Κυριακή 15 Μαΐου 2011

Το αδιέξοδο... της εξόδου από το ευρώ



Πηγή: Αυγή
του Κ. Καλλωνιάτη
Πριν από διακόσια περίπου χρόνια αναπτύχθηκε στη Βρετανία ένα κίνημα εργατών, οι αποκαλούμενοι Λουδίτες, οι οποίοι έσπαγαν τις μηχανές των υφαντουργείων κυρίως, αποδίδοντας σε αυτές την απώλεια των θέσεων εργασίας τους. Αναφερόμενος σε αυτούς ο Μαρξ έγραψε στον πρώτο τόμο του "Κεφαλαίου" ότι το κίνημα των Λουδιτών "πρόσφερε στην αντιγιακωβίνικη κυβέρνηση των Σίντμουθ, Κέσλρι κ.λπ., το πρόσχημα για να πάρει τα πιο αντιδραστικά μέτρα βίας." Το κίνημα των Λουδιτών είχε αγνές προθέσεις. αλλά κοίταζε σε λάθος κατεύθυνση, εντοπίζοντας τον εχθρό στα άψυχα, αλλά ορατά εργαλεία - μηχανές και όχι στις απρόσωπες ταξικές σχέσεις που τα κινούσαν.


Μακρινοί τους συγγενείς μοιάζουν να είναι σήμερα οι υποστηρικτές της εξόδου από το ευρώ. Εστιάζουν την πολεμική τους σε ένα νομισματικό εργαλείο όπως είναι το ευρώ, αποδίδοντας στην αρχιτεκτονική του την πηγή των δεινών της ελληνικής οικονομίας, ξεχνώντας πως για το εργατικό κίνημα το ζητούμενο δεν είναι «μέσα ή έξω από το ευρώ» -όπως δεν ήταν 30 χρόνια πριν το «μέσα ή έξω από την ΕΟΚ» του Ανδρέα Παπανδρέου-, αλλά η αλλαγή των σχέσεων εκμετάλλευσης στην παραγωγή και την κοινωνία σε Ελλάδα, Ευρώπη και όλο τον κόσμο.
Βεβαίως, συνδέουν την έξοδο από το ευρώ με την πράγματι αναγκαία διαγραφή μεγάλου μέρους του κρατικού χρέους της χώρας, λέγοντας πως απαιτείται γι' αυτό μονομερής στάση πληρωμών, η οποία με τη σειρά της οδηγεί σε έξοδο από το ευρώ, υποτίμηση της δραχμής, κρατικοποιήσεις τραπεζών, εκτύπωση χρήματος, ελέγχους στην κίνηση κεφαλαίων και εξωτερικού εμπορίου, φορολόγηση πλουσίων και κεφαλαίου, άσκηση ενεργού βιομηχανικής πολιτικής και αναζήτηση νέων διεθνών συμμαχιών. Κοντολογίς, με αφορμή την ανάγκη αντιμετώπισης του κρατικού χρέους βγάζουν από την τσέπη -εν είδει μαθηματικής ακολουθίας και, κατ' επέκταση, «αντικειμενικής αναγκαιότητας» - μία ολοκληρωμένη πολιτική πλατφόρμα - προκάτ την οποία εμφανίζουν ως "μεταβατικό πρόγραμμα" προπαγανδίζοντάς την ως τη μοναδική εναλλακτική λύση. Φθάνουν, δηλαδή, σε ένα μοντέλο κρατικού καπιταλισμού που θεωρούν ότι ανοίγει τον δρόμο προς τον σοσιαλισμό μέσα από καθαρά οικονομικές διαδικασίες.
Τη λύση της αναδιαπραγμάτευσης για τη διαγραφή μεγάλου μέρους του χρέους εντός της Ευρωζώνης την παρακάμπτουν θεωρώντας τη ρεφορμιστική ουτοπία, γιατί λέει οι τράπεζες και οι πολιτικοί τους εκπρόσωποι ουδέποτε θα συναινέσουν και γιατί, για να είναι επαναστατικά ωφέλιμη για τη χώρα η κίνηση, πρέπει να τους επιβάλουμε τη διαγραφή με παύση πληρωμών. Την δε έξοδο από το ευρώ την προκρίνουν, γιατί πιστεύουν πως έτσι θα γονατίσουμε το ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα και τον παγκόσμιο καπιταλισμό...
