Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2011

Ευρώ: το ορφανό νόμισμα...


πηγή: Monthly Review
του ΛΟΥΤΣΙΟ ΚΑΡΑΤΣΙΟΛΟ

Μπορεί ένα νόμισμα το οποίο γεννήθηκε από φόβο, αντί από συμφέρον, να επιβιώσει; Το μόνο νόμισμα στην ιστορία χωρίς κράτος να το στηρίζει ήταν μια ανταμοιβή για τη γερμανική ενοποίηση η οποία έγινε αποδεκτή με άγχος και γερμανοφοβία. Για να αντιμετωπισθεί η παρούσα κρίση, η ιδέα μιας νέας «Γερμανικής Αυτοκρατορίας» δεν τίθεται καν στο τραπέζι.

Δεν υπάρχει αυτό που ονομάζεται Ευρώπη. Και δεν υπάρχει καμία περίπτωση η Γερμανία να δημιουργήσει την Ευρώπη για να την καταλάβει. Κάποιος μπορεί να συμφωνεί ή όχι με την προκλητική θέση για την αναγκαιότητα ενός είδους «Γερμανικού Δημοκρατικού Ράϊχ» σαν τη μόνη βιώσιμη μακροχρόνια συνταγή, αν θέλουμε πραγματικά να αποφύγουμε την κατάρρευση του ευρώ. Το θέμα είναι ότι μια νέα «Γερμανική Αυτοκρατορία», μια εκσυγχρονισμένη εκδοχή της αντίστοιχης μεσαιωνικής, στην οποία ηγήθηκε ο φωτισμένος αυτοκράτορας Φρειδερίκος ΙΙ, είναι απλά εκτός συζήτησης.


Η ελληνική κρίση μας δίνει μια αναλυτικά άριστη –αν και οικονομικά και γεωπολιτικά τραγική– ευκαιρία να φωτίσουμε τη βαθειά ριζωμένη ευρωπαϊκή υποκρισία και να αντιμετωπίσουμε τα κομβικά ζητήματα τα οποία δημιουργούν τριγμούς σε αυτό που απερίσκεπτα αποκαλούμε «Ευρώπη». Θα ξεκινήσουμε με τα προβλήματα που ταλανίζουν το αποκαλούμενο «κοινό νόμισμά» μας, δηλαδή το ευρώ, ένα από τα δώδεκα νομίσματα που κυκλοφορούν αυτή την εποχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ).

Πριν από είκοσι χρόνια, η ξαφνική κατάρρευση του «σιδηρού παραπετάσματος» αιφνιδίασε τους πάντες. Η μέση αντίδραση μεταξύ των Ευρωπαίων ηγετών ήταν καθαρό άγχος. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τα τρία μεγάλα εθνικά κράτη: τη Μεγ. Βρετανία, τη Γαλλία και την Ιταλία. Η Μάργκαρετ Θάτσερ, ο Φρανσουά Μιττεράν και σε μικρότερο βαθμό ο Τζούλιο Αντρεότι, οι ηγέτες εκείνης της εποχής, ήταν κάτι περισσότερο από φοβισμένοι από την προοπτική μιας «Μεγάλης Γερμανίας» –ή ακόμη χειρότερα ενός «4ου Ράιχ»–, η οποία θα αναδυόταν στο κέντρο της μικρής ευρασιατικής χερσονήσου, την οποία από τον 18ο αιώνα μας αρέσει να αποκαλούμε Ευρώπη – τον ίδιο χώρο που οι Ρώσοι γεωγράφοι αποκαλούσαν κάποτε Εξωτερική Ασία.

Οι ιδιωτικές, και κάποιες φορές δημόσιες αντιδράσεις, της μεγάλης πλειοψηφίας των Ευρωπαίων ηγετών για το ότι η πτώση του Τείχους του Βερολίνου άνοιγε δρόμο για μια απίστευτα γρήγορη ενσωμάτωση της Ανατολικής Γερμανίας στη Δυτική, ήταν πολύ αποκαλυπτικές. Οι Ευρωπαίοι φοβήθηκαν τον «εθνικό χαρακτήρα» της οικονομικά και δημογραφικά ηγεμονικής χώρας της Ηπείρου. Οι ηγεσίες είχαν την τάση να σκέπτονται ότι οι Γερμανοί του τέλους του 20ού αιώνα δεν ήταν και τόσο διαφορετικοί από εκείνους που κάποτε κυβερνήθηκαν από τον Γουλιέλμο ΙΙ ή από τον Αδόλφο Χίτλερ. Ρατσιστές ιμπεριαλιστές, στους οποίους δίνεται η ευκαιρία να προωθήσουν τα επεκτατικά όνειρά τους μέσα από τη δύναμη της οικονομίας και του νομίσματός τους.

Παρά τις πολιτικές και ιδεολογικές διαφωνίες τους, η Θάτσερ και ο Μιττεράν πίστευαν σθεναρά στους «εθνικούς χαρακτήρες», μια ντετερμινιστική θεωρία η οποία παράγει μια κυκλική αντίληψη της ιστορίας, σύμφωνα με την οποία οι τραγωδίες είναι καταδικασμένες να αναπαράγονται κυκλικά. Στις 24 Μαρτίου 1990 η Θάτσερ συμμετείχε σε ένα κλειστό σεμινάριο στο Τσέκερς. Στην ημερήσια διάταξη βρισκόταν η συζήτηση μεταξύ έγκριτων ιστορικών και ειδικών για τη σύγχρονη Γερμανία για το θέμα των «ίδιων παλαιών Ούνων». Το κύριο γεωπολιτικό θέμα που διακυβευόταν ήταν το εξής: «Ποια θα είναι η τάση μιας ενωμένης Γερμανίας; Παρά τους ισχυρισμούς για το αντίθετο, θα μετακινηθεί αναπόφευκτα, και όπως έκανε και στο παρελθόν, προς μια γεωγραφική και εδαφική επικυριαρχία; Ή θα ικανοποιηθεί με τη δημιουργία κάτι ευρύτερου από τη Γερμανία;». Είναι βέβαιο ότι κατά τη διάρκεια του σεμιναρίου αναφέρθηκαν οι ακόλουθες ιδιότητες σαν αναπόσπαστο κομμάτι του γερμανικού χαρακτήρα: άγχος, επιθετικότητα, κατηγορηματικότητα, εριστικότητα, εγωτισμός, κόμπλεξ κατωτερότητας, συναισθηματικότητα – η τελευταία θα ήταν περισσότερο ανεκτική από όλες, σύμφωνα με τα βρετανικά πρότυπα.

Την ίδια περίοδο, ο Μιττεράν προσπαθούσε απεγνωσμένα να αναστηλώσει την καταρρέουσα Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας. Έφθασε στο σημείο να πραγματοποιήσει μια επίσημη επίσκεψη στα κομμουνιστικά ανδρείκελα του Ανατολικού Βερολίνου τον Δεκέμβριο του 1989, την πρώτη και μόνη στην ιστορία από έναν Γάλλο πρόεδρο στην πιο δυτική επαρχία της πάλαι ποτέ σοβιετικής αυτοκρατορίας. Ο Μιττεράν έστειλε επίσης τον κύριο σύμβουλο του Ζακ Ατταλί στη Μόσχα, προσπαθώντας να δημιουργήσει μια γαλλοσοβιετική (δηλαδή αντιγερμανική) στρατιωτική συμμαχία – ένας πραγματικά περίεργος εναγκαλισμός μεταξύ ενός μέλους του ΝΑΤΟ και του ηγέτη του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Με βάση τα λόγια –σε ιδιωτικό επίπεδο– του Μιττεράν, το 1913 είχε επιστρέψει. Βρισκόμασταν μπροστά στον Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το έναυσμα ήταν ο ίδιος παλαιός γερμανικός ιμπεριαλισμός, ο οποίος αναπόφευκτα θα προέκυπτε από την ενοποίηση των δύο γερμανικών κρατών που δημιουργήθηκαν το 1949 μέσα στο κλίμα του Ψυχρού Πολέμου.

Αυτό ήταν το κλίμα μέσα στο οποίο γεννήθηκε το ευρώ το 1999. Σαν κύριο απότοκο της Συνθήκης του Μάαστριχτ –η οποία υπογράφηκε στις 11 Δεκεμβρίου 1991– είχε ως στόχο την έναρξη της διαδικασίας νομισματικής ενοποίησης μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ. Το ευρώ είναι παιδί πολλών πατέρων –δηλαδή κανενός– αλλά ουσιαστικά της γερμανοφοβίας που κατείχε τους περισσότερους Δυτικοευρωπαίους ηγέτες (και σε κάποιο βαθμό και από μια μερίδα του δυτικογερμανικού κατεστημένου). Όπως υποστηρίζει ο Βρετανός αναλυτής Λάρυ Σίντεντοπ: «Οι Γάλλοι ηγέτες ξεκαθάρισαν στους Γερμανούς ομολόγους τους ότι η νομισματική ένωση ήταν εκ των ων ουκ άνευ για την αποδοχή από την πλευρά της Γαλλίας της γερμανικής ενοποίησης».

Το τίμημα το οποίο η Γερμανία πλήρωσε στην Ευρώπη (ουσιαστικά στη Γαλλία) για την ενοποίησή της ήταν η αντικατάσταση του μάρκου και της Μπούντεσμπανκ –τα οποία αποτελούσαν ντε φακτο το ευρωπαϊκό νόμισμα και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα– από το ευρώ και την ΕΚΤ με έδρα τη Φρανκφούρτη. Ο Κολ μετά από κάποιους δισταγμούς, αποδέχθηκε τη συμφωνία, παρά την έντονη αν και καλά κρυμμένη διαμάχη μεταξύ του χρηματοπιστωτικού, οικονομικού και πολιτικού κατεστημένου της Γερμανίας. Όλα αυτά έγιναν αντίθετα με τη γνώμη της πλειοψηφίας των 2/3 των Γερμανών, οι οποίοι δεν έβλεπαν το λόγο να θυσιάσουν το αγαπημένο τους μάρκο για τη δόξα της Ευρώπης.

Ο Κολ αρχικά προσπάθησε να επιβάλλει στους Ευρωπαίους εταίρους του την ιδέα ότι το νέο νόμισμα θα πρέπει να περιοριστεί στις «ενάρετες» χώρες. Για το λόγο αυτό, μια ομάδα των αποκαλούμενων οικονομικών «κριτηρίων» προστέθηκε στη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Αλλά όπως πάντα στην Ευρώπη, οι κανόνες ήταν επαρκώς ασαφείς, έτσι ώστε να γίνεται αναγκαία μια πολιτική ερμηνεία τους, βασισμένη στη σχετική ισχύ των κρατών-μελών. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να έχουμε σήμερα 16 από τις 27 χώρες της ΕΕ που χρησιμοποιούν το ευρώ σαν επίσημο νόμισμα. Σε αυτές περιλαμβάνονται η Ελλάδα και τα άλλα αποκαλούμενα PIIGS (Πορτογαλία, Ιταλία, Ιρλανδία, Ισπανία). Χώρες οι οποίες σε αντιστροφή της εφαρμογής των γαλλικών και βρετανικών θεωριών για τον γερμανικό «εθνικό χαρακτήρα», θεωρούνται εξ ορισμού ως μη αξιόπιστες.

Επομένως, μπορεί κάτι που να θυμίζει «Ευρώπη» να παραχθεί από το ευρώ, όπως πίστευαν κάποιοι φιλοευρωπαίοι ηγέτες στη δεκαετία του ’90, και ίσως εξακολουθούν ακόμη να το πιστεύουν; Αυτός ο ακραίος λειτουργισμός με βάση τον οποίο η οικονο-νομισματική λειτουργία γεννά μια πολιτική ένωση (δηλαδή μια Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία ή κάποια άλλη μορφή ευρωπαϊκού κράτους), ήταν καταδικασμένος σε αποτυχία πολύ πριν από την ελληνική κρίση.

Το ευρώ δεν μπορεί και δεν θα έπρεπε να μπορεί να δημιουργήσει ένα ευρωπαϊκό κράτος. Αποτελώντας το νομισματικό υποπροϊόν του ευρωπαϊκού φόβου για τη Γερμανία –σήμερα λιγότερο ορατός, αλλά δεν έχει εξαλειφθεί πλήρως– το μόνο νόμισμα στην ιστορία χωρίς κράτος, μπορεί να διασωθεί μεσοπρόθεσμα, μόνο μέσω μιας γεωπολιτικής συμφωνίας. Δηλαδή, από μια «συμμαχία των πρόθυμων ενάρετων» εταίρων της ευρωζώνης για να δημιουργήσουν κοινούς πολιτικούς θεσμούς. Μια πολιτική και οικονομική ενιαία κυβέρνηση για το «ενιαίο νόμισμα». Αυτή πιθανώς θα περιλαμβάνει τη Γερμανία, τη Γαλλία, τις χώρες της Μπενελούξ, την Αυστρία και κάποιες από τις μικρές χώρες της κεντρικής Ευρώπης, όπως η Σλοβακία η οποία ήδη εμπεριέχεται στη γερμανική σφαίρα οικονομικής επιρροής. Μια Kerneuropa, ένα Ευρωπαϊκό Κέντρο μέσα στην ΕΕ. Κάτι το οποίο θα προσεγγίζει τη «Γερμανική Αυτοκρατορία», επενδεδυμένη με ένα οικονομικό-νομισματικό μανδύα. Θεωρητικά, μια ορθολογική και βιώσιμη λύση στα προβλήματά μας.

Παρ’ όλα αυτά, δεν θα στοιχημάτιζα σε κάτι παρόμοιο. Σαν Ιταλός ίσως να είμαι προκατειλημμένος. Ανήκω σε ένα έθνος, το οποίο σύμφωνα με τον γερμανικό εθνομονεταρισμό δεν θα έπρεπε ποτέ να ονειρευθεί ότι μπορεί να ολοκληρώσει τα κριτήρια συμμετοχής στο ευρωπαϊκό κέντρο. Σύμφωνα με αυτή, την επίσημα μη αναφερόμενη, αλλά βαθειά ριζωμένη αντίληψη, είμαστε μέλη της ευρωζώνης γιατί πάντα εξαπατούσαμε και εξακολουθούμε να το κάνουμε, παραποιώντας τον προϋπολογισμό μας και χαλκεύοντας τις οικονομικές στατιστικές μας. Ακόμη χειρότερα, αν θέλουμε να παραμείνουμε στη διακεκριμένη «ενιαία» νομισματική περιοχή, θα πρέπει να απαλλαγούμε από τις νότιες περιοχές μας.

Υπάρχει όμως μια περισσότερο λογική εξήγηση στο σκεπτικισμό μου για τη λύση του «Ευρωπαϊκού Κέντρου». Αντίθετα με αυτά που πιστεύουν οι γερμανόφοβοι, οι Γερμανοί έχουν ηγετικό έλλειμμα να προτείνουν οποιοδήποτε είδος τολμηρού ευρωπαϊκού οράματος. Δεν είναι λιγότερο, αλλά περισσότερο τοπικιστές από τους Γάλλους ή τους Ιταλούς. Απλά, δεν θέλουν να αναλάβουν την υπόλοιπη Ευρώπη, ακόμη και ένα μικρό μέρος της, γιατί δεν είναι προετοιμασμένοι να αναλάβουν το πολιτικό και οικονομικό τίμημα που συνεπάγεται αυτή η προσπάθεια.

Δεν θα μου δημιουργούσε έκπληξη αν κάποια ημέρα η κ. Μέρκελ, γράφοντας τα απομνημονεύματά της θα εξηγούσε τη διστακτικότητα της Γερμανίας να αναλάβει μια πραγματική ευρωπαϊκή υπευθυνότητα, αναφερόμενη στην περίφημη αποχαιρετιστήρια ομιλία του Τζωρτζ Ουάσιγκτον. «Δεν θα ήταν σοφό», υποστήριξε με σύνεση ο πρώτος Αμερικανός πρόεδρος, «να εμπλακούμε, με τεχνητά δεσμά στις συνήθεις μεταστροφές της [ευρωπαϊκής] πολιτικής της, ή σε συνηθισμένες εμπλοκές και συγκρούσεις που προκύπτουν από τις φιλίες και τις εχθρότητές της». Ακόμη και αν οι Γερμανοί δεν απολαμβάνουν την «απομονωμένη και απόμακρη κατάσταση» που επέτρεψε στους θεμελιωτές των ΗΠΑ να διατηρήσουν μια στάση «μακριά από την Ευρώπη» (όχι πολύ διαφορετική από αυτή του Ομπάμα!), δεν αισθάνονται ακόμη μια επείγουσα ανάγκη να κουβαλήσουν το βάρος των άλλων Ευρωπαίων.

Οι Ευρωπαίοι, οι οποίοι δεν ήθελαν να ενοποιηθεί η Γερμανία με ειρήνη και ελευθερία, δεν μπορούν να ζητούν από τη Γερμανία να τους ενοποιήσει εν ονόματι του όχι και τόσο αγαπημένου «ενιαίου» νομίσματος, το οποίο οι ίδιοι επέβαλαν στον απρόθυμο γερμανικό λαό. Επομένως, ας ξεχάσουμε τα περί Ευρώπης.

Δεν υπάρχουν σχόλια: