Σάββατο, 19 Ιουνίου 2010

Oταν η Αριστερά αυτοκτονεί

3

Του ΚΩΣΤΑ ΒΕΡΓΟΠΟΥΛΟΥ
Πηγή: ΕΝΕΤ 18/6/2010

Ενώ ο καπιταλισμός βυθίζεται σε βαθιά διαρθρωτική κρίση, η Αριστερά στην εποχή μας αυτοκτονεί, τόσο στη χώρα μας όσο και στην Ευρώπη.
Η παράδοξη εμπειρία του 1930 επαναλαμβάνεται: ο φιλελεύθερος και ασύδοτος καπιταλισμός καταβαραθρώθηκε τότε, όπως και σήμερα, όμως η υπέρβασή του δεν προήλθε από την Αριστερά, αλλά από δυνάμεις που η Αριστερά εσπίλωνε ως «μη-ταξικές», «μικροαστικές», «ουτοπικές».

Ο Βρετανός οικονομολόγος Κέινς (1883-1947) και ο Αμερικανός πρόεδρος Ρούζβελτ (1882-1945) υλοποίησαν αυτό που οι ακεραιόφρονες της Αριστεράς κατήγγειλαν ως «απατηλή ουτοπία»: ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, με ανακατανομή εισοδήματος, άμβλυνση ανισοτήτων, σχετική κοινωνική δικαιοσύνη, το «Νιου Ντιλ» (1935), που, λόγω της επιτυχίας του, γενικεύθηκε μεταπολεμικά στην Ευρώπη. Ο,τι είχε θεωρηθεί «ουτοπία» έλαβε σάρκα και οστά. Από το 1930, οι ακεραιόφρονες της συντηρητικής πλευράς, όπως και της προοδευτικής, διαβεβαίωναν ότι οι δημόσιες δαπάνες κατέστελναν τις ιδιωτικές, ότι η επέκταση του κράτους συρρίκνωνε την οικονομία και την κοινωνία. Ομως, ο έμπρακτος απολογισμός τού μεταπολεμικού κοινωνικού κράτους αποδείχθηκε συντριπτικός: ποτέ άλλοτε στην ιστορία ο καπιταλισμός δεν πραγματοποίησε τόσο υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, συσσώρευσης κεφαλαίου και κερδών, και ποτέ άλλοτε δεν έφθασε τόσο κοντά στη συρρίκνωση της ανεργίας και πλήρη απασχόληση. Οι κοινωνικές κατακτήσεις κατοχυρώθηκαν από τον μεταπολεμικό καπιταλισμό με το αζημίωτο.


Στην προχιτλερική Γερμανία του 1930, όπως επισημαίνει ο Σουμπέτερ (1883-1950), μόνον τα εργατικά συνδικάτα διεκδικούσαν κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, ενώ η δογματική Αριστερά μετά βδελυγμίας απέρριπτε κάθε δυνατότητα συμβιβασμού μεταξύ των δύο πόλων της κοινωνίας. Φανταζόταν ότι έτσι θα αποκόμιζε οφέλη από την αύξουσα κοινωνική ανυποληψία του πολιτικού συστήματος. Ομως, με τον αυτοαποκλεισμό της από τις αναζητήσεις διεξόδου από την κρίση, στην ουσία θεωρήθηκε η ίδια παράγων συντήρησης του ανυπόληπτου πολιτικού συστήματος.

Ενώ η γερμανική κοινωνία σπαρασσόταν από κοινωνικά κινήματα, η ακεραιόφρων Αριστερά έθεσε εαυτήν εκτός πολιτικής, στιγματίζοντας όσους μετείχαν αυτής, εκτιμώντας ότι η επερχόμενη κατάρρευση θα απέβαινε σε όφελός της. Το στοίχημα χάθηκε: η ολιγωρία της Αριστεράς κατανοήθηκε από την κοινωνία ως έμμεση κάλυψη του καταρρέοντος συστήματος και η ίδια ως ιδιότυπο, αλλά αναπόσπαστο ανάχωμα αυτού. Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης σαρώθηκε, όχι από το κεφάλαιο, αλλά με τη λαϊκή ετυμηγορία των θυμάτων του αποπληθωρισμού και της εκρηκτικής ανεργίας, που επέβαλαν οι τράπεζες, με συγκατάνευση της Αριστεράς. Η τελευταία ύψωσε σημαία της τον αποπληθωρισμό, συνέπλευσε με τους τραπεζίτες, με πρόσχημα την προστασία του εργατικού εισοδήματος από τον πληθωρισμό, υπό την παραπλανητική ρητορεία περί «ταξικής συσπείρωσης».

Στην εποχή μας, το παράδοξο επαναλαμβάνεται: τα ιδανικά της Αριστεράς συναντούν ασύγκριτα ευρύτερη κοινωνική απήχηση απ' ό,τι οι πολιτικοί σχηματισμοί της. Η γοητεία των ιδεών της αντισταθμίζεται με τη δυσπιστία και την καχυποψία, στην οποία προσκρούουν οι πολιτικοί σχηματισμοί της. Βασική εξήγηση θα ήταν ότι οι συγκεκριμένοι πολιτικοί φορείς της Αριστεράς δεν πείθουν πως υπηρετούν πράγματι τα ιδανικά που επαγγέλλονται.

Ημεγάλη πλειονότητα του πολιτικού προσωπικού των αριστερών σχηματισμών αφιερώνει ασύγκριτα περισσότερο χρόνο στα οργανωτικά και στην εκκαθάριση εσωτερικών λογαριασμών, παρά στην εγκαθίδρυση σταθερών και δημιουργικών δεσμών με την κοινωνία. Αντί να είναι κοινωνιοκεντρικοί, παραμένουν εξουσιοκεντρικοί. Αντί να απευθύνονται προς την κοινωνία, της στρέφουν τα νώτα και απλώς την επικαλούνται καιροσκοπικά στις μεταξύ τους διενέξεις. Αυτός ακριβώς είναι ο ορισμός της γραφειοκρατικοποίησης των αριστερών σχημάτων και μορφωμάτων, που καταλήγουν σήμερα να εμπνέουν περισσότερη καχυποψία, παρά εμπιστοσύνη. Καταγεγραμμένη φιλοδοξία όλων είναι να ηγεμονεύσουν σε κάποιο μυθικό κοινωνικό κίνημα, που φαντάζονται ότι δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς την ηγεσία τους.

Ομως, η ιστορία διδάσκει ότι οι κοινωνικές ανατροπές δεν είναι ποτέ προϊόν οργανωτικών αποφάσεων ούτε ηγεσιών, όσο φωτισμένες και αν υποτεθούν αυτές. Οι κοινωνικές εξελίξεις ακολουθούν ανελέητο και ανεξέλεγκτο δικό τους ρυθμό, ενώ πρόβλημα των πολιτικών σχηματισμών παραμένει σταθερά ότι αιφνιδιάζονται πάντα από τα κοινωνικά γεγονότα και τρέχουν με υστέρηση πίσω από αυτά, προκειμένου να συμμετάσχουν στη φάση της περιστολής τους. Δεν εξαρτάται ποτέ η ιστορία από την Αριστερά, αλλά πάντοτε η Αριστερά από την ιστορία.

Στην παρούσα ιστορική στιγμή, η Αριστερά δεν σώζεται με αναδίπλωση σε κανένα προκατασκευασμένο δόγμα ούτε με την απομονωτική αυτοανακηρυγμένη «ταξική πολιτική». Αλλά δεν σώζεται επίσης ούτε με καιροσκοπικό «άνοιγμα» στον χώρο του πολιτικού δικομματισμού, ο οποίος σήμερα έχει δυσφημισθεί όσο ποτέ άλλοτε.

Φυσικά και αβίαστα, μοναδική οδός για την Αριστερά θα ήταν η ανεπιφύλακτη επάνοδός της στην κοινωνία, χωρίς βεβαίως να αφήνει ανεκμετάλλευτες τις δυνατότητες που μπορεί εκάστοτε να προκύπτουν από τις αντιφάσεις του σημερινού, έστω και καταρρέοντος, πολιτικού συστήματος. Αλλωστε, σπάνιες είναι οι ιστορικές στιγμές που το πολιτικό σύστημα ανασκευάζεται μέσω μετωπικής σύγκρουσης με «εξωτερικές» δυνάμεις. Συνήθως συμβαίνει το αντίθετο: υπό την αύξουσα κοινωνική πίεση, κάποιες δυνάμεις από το εσωτερικό του πολιτικού συστήματος αναλαμβάνουν μεταρρύθμιση προς διάσωσή του, που όμως μπορεί να καταλήγει ακόμη και στην κατάρρευση και ανατροπή του.

Η Αριστερά σήμερα επισημαίνει έλλειμμα κοινωνικής ευαισθησίας των αστικών πολιτικών δυνάμεων, όμως η ίδια, σε όλες τις παραλλαγές της, με την αποκλειστική προσήλωσή της στην οργανωτικιστική και εσωστρεφή κατανόηση του κοινωνικού προβλήματος, αποδεικνύεται περισσότερο αμείλικτη και άστοργη κοινωνικά απ' ό,τι οι υποτιθέμενοι αντίπαλοί της. Η επιχείρηση ένταξης των λαϊκών κινητοποιήσεων σε προκατασκευασμένα από το παρελθόν σχήματα δεν συνιστά αριστερή πολιτική, αλλά γραφειοκρατικό εγχείρημα. Πρόβλημα της Αριστεράς σήμερα δεν είναι το έλλειμμα προγράμματος, αλλά η δυσπιστία της απέναντι στη φαντασία, την ευρηματικότητα και την ανεξέλεγκτη δυναμική των κοινωνικών δυνάμεων: η υπόνοια ότι δεν ενθαρρύνει την κοινωνία να εκφρασθεί, όσο κυρίως πασχίζει να την οικειοποιηθεί. Εάν η αυτοκτονία της κατανοηθεί ως αναγνώριση του προβλήματος, αυτό θα συνιστούσε για την κοινωνία απαρχή για μια νέα ελπίδα.

6 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Αν πω "πέστα Βεργόπουλε!", μήπως θεωρηθεί λαϊκιστικό και απολίτικο;

You Pay Your Crisis είπε...

Σε αντιθεση με τον Βεργοπουλο που θεωρει οτι το New Deal είχε επιτυχη εκβαση, ο R. Wolff ελεγε το ακριβως αντιθετο. Και οτι μαλιστα η αμερικη βγηκε απο την κριση μονο με τον πολεμο.

Αντε τωρα, να ορισουμε τι σημαινει "επιτυχημενο". Αμα εισαι κευνσιανος το βρισκεις να δουλευει, αμα δεν εισαι, το χαντακωνεις. Απλα πραγματα.

You Pay Your Crisis είπε...

και γαι την υπογραφη
cynical

Ανώνυμος είπε...

Ισως, μα δεν είναι αυτό το πρόβλημα:

"Πρόβλημα της Αριστεράς σήμερα δεν είναι το έλλειμμα προγράμματος, αλλά η δυσπιστία της απέναντι στη φαντασία, την ευρηματικότητα και την ανεξέλεγκτη δυναμική των κοινωνικών δυνάμεων: η υπόνοια ότι δεν ενθαρρύνει την κοινωνία να εκφρασθεί, όσο κυρίως πασχίζει να την οικειοποιηθεί"

You Pay Your Crisis είπε...

Επεσημανα το παραδειγμα αυτο για να δειξω οτι η αποτιμηση της στασης της αριστερας σε διαφορες κομβικες ιστορικες περιοδους μπορει να ειναι και αρκετα υποκειμενικη.

Η ουσια βεβαια ειναι αυτη που κουοτάρεις... Δεν προβαλω αντιρρησεις.

Ανώνυμος είπε...

Αχ και πάλι αχ – και δεν είναι αυτά τα “αχ” για τις ευκαιρίες που (θα) χάνει η Εθνική το βράδι … Δίστασα πολύ να γράψω αυτά που ακολουθούν, αλλά τελικά τ΄ αποφάσισα.

«Φυσικά», λοιπόν κ. αρθρογράφε, δηλαδή χωρίς καμμία μεσολάβηση της διανοίας.

«Αβίαστα», δηλαδή χωρίς καταναγκασμούς σαν κι αυτούς που μας καταδυναστεύουν ιστορικά, ψυχικά και ιδεολογικά από τα γεννοφάσκια μας.

«Μοναδική οδός», δηλαδή αναγκαστικός μονόδρομος χωρίς εναλλακτικές διαδρομές … είναι η «ανεπιφύλακτη επάνοδός της στην κοινωνία», δηλαδή η χωρίς δεύτερη σκέψη επανάκαμψη στην κοινωνική μήτρα από την οποία (η Αριστερά) ως γνωστόν απεκόπη με «μοναδικό» σκοπό να την ελέγξει.

Τόσες εννοιολογικές απλουστεύσεις βασισμένες σε τόσες γλωσσικές αυθαιρεσίες μέσα σε μια και μόνη φράση συνιστούν κατόρθωμα. Και μέσω αυτού του άθλου καλείται η Αριστερά να εγκαταλείψει τις εμμονές της στον «ορθό Λόγο», την οποιαδήποτε σχέση της με ψυχαναλυτικές «μπουρδολογίες», τη βάσσανο του διαρκούς αυτοστοχασμού και της αναζήτησης σχεδίου και μέσων υλοποίησής του, καθώς και την «ιδεοληψία» ότι η πολιτική, οικονομική και ιδεολογική αποσαφήνιση των σχέσεών της με την κοινωνία παίζει «κάποιο» ρόλο. Γιατί όλα τούτα έχουν συμβάλλει, όπως διευκρινίζεται (επιτέλους) παρακάτω, στη «δυσπιστία της απέναντι στη φαντασία, την ευρηματικότητα και την ανεξέλεγκτη δυναμική των κοινωνικών δυνάμεων». Εδώ ο συγγραφεύς θέλει να μας υπενθυμίσει – αυτός μόνος(;) – τη σημασία του «αυθόρμητου», που – πάλι αυτός μόνος(;) – βλέπει καθαρά να ξεχύνεται στα εργοστάσια, τους δρόμους, τις γειτονιές, τα γραφεία, τα πανεπιστήμια και τα σχολειά, γεμάτο σφρίγος, πρωτοτυπία και οράματα, δημιουργώντας την αναγκαία (αλλά όχι ακόμη ικανή) κοινωνική πίεση, που κάποιες πολιτικές δυνάμεις εκμεταλλεύονται προκειμένου «από το εσωτερικό του πολιτικού συστήματος να αναλαμβάνουν μεταρρύθμιση προς διάσωσή του, που όμως μπορεί να καταλήγει ακόμη και στην κατάρρευση και ανατροπή του» (!).

Μιλάμε για μια εντυπωσιακή παλινδρόμηση στα χρόνια του Γαλλικού Μάη – στην καλύτερη των περιπτώσεων, γιατί θα μπορούσε κάποιος να μας πάει πιο πίσω ακόμη στη Ρόζα, τον Λέοντα ή τις διαμάχες περί «λαϊκού μετώπου». Από το παράθυρο βεβαίως μπαίνει ταχυδακτυλουργικά, ό,τι πετάχτηκε προηγουμένως στα σκουπίδια, δηλαδή η πολιτική, αλλά ως ευκαιρία: «χωρίς βεβαίως να αφήνει ανεκμετάλλευτες τις δυνατότητες που μπορεί εκάστοτε να προκύπτουν από τις αντιφάσεις του σημερινού, έστω και καταρρέοντος, πολιτικού συστήματος». Αντιπαρέρχομαι το – προφανώς εν βερμπαλιστικώ παραλληρήματι εκστομισθέν – «έστω και καταρρέοντος» και μένω στις σκέτες «αντιφάσεις». Πώς και γιατί θα εκμεταλλευτεί μια κοινωνικά προσανατολισμένη Αριστερά αυτές τις αντιφάσεις; Αν έχει εμπιστοσύνη – όπως ρητά διατυπώνεται – στην κοινωνική δυναμική, αυτή μόνη δεν αρκεί για την ανατροπή; Αν πάλι η μεσολάβηση της πολιτικής δεν αφορά παρά μόνο την οππορτουνιστική υπόσκαψη ενός καταρρέοντος συστήματος, τί τη χρειάζεται την κοινωνική δυναμική και πρωτοτυπία;

Αλλά ο Β. τα θέλει και τα δύο, μόνο που δεν τα εμφανίζει συνδυαστικά, γιατί τότε θα κατέρρεε ο δικός του συλλογισμός περί μονοδρόμου. Τότε έστω και υπό την ευκαιριακή της έκπτωση η «παλαιού» τύπου πολιτική θα παρέμενε στο παίγνιον ως αναγκαία. Γι αυτό και η ευκαιριακή της «χρήση» κρατιέται στη γωνία ως συμπτωματικό συμπλήρωμα ώστε να μη μολυνθεί πάλι η άμεση σχέση με την κοινωνία.

Σ΄έναν κόσμο όπου δεν υπάρχει ΤΙΠΟΤΕ ΑΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΟ ο Β. επιμένει στην ανάγκη αποκατάστασης της μόνης κατ΄αυτόν ΑΜΕΣΟΤΗΤΑΣ: αυτής της σχέσης ανάμεσα σε μιαν Αριστερά που αφυπνίζεται και στην ήδη αφυπνισμένη κοινωνία. Μιλάμε για τον κλασσικό ορισμό της ρομαντικής απλοϊκότητας, η οποία θέλει να θέσει σε παρένθεση όλη την Ιστορία και να δημιουργήσει εκ του μηδενός συνθήκες ανόθευτης και αγνής συγκρότησης «νέων σχέσεων». Πρόκειται για μια ακραία primitive θεώρηση.

APO http://www.antinews.gr/?p=50906&cpage=1#comment-473666