Η προσέγγιση όμως αυτή στα ζητήματα της μετάβασης στον σοσιαλισμό ενέχει πολλαπλά στοιχεία οικονομισμού, πέρα από εσωτερικές λογικές ασυνέπειες και αντιφάσεις. Ο λόγος είναι πως δεν υπάρχει καμία αυτόματη οικονομική διαδικασία "διολίσθησης" στον ‘κρατικοκαπιταλιστικό' δρόμο για τον σοσιαλισμό. Ακόμη και το σοβιετικό μοντέλο, όπως έδειξε η ιστορία, διαμορφώθηκε μέσα από κοινωνική επανάσταση και σκληρή ταξική πάλη με κεντρικό στοιχείο της τον συνεχή πολιτικό παρεμβατισμό. Το σύνθημα π.χ. της παύσης πληρωμών το έριξαν οι μπολσεβίκοι μόνο μέσα σε προεπαναστατικές συνθήκες. Στην Ελλάδα ορισμένοι θεωρούν αυτονόητο να το χειρίζονται σαν ψωμοτύρι, ανεξάρτητα από το επίπεδο συνείδησης των μαζών και την πολιτική συγκυρία.
Όμως και η οικονομική βάση της λογικής των "νεολουδιτών" μας υποφέρει σε πολλά σημεία. Γιατί, προκειμένου να διακρίνουν μεταξύ "κακού" (Ευρωζώνη υποτέλειας) και "καλού" (αυτοδύναμα εθνικά κράτη) καπιταλισμού ώστε να τεκμηριώσουν την έξοδο από το ευρώ, προσφεύγουν στην τριτοκοσμική θεωρία «Κέντρου-Περιφέρειας» των Φρανκ, Αμίν κ.λπ. προσαρμόζοντάς την στα πλαίσια της Ευρωζώνης. Η "εσφαλμένη αρχιτεκτονική' της Ευρωζώνης -η οποία είναι όντως ελαττωματική γιατί έχει μείνει δημοκρατικά και δημοσιονομικά ανολοκλήρωτη, βασισμένη στη λογική της αγοράς που οδηγεί στην άνιση και κάθετα ιεραρχημένη νομισματική και εμπορική ένωση- ανάγεται σε δύο παγιοποιημένα και ομογενή αντιθετικά υποσύνολα, αυτό του ευρωπαϊκού Κέντρου (Γερμανία, Γαλλία, Ολλανδία, Δανία κ.λπ.) και το άλλο της ευρωπαϊκής Περιφέρειας, στην οποία εντάσσουν τις προβληματικές δημοσιονομικά και μη ανταγωνιστικές χώρες (βλ. Ελλάδα, Πορτογαλία, Ιρλανδία, Ισπανία). Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, οι χώρες της περιφέρειας πρέπει να σπάσουν τα δεσμά με το κέντρο για να μπορέσουν να αναπτυχθούν. Διαφορετικά θα παραμείνουν δέσμιες σε καθεστώς ημιαποικιακής εξάρτησης από το κέντρο. Με τη θεωρία της εξάρτησης που αναπτύσσουν, πηγή των ελληνικών προβλημάτων καθώς και των άλλων ευρωπαϊκών περιφερειακών χωρών (χαμηλή ανταγωνιστικότητα, αποβιομηχάνιση, ελλειμματικότητα, υπερχρέωση) είναι το γερμανικό μοντέλο παραγωγής που λόγω ευρώ κυρίως (βλ. αδυναμία νομισματικής υποτίμησης περιφερειακών χωρών) απορροφά το προϊόν της εργασίας του ευρωπαϊκού Νότου, δημιουργώντας του εμπορικά και δημοσιονομικά ελλείμματα την ίδια ώρα που ο Βορράς συσσωρεύει πλεονάσματα.
Η προβληματική αυτή, ωστόσο, πάσχει απ' όπου και να την εξετάσεις. Για παράδειγμα, η τάση αποβιομηχάνισης στην Ελλάδα, εκτός του ότι αποτελεί γενικότερο φαινόμενο στη Δύση, προηγείται κατά πολύ της ένταξης στην Ευρωζώνη. Έτσι, η συμμετοχή της παραγωγής της βιομηχανίας στην ακαθάριστη προστιθέμενη αξία όλης της οικονομίας ήταν 21,5% το 1985, 19,4% το 1990, 16,5% το 1995, 14% το 2000 και 13,6% το 2008 (έτος που ξεσπά η διεθνής κρίση). Παρατηρούμε, δηλαδή, πως ενώ η συμμετοχή της βιομηχανίας υποχωρεί κατά 7,5 ποσοστιαίες μονάδες την περίοδο 1985-2000 (ή 0,5% ετησίως), την οκταετία 2000-2008 υποχωρεί μόλις 0,4 μονάδες (ή 0,05% ετησίως). Με άλλα λόγια, σε ετήσια βάση η αποβιομηχάνιση τη περίοδο του ευρώ είναι μόλις το 1/10 της αποβιομηχάνισης που έλαβε χώρα όταν έγιναν οι τρεις μεγάλες υποτιμήσεις της δραχμής.
Ας πάρουμε το παράδειγμα του εμπορικού ελλείμματος αγαθών και υπηρεσιών σαν ποσοστό στο ΑΕΠ. Βάσει των στατιστικών του ΟΟΣΑ, το έλλειμμα της Ελλάδας ήταν -13,5% το 2000 και -10,2% το 2008, της Πορτογαλίας ήταν -10,9% και -9,6% αντίστοιχα, της Ισπανίας ήταν -3,1% και -5,9%, ενώ της Ιρλανδίας που είχε πλεόνασμα (!) ήταν 13,5% και 10,4% αντίστοιχα. Επιδείνωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας σημείωσε δηλαδή μόνο η Ισπανία μέσα στο ευρώ, ενώ η Ιρλανδία έχασε μέρος από την... ισχύ της. Ελλάδα και Πορτογαλία εμφάνισαν και μικρή βελτίωση, αν και τα ελλείμματά τους δεν αντιμετωπίσθηκαν ουσιαστικά. Όμως, δεν ευθύνεται η αρχιτεκτονική του ευρώ γι' αυτή την ολιγωρία, αφού τα ελλείμματα προϋπήρχαν του ευρώ και πάντως δεν επιδεινώθηκαν παντού με την ένταξη. Όσο για το δημόσιο χρέος, το έχουμε ξαναπεί, στον μεγάλο όγκο του δημιουργήθηκε τη δεκαετία του '80, ενώ τη δεκαετία του ευρώ ελάχιστα αυξήθηκε σαν ποσοστό στο ΑΕΠ.
Συνεπώς, η άποψη που καθιστά αποκλειστικά υπεύθυνη για την ελληνική κρίση του χρέους, των ελλειμμάτων και της μη ανταγωνιστικής παραγωγής τη «φύση» ή "αρχιτεκτονική' του ευρώ, αποσιωπά μερικές βασικές αλήθειες και δαιμονοποιεί έναν θεσμό και ένα νόμισμα, αντί να αναζητά στις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής που είναι πίσω τους την αιτία των προβλημάτων.
Το κυριότερο, όμως, είναι ότι ξεχνά πως η υποτίμηση της δραχμής δεν απέδωσε ποτέ σε ανάπτυξη μεταπολιτευτικά, παρά μόνο έπληξε συγκαλυμμένα το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων. Η Ελλάδα δεν είναι ούτε Αργεντινή ούτε Ρωσία για να εξάγει άφθονους φυσικούς πόρους, ούτε έχει σοβαρή παραγωγική βάση για να αξιοποιήσει μία υποτίμηση. Μία επιστροφή και υποτίμηση της δραχμής δεν θα είναι 10-15% όπως ισχυρίζονται οι υποστηρικτές της. Στο ποσοστό αυτό που οι ίδιοι επιδιώκουν θα πρέπει να προσθέσουν και άλλο ένα 35-45% που θα το επιβάλλουν οι αγορές σε μία χώρα που μπαίνει σε απρόβλεπτες περιπέτειες. Πώς είναι δυνατόν, αλήθεια, να επικαλούνται τη διαγραφή χρέους κατά 75% που έκανε η Αργεντινή και να ξεχνούν την ισοδύναμης έκτασης υποτίμηση του πέσο όταν μιλάνε για τη νέα δραχμή;
Τέλος, υποτιμούν βάναυσα τα αντίποινα (προστατευτισμός) που θα υποστούμε από μία Ευρώπη που θα κινδυνέψει να διαλυθεί. Και η οποία θα τα επιβάλλει ακριβώς για να μην ακολουθήσει άλλη χώρα-μέλος το παράδειγμα της Ελλάδας και διαλυθεί οριστικά η Ευρωζώνη. Σ' αυτή την περίπτωση τα όποια φαντασιακά οφέλη της υποτίμησης μάλλον θα γίνουν εφιάλτης μεσονυχτίου και θα μιλάμε τότε πραγματικά για... μία τριτοκοσμική χώρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: