Δευτέρα, 13 Μαΐου 2013

Τα πραγματικά αίτια της κρίσης του ευρωπαϊκού Νότου




 Μια σειρά από συστηματικές ακαδημαϊκές μελέτες καταρρίπτουν τις κυρίαρχες θεωρίες για τις ανισορροπίες στην Ευρωζώνη. Υπεύθυνη για την χαμένη ανταγωνιστικότητα και την υπερχρέωση του ευρωπαϊκού Νότου αναδεικνύεται όχι η άνοδος του μοναδιαίου εργασιακού κόστους όπως θέλει η γερμανική αφήγηση, επί της οποίας στηρίζονται τα προγράμματα που εφαρμόζουμε,  αλλά:
α) τα σφάλματα της νεοκλασικής θεωρίας του ευρώ η οποία, αντί να οδηγήσει στη σύγκλιση των οικονομιών Βορρά-Νότου, οδήγησε σε έκρηξη του ιδιωτικού δανεισμού και  φούσκες στεγαστικών δανείων και ακινήτων στο Νότο,
β) το πολύ σκληρό ευρώ,
γ) μια τριγωνική σχέση αποστράγγισης χρήματος και πλούτου από το Νότο προς την Κίνα και τις πετρελαιοπαραγωγές χώρες κι από εκεί στον ευρωπαϊκό Βορρά λόγω της παγκοσμιοποίησης, την οποία οι σχεδιαστές του ευρώ – προφανώς – δεν είχαν περιλάβει  στο μοντέλο του ενιαίου νομίσματος.   
 

Μετά από κάποια χρόνια οι ιστορικοί θα περιγράψουν την κρίση της Ευρωζώνης ως μια σκοτεινή περίοδο της ευρωπαϊκής ιστορίας και θα αποδώσουν το κύριο μέρος της ευθύνης  στους εμπνευστές του κοινού νομίσματος που αντί να ενώσει, όπως υποσχόταν, χώρισε τα ευρωπαϊκά κράτη σε αντιμαχόμενες χώρες-πιστωτές και χώρες-δανειολήπτες. Δεν ξέρουμε αν θα υπάρχει τότε Ευρωζώνη και με ποια μέλη, δεν ξέρουμε καν τι θα απογίνει με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Επί του παρόντος όμως, για την Ευρωζώνη δεν γράφουν ακόμη οι ιστορικοί, αλλά οι οικονομολόγοι.

Μάρτιν Γουλφ, Βόλφγκανγκ Μίνχαου, Μοχάμεντ Ελ Αριάν, Πολ ντε Γκράου, Μάρκους Μίλερ, Ρόμπερ Σκιντέλσκι, Πολ Κρούγκμαν, Τζορτζ Σόρος, Γιάνης Βαρουφάκης και πόσοι άλλοι ακόμη…  – δεκάδες είναι οι οικονομολόγοι και αναλυτές που άσκησαν και ασκούν κριτική σε όσα γίνονται εδώ και τρία χρόνια στην Ευρώπη. Όλοι τους έχουν επισημάνει τα αλλεπάλληλα λάθη και τις αντιφάσεις του ελληνικού προγράμματος προσαρμογής και έχουν τονίσει ότι η δρακόντεια λιτότητα, η οποία συνοδεύτηκε με τιμωρητικά επιτόκια αλλά όχι και το απαραίτητο κούρεμα του ελληνικού χρέους από την αρχή, είχε ως αποτέλεσμα το ελληνικό πρόγραμμα να μην έχει πιθανότητες επιτυχίας. Όλοι τους έχουν υποδείξει πως η γερμανική θέση ότι το Βερολίνο είναι πρότυπο για όλα τα κράτη του ευρώ, εκείνο που τα κάνει όλα σωστά, ενώ οι χώρες του Νότου τα κάνουν όλα λάθος, άρα οφείλουν να σηκώσουν μόνες τους το βάρος της κρίσης, είναι απόρροια ενός γερμανικού ηγεμονισμού και δεν υπακούει σε καμιά οικονομική λογική. Οι περισσότεροί τους έχουν τονίσει ότι για κάθε δάνειο που ‘σκάει’ υπάρχει συνευθύνη δανειζόμενου-δανειστή, άρα το κόστος της διαγραφής του προβληματικού ελληνικού, πορτογαλικού, ισπανικού κλπ. χρέους θα έπρεπε να έχει μοιραστεί εξαρχής μεταξύ των κρατών αυτών και των γερμανικών και γαλλικών τραπεζών που είχαν τα ομόλογά τους και όχι να έχει αναληφθεί εξολοκλήρου από τους λαούς του Νότου. Όλοι τους έχουν πει ξανά και ξανά ότι η εφαρμογή δρακόντειας λιτότητας σε πολλά κράτη του Νότου ταυτόχρονα, παράγει μόνο ύφεση και φτωχοποίηση, καθώς, ακόμη κι αν τα κράτη βελτιώνουν την ανταγωνιστικότητα τους, δεν κερδίζουν τίποτα επειδή δεν υπάρχει ευρωπαϊκή ζήτηση για τα προϊόντά τους. Όλοι τους έχουν επισημάνει ότι η στρατηγική της ύφεσης που επιβλήθηκε σε ολόκληρο τον ευρωπαϊκό Νότο με αποτέλεσμα τη φτωχοποίηση των λαών και τη φυγή ανθρώπων και επιχειρήσεων οδηγεί σε μια χαμένη 10ετία με πιθανή συνέπεια είτε τη μετατροπή των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου σε φτωχή υπανάπτυκτη περιφέρεια του ευρωπαϊκού Βορρά, είτε την εξέγερση των κοινωνιών ενάντια στην Ευρώπη, και πιθανώς τη διάρρηξη της Ευρωζώνης με καταστροφικά  αποτελέσματα για όλους.Όλοι τους, τέλος, έχουν δείξει πως η Ευρωζώνη δεν έχει καν στρατηγική εξόδου από την ύφεση.

Ξεχάστε όλα όσα πιστεύατε
για την απώλεια ανταγωνιστικότητας του Νότου

Όλα αυτά είναι γνωστά στην Ελλάδα, ιδίως σε όσους παρακολουθούν το διαδίκτυο. Υπάρχει όμως μια σειρά από μελέτες, απολύτως κρίσιμης σημασίας για τη χώρα μας, που παραμένουν άγνωστες κι αδημοσίευτες. Οι μελέτες αυτές αποτελούν τον καρπό συστηματικής εργασίας αρκετών οικονομολόγων – που ξεκινούν από επικεφαλής οικονομολόγους μεγάλων τραπεζών της Ασίας, στελέχη της Τράπεζας της Γαλλίας και της ΕΚΤ και φτάνουν έως ερευνητές του ΔΝΤ. Οι φιλότιμοι αυτοί οικονομολόγοι κινητοποιήθηκαν από το εξόφθαλμο της προβληματικότητας της ευρωγερμανικής πολιτικής και τις συντριπτικές της επιπτώσεις της στις κοινωνίες του ευρωπαϊκού Νότου, ανέλαβαν εστιασμένες έρευνες με νούμερα, οικονομετρικά μοντέλα και εκλεπτυσμένα εργαλεία, και κατέθεσαν άριστα στοιχειοθετημένες προσεγγίσεις.

Αφετηρία τους στάθηκε ο έλεγχος της βασικής υπόθεσης επί της οποίας η γερμανική πολιτική στήριξε και στηρίζει ακόμη τις οικονομικές συνταγές που χορηγεί στο Νότο  – αυτό που η ίδια η Αγγέλα Μέρκελ διατυμπανίζει ακόμη δεξιά-αριστερά ως άνοδο του εργασιακού κόστους στον Νότο. Το ερώτημα που επιχειρήθηκε να απαντηθεί ήταν αν η αιτία της απώλειας ανταγωνιστικότητας του Νότου υπήρξε πράγματι η άνοδος των μισθών των εργαζομένων ή αν το πρόβλημα είχε άλλες ρίζες και ποιες ήταν αυτές. Άρα, αν η εσωτερική υποτίμηση είχε κι έχει νόημα, κι αν όχι, τι πολιτικές θα πρέπει να την αντικαταστήσουν. Το αποτέλεσμα όλων αυτών των ερευνών είναι μια ριζικά ανατρεπτική προσέγγιση για όσα θεωρούνται και προβάλλονται μέχρι στιγμής ως δεδομένα για τα αίτια της κρίσης της Ευρωζώνης (όχι μόνο από το Βερολίνο, ή τις λεγόμενες μνημονιακές πολιτικές δυνάμεις, αλλά και από το ΣΥΡΙΖΑ) η οποία, θα όφειλε, αν μη τι άλλο, να κατευθύνει τις αλλαγές της οικονομικής πολιτικής.

Είναι σκόπιμο τα συμπεράσματα των μελετών αυτών να παρουσιαστούν αναλυτικά γιατί έχουν πάρα πολύ “ψωμί” τόσο για την Ελλάδα όσο και για ολόκληρο τον ευρωπαϊκό Νότο. Καλό όμως είναι να σημειωθούν προκαταβολικά πέντε σημεία:

Τα πέντε βασικά σημεία 

Πρώτον, οι έρευνες αυτές υπογράφονται από οικονομολόγους συστημικούς – της Τράπεζας της Γαλλίας, της Παγκόσμιας Τράπεζας, της ΕΚΤ, του ΔΝΤ – αλλά όχι εκφραστές πληρωμένων συμφερόντων. Έχουν λοιπόν επιστημονικό χαρακτήρα, σε αντίθεση με τα προγράμματα που εφαρμόζονται στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες του Νότου, που, ως γνωστόν, υπήρξαν και παραμένουν προϊόν συμβιβασμού μεταξύ ποικίλων εθνικών, οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων που έχουν διακυβεύματα στην κρίση. Γι’ αυτό το λόγο οι συγκεκριμένες έρευνες αποτελούν πολύτιμο υλικό που πρέπει να παραλάβει, να δει και να επικοινωνήσει τόσο στην Ελλάδα όσο και σε ολόκληρο το Νότο όποιος θέλει διέξοδο από την κρίση και ανάκαμψη για τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου.  

Δεύτερον, όλες τους διαψεύδουν το γερμανικό επιχείρημα που λέει ότι η κρίση οφείλεται στις μεγάλες αυξήσεις που πήραν οι ‘τεμπέληδες’ του Νότου – ή και αντιστρόφως, στην πολιτική υποτίμησης των γερμανικών μισθών που ακολουθούσε επί χρόνια το Βερολίνο, που λέει η ευρωπαϊκή αριστερά. Αποδεικνύουν αντ’ αυτών πως το όντως υπαρκτό έλλειμμα ανταγωνιστικότητας και η υπερχρέωση της Ελλάδας και των άλλων χωρών του ευρωπαϊκού Νότου οφείλονται:
α) στο πολύ σκληρό ευρώ σε σχέση με τα άλλα διεθνή νομίσματα,
β) στα σφάλματα της κλασικής θεωρίας του ευρώ που αντί να οδηγήσει σε σύγκλιση, οδήγησε σε φούσκες στο Νότο τις οποίες η ΕΚΤ, με τους λανθασμένους κανόνες της, επιδείνωσε αντί να αποτρέψει,
γ) σε παράγοντες εξωγενείς της ΟΝΕ – συγκεκριμένα στη διεύρυνση της ΕΕ με 12 νέα κράτη μέλη από την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια, στην κατάργηση των δασμών με την Κίνα και την αύξηση των κινέζικων εξαγωγών στην Ευρώπη αλλά και στην καλπάζουσα άνοδο των τιμών του πετρελαίου κατά 400% από το 1999 ως το 2008, 
δ) στη λειτουργία, δυνάμει της ΟΝΕ, μιας κρυφής τριγωνικής σχέσης αποστράγγισης πλούτου από τον Νότο προς την Κίνα και τις πετρελαιοπαραγωγές χώρες κι από εκεί στον ευρωπαϊκό Βορρά.  

Τρίτον, οι έρευνες αυτές συγκλίνουν στο ότι η Ελλάδα και η Πορτογαλία είναι κυριολεκτικά πιασμένες σε παγίδα για δυο λόγους. Ο λιγότερο σημαντικός είναι ότι έκαναν το σφάλμα να μπουν στο ευρώ με εξαρχής υπερτιμημένη ισοτιμία κατά 9.4% και 12.3% αντίστοιχα, γι’ αυτό και επλήγησαν πάρα πολύ από την ανατίμησή του. Ο πιο σημαντικός είναι ότι οι εξαγωγές τους είναι πολύ χαμηλής τεχνολογίας. Το τεχνολογικό προφίλ των εξαγωγών της Ελλάδας και της Πορτογαλίας είναι το χαμηλότερο στην Ευρώπη, χαμηλότερο και από των κινέζικων. Οι δύο χώρες βούλιαξαν υπό το βάρος του ανταγωνισμού των φθηνών κινέζικων εισαγωγών και η λύση στο πρόβλημά τους θα μπορούσε να έρθει μόνο με μια τεχνολογική αναβάθμιση της παραγωγής τους που όμως χρειάζεται πολύ χρόνο. 

Τέταρτον, από τις τέσσερις μελέτες οι τρεις απορρίπτουν κατηγορηματικά την πολιτική λιτότητας και εσωτερικής υποτίμησης που εφαρμόστηκε και εφαρμόζεται ακόμη στον ευρωπαϊκό Νότο γιατί προκαλεί μεγάλη ύφεση, ανεργία και την εύλογη οργή των κοινωνιών χωρίς να αντιμετωπίζει το κύριο πρόβλημα που είναι η μακρόχρονη οικονομική βιωσιμότητα των κρατών. Προς αντικατάστασή της συστήνουν, όπως και οι περισσότεροι οικονομολόγοι διεθνώς, αύξηση της ζήτησης στον Βορρά αλλά, ειδικώς για την Ελλάδα και την Πορτογαλία, στροφή στην παραγωγή προϊόντων υψηλότερης τεχνολογίας. Η μεγάλη έκπληξη βεβαίως προέρχεται από την τέταρτη μελέτη, των οικονομολόγων του ΔΝΤ. Διότι χωρίς να αποκηρύσσει ρητά τις πολιτικές της τρόικας στην οποία μετέχει ο εργοδότης των συντακτών της, υιοθετεί άκρως επιφυλακτικούς τόνους ως προς την αποτελεσματικότητα των εν λόγω πολιτικών. Καταλήγει δε στο ότι «επείγει η δημιουργία μηχανισμών κεντρικής ανάληψης του ρίσκου στην Ευρωζώνη», συστήνοντας μεταξύ άλλων, βελτίωση των όρων χρηματοδότησης του Νότου, υποτίμηση του ευρώ και σοβαρές δημοσιονομικές μεταβιβάσεις από το Βορρά προς το Νότο προκειμένου να αντιμετωπιστεί η ανεργία.

Να μιλήσουμε σοβαρά για το ευρώ σε παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον

Πέμπτον, όλα αυτά είναι σημαντικά για δύο σκοπούς μεγάλης πολιτικής σημασίας.
Ο πρώτος σκοπός είναι να γίνουν γνωστά και κατανοητά τα προβλήματα της αρχιτεκτονικής του ευρώ μέσα στο σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον – καθώς αυτά είναι που  βρίσκονται στη ρίζα της σημερινής πολιτικής διαίρεσης της Ευρωζώνης σε πιστωτές του Βορρά και δανειολήπτες του Νότου. Με τον τρόπο αυτό ελπίζεται πως θα μπορέσει επιτέλους να ανοίξει και μια σοβαρή κουβέντα για το νόμισμα στη χώρα μας που τόσο χρειάζεται.  Δυστυχώς, το ευρώ εισήχθη στην Ελλάδα με βερμπαλισμούς και φανφάρες περί  «ισχυρής Ελλάδας»,  η οποία «εισέρχεται στον πυρήνα της Ευρώπης».  Βερμπαλισμοί και φανφάρες του τύπου  «αν βγούμε από το ευρώ δεν θα έχουμε καύσιμα και φάρμακα» έδωσαν δυστυχώς τον τόνο και στην όποια δημόσια συζήτηση έλαβε χώρα στην Ελλάδα μετά τη χρεοκοπία της, από το 2010 και εξής. Είναι εντελώς παράλογο μία χώρα που κατέληξε στη χρεοκοπία εξαιτίας της συμμετοχής της σε ένα ατελές νομισματικό σύστημα, να οδεύει ακόμη με αυτόματο πιλότο και στα τυφλά. Ιδίως εκείνες οι πολιτικές δυνάμεις που υπερασπίστηκαν και υπερασπίζονται ακόμη το ευρώ, μεταξύ αυτών, η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ, η ΔΗΜΑΡ (αλλά και η πλειοψηφία του ΣΥΡΙΖΑ), έχουν την υποχρέωση να μελετήσουν τις παραμέτρους, τις αναγκαιότητες και τους περιορισμούς που θέτει στην Ελλάδα η συμμετοχή στο ευρώ και να καταθέσουν πολιτικές προτάσεις συμβατές μαζί τους.   

Ο δεύτερος σκοπός είναι να γίνουν αντιληπτές μερικές σοβαρές εξελίξεις που λαμβάνουν χώρα στην Ευρώπη, που θα διαμορφώσουν την επόμενη μέρα για την Ελλάδα, την Ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά που δυστυχώς, για κάποιο λόγο, στη χώρα μας παραμένουν στο σκοτάδι. Το κρίσιμο σημείο είναι η σταδιακή μετάβαση της Κίνας, ήδη από το δεύτερο ήμιση της δεκαετίας του 2000, σε παραγωγή υψηλότερης τεχνολογίας και προστιθέμενης αξίας. Για να το πω απλά: η κινέζικη παραγωγική μηχανή αφού συνέτριψε τον ευρωπαϊκό Νότο, από το 2010 άρχισε να συντρίβει τον ευρωπαϊκό Βορρά. Σε αντίθεση όμως με την Ελλάδα, όπου όταν έκλειναν τα εργοστάσια του Λαναρά στη Νάουσα λόγω του κινεζικού ανταγωνισμού,  η κυβέρνηση Σημίτη έλεγε «τι να κάνουμε, αυτά έχει η παγκοσμιοποίηση» και οργάνωνε πανάκριβες Ολυμπιάδες, το Βερολίνο, μόλις είδε τα πρώτα λουκέτα στα γερμανικά εργοστάσια παραγωγής φωτοβολταϊκών, ξεκίνησε μια προσπάθεια να αποκλείσει την Κίνα από τις σπάνιες γαίες της Γροιλανδίας και, κυρίως, να επιβάλλει πανευρωπαϊκούς δασμούς στα κινέζικα βιομηχανικά προϊόντα που ανταγωνίζονται τα δικά του.

Η Ευρώπη προχωρά σε δασμολογικές ανακατατάξεις. Η Ελλάδα τι κάνει;

Έτσι, τον τελευταίο χρόνο, παράλληλα με το δράμα ύφεσης και ανεργίας που παίζεται στην Ελλάδα και τις άλλες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, έχουμε σοβαρές δασμολογικές ανακατατάξεις στην Ευρώπη. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επιβάλλει δασμούς σε συγκεκριμένες κατηγορίες κινέζικων προϊόντων (φωτοβολταϊκά, κεραμικά), ετοιμάζει δασμούς για τα ηλεκτρονικά, αλλά και έχει δρομολογήσει πρωτοβουλία της Επιτροπής για εισαγωγή νέων διαδικασιών που θα διευκολύνουν την επιβολή δασμών στα κινέζικα βιομηχανικά προϊόντα υψηλής τεχνολογίας που ανταγωνίζονται τα προϊόντα του Βορρά.  Συνειδητοποιούμε τι έχουμε εδώ; Πανευρωπαϊκή επιστροφή δασμών μόνο για επιλεγμένα  προϊόντα σημαντικά για τις οικονομίες του Βορρά αφότου ο κινέζικος ανταγωνισμός  στραγγάλισε κάποιες οικονομίες του Νότου;

Η συγκυρία είναι κρίσιμη. Χάρη στο νέο πρόγραμμα του Μάριο Ντράγκι και την πειθήνια στάση των πολιτικών ηγετών του Νότου στα προγράμματα που τους υπαγορεύθηκαν,  η Ευρωζώνη οδεύει στην έξοδο από τη διακεκαυμένη ζώνη της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Αλλά η λύση που παίρνει σχήμα οδηγεί τα κράτη του Νότου, και ιδίως την Ελλάδα και την Πορτογαλία, σε οικονομική βύθιση και παρατεταμένη μαζική ανεργία. Την ίδια στιγμή η Γερμανία μεριμνά να διασφαλίσει προστασία από την Κίνα πρωτίστως για τα δικά της προϊόντα – άρα και τους δικούς τους εργαζόμενους μόνο – ενώ η ελληνική ή η πορτογαλική κυβέρνηση κοιμούνται βαθιά...

Από τη στιγμή που οι οικονομολόγοι του ΔΝΤ τεκμηριώνουν πως η απώλεια ανταγωνιστικότητας και η υπερχρέωση των κρατών του ευρωπαϊκού Νότου στο Βορρά οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο ευρώ και την κατάργηση των δασμών της Ευρώπης με την Κίνