτον, η αλλαγή της θέσης της γυναίκας στην οικονομία και την οικογένεια οδηγεί σε αυξανόμενη εξωτερίκευση παραδοσιακών λειτουργιών της οικιακής εργασίας η οποία (εξωτερίκευση) προκαλεί ισχυρή ανάπτυξη του κλάδου της εστίασης (αλυσίδες «έτοιμου» φαγητού, fast food κ.λπ.) και της φροντίδας παιδιών και ηλικιωμένων, τέταρτον, η θεαματική ανάπτυξη της βιομηχανίας του θεάματος, της ψυχαγωγίας, των ταξιδιών και των τουριστικών δραστηριοτήτων».[3]
Η σχετική υποχώρηση της βιομηχανικής παραγωγής ως προς το ΑΕΠ στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες δεν περιγράφει ακριβώς ολόκληρη την αλήθεια. Μέρος αυτής της υποχώρησης είναι ζήτημα στατιστικής καταγραφής. Ένα σημαντικό κομμάτι της πληροφορικής ή των τηλεπικοινωνιών θα μπορούσε να καταγραφεί ως βιομηχανία και όχι ως τομέας υπηρεσιών:
«Μια μελέτη της βρετανικής κυβέρνησης ε­κτιμά ότι μέχρι και το 10% της μείωσης της βιομηχανικής απασχό­λησης στη Βρετανία μεταξύ 1998 και 2006 ενδεχομένως και να οφεί­λεται στο γεγονός ότι ορισμένες βιομηχανικές εταιρείες, όταν άρχι­σαν να δραστηριοποιούνται κυρίως στον τομέα παροχής υπηρε­σιών, ζήτησαν από τη στατιστική υπηρεσία να τις αναταξινομήσει ως εταιρείες παροχής υπηρεσιών, παρά το γεγονός ότι εξακολου­θούσαν να ασχολούνται και με ορισμένες βιομηχανικές δραστηριό­τητες».[4]
Πολλοί εργαζόμενοι που σήμερα κατατάσσονται στον τομέα των υπηρεσιών θα μπορούσαν κάλλιστα να καταταχθούν στους «παραδοσιακούς» εργάτες. Το κατώτερο προσωπικό των νοσοκομείων (νοσοκόμες, νοσοκόμοι, καθαρίστριες κ.λπ.), λιμενεργάτες, φορτηγατζήδες, οδηγοί λεωφορείων και τρένων, όλοι αυτοί θεωρούνται εργαζόμενοι στις υπηρεσίες. Υπάρχει ελάχιστη (έως καμία) διαφορά ανάμεσα σε έναν εργαζόμενο σε φαστφουντάδικο (τομέας υπηρεσιών) και έναν που δουλεύει σε μια βιομηχανική μονάδα τροφίμων (βιομηχανικός τομέας).
Η μυθολογία περί «μεταβιομηχανικής κοινωνίας» αποκρύπτει ότι η μείωση του βιομηχανικού τομέα στο ΑΕΠ οφείλεται στη σχετική πτώση των τιμών των βιομηχανικών προϊόντων λόγωπολύ μεγαλύτερης παραγωγικότητας της εργασίας στη βιομηχανία απ’ ότι στον τομέα των υπηρεσιών:
«Το μεγαλύτερο ποσοστό (αν και όχι το σύνολο) της συρρί­κνωσης του βιομηχανικού τομέα από την άποψη της συνολικής πα­ραγωγής δεν οφείλεται στη μείωση σε απόλυτους αριθμούς των παραχθέντων βιομηχανικών προϊόντων, αλλά στην πτώση της τιμής τους σε σχέση με τις τιμές της παροχής υπηρεσιών, οι οποίες διαμορ­φώνονται από την ταχύτερη αύξηση της παραγωγικότητας (απόδο­ση ανά μονάδα παραγωγής).
[…] αν προσαρμόσετε τις μεταβολές σε σχετικές τιμές (ή αν, για να χρησιμοποιήσουμε τεχνικούς όρους, υπολογίσετε σε αμετάβλη­τες τιμές), η συρρίκνωση της βιομηχανίας στις πλούσιες χώρες δεν είναι τόσο έντονη όσο φαίνεται. Για παράδειγμα, στην περίπτωση της Βρετανίας, το ποσοστό της βιομηχανίας επί του συνόλου της παραγωγής, χωρίς να υπολογίσουμε τη σχετική επίδραση των τιμών (ήτοι τις τρέχουσες τιμές), μειώθηκε πάνω από 40% μεταξύ 1955 και 1990 (από 37% σε 21%). Αν, όμως, συνυπολογίσουμε τη σχετική επί­δραση των τιμών, η μείωση περιορίζεται σε λίγο πάνω από 10% (από 27% σε 24%)».[5]
Η κατακόρυφη αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας που έφερε και τη μείωση της απασχόλησης στη βιομηχανία γίνεται φανερή στην αυτοκινητοβιομηχανία. Σήμερα οι εργαζόμενοι στην αυτοκινητοβιομηχανία είναι οκτώ φορές πιο παραγωγικοί απ’ ότι οι συνάδελφού τους τριάντα χρόνια πριν.[6]
Η στατιστική υποχώρηση της βιομηχανίας σε σχέση με τον τομέα των υπηρεσιών στο ΑΕΠ των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών αποκρύπτει τη σημαντική αλληλοδιαπλοκή βιομηχανικού τομέα και υπηρεσιών σε σημείο που να καθίσταται σχεδόν ανέφικτη η στατιστική κατάταξη των επιχειρήσεων:
«Η μεταποιητική βιομηχανία εξαρτάται όλο και περισσότερο, για σημαντικές συνιστώσες της ανταγωνιστικότητάς της, από μια σειρά υπηρεσιών που προμηθεύεται από ένα ιδιαίτερο τμήμα του τριτογενούς, τις «υπηρεσίες για τις επιχειρήσεις» (business services). Αυτό το φαινόμενο σχετίζεται και με το γεγονός της εξωτερίκευσης μιας σειράς εργασιών (outsourcing, subcontracting) που η βιομηχανική επιχείρηση παλιότερα πραγματοποιούσε στο εσωτερικό της και τις οποίες τώρα αναθέτει όλο και περισσότερο σε επιχειρήσεις υψηλής ειδίκευσης και εξειδίκευσης του τομέα των υπηρεσιών (λογιστική, χρηματοοικονομική διαχείριση, marketing, διαχείριση ανθρώπινων πόρων κ.ά.) Η ανταγωνιστικότητα της μεταποίησης εξαρτάται έτσι από την ποιότητα αυτού του ιδιαίτερου τμήματος του τριτογενούς που είναι οι «υπηρεσίες για τις επιχειρήσεις».
[…]
Μέσω αυτής της αυξανόμενης αλληλεξάρτησης των βιομηχανικών επιχειρήσεων και των επιχειρήσεων των υπηρεσιών τείνει να δημιουργηθούν παραγωγικά συμπλέγματα στα οποία συμμετέχουν επιχειρήσεις από αμφότερους τους τομείς. Σε ότι αφορά τον τουρισμό, χαρακτηριστικό είναι ότι δεν εμφανίζεται ως κλάδος ή τομέας σε καμία καθιερωμένη κατάταξη των παραγωγικών δραστηριοτήτων, και τον αποκαλούμε «τουριστικό κλάδο» ή «τουριστική βιομηχανία» μόνον καταχρηστικά, διότι περιλαμβάνει ετερογενείς παραγωγικές δραστηριότητες άλλων κλάδων (ξενοδοχεία, εστίαση, τουριστικά γραφεία, κατασκευές κλπ) που συγκροτούν το παραγωγικό σύμπλεγμα του τουρισμού.
[…]
Η αυξανόμενη αλληλεξάρτηση βιομηχανίας, αγροτικού τομέα και υπηρεσιών, θέτει σε αμφισβήτηση την παραδοσιακή διαίρεση του παραγωγικού συστήματος σε πρωτογενή, δευτερογενή και τριτογενή τομέα».[7]
Συμπερασματικά:
Η φιλολογία περί «αποβιομηχανοποίησης» αποκρύπτει άλλες αιτίες που βρίσκονται στη ρίζα των προβλημάτων των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών:
Ι) Τον αυξανόμενο διεθνώς ανταγωνισμό που συμπιέζει το ποσοστό κέρδους στη βιομηχανία και οδηγεί σε συρρίκνωση της απασχόλησης και κλεισίματα επιχειρήσεων.
ΙΙ) Την παρακμή βιομηχανικών τομέων στις ανεπτυγμένες χώρες (λόγω της ανταγωνιστικής πίεσης από άλλες καπιταλιστικές χώρες, όπως η Κίνα) με αποτέλεσμα ελλειμματικά ισοζύγια πληρωμών και διόγκωση της ανεργίας. Η διαδικασία αυτή δεν περιγράφεται σωστά με τον όρο «αποβιομηχανοποίηση». Τα κλεισίματα βιομηχανικών μονάδων προκύπτουν από το γεγονός ότι δεν είναι ανταγωνιστικές στη διεθνή αγορά (δεν προσφέρουν δηλαδή ένα επαρκές ποσοστό κέρδους στους καπιταλιστές) γεγονός που καμιά ανάπτυξη του τομέα των υπηρεσιών δεν μπορεί να αντισταθμίσει. Πράγμα που γίνεται αντιληπτό στην παρούσα κρίση με την διόγκωση των ελλειμμάτων στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες.
ΙΙΙ) Την κρίση υπερπαραγωγής και υπερσυσσώρευσης που πλήττει τον παγκόσμιο καπιταλισμό συνολικά και αναγκάζει το κεφάλαιο να στραφεί από την παραγωγική διαδικασία προς πιο κερδοφόρες δραστηριότητες όπως είναι ο χρηματοπιστωτικός τομέας και η λεγόμενη κερδοσκοπία. Ωστόσο, όπως σωστά υπογραμμίζει ο Χα Τζουν Τσανγκ, αυτό οδηγεί σε πτώση της συνολικής παραγωγικότητας της εργασίας στην οικονομία, στην τεχνολογική υστέρηση και στα αυξανόμενα εμπορικά ελλείμματα.
Άγγελος Καλοδούκας
Σημειώσεις


[2] Χα Τζουν Τσανγκ «23 Αλήθειες που δεν μας λένε για τον καπιταλισμό», εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2011, σελ. 144-145.
[3] Γιάννης Ευσταθόπουλος, Ηλίας Ιωακείμογλου, Ο τομέας των υπηρεσιών, η ανταγωνιστικότητα και η εργασία, Εκδόσεις Ινστιτούτο Εργασίας ΓΣΕΕ – AΔΕΔΥ.
[4] Στο ίδιο, σελ. 136.
[5] Στο ίδιο, σελ. 132.
[7] Γιάννης Ευσταθόπουλος, Ηλίας Ιωακείμογλου, Ο τομέας των υπηρεσιών, η ανταγωνιστικότητα και η εργασία, Εκδόσεις Ινστιτούτο Εργασίας ΓΣΕΕ – AΔΕΔΥ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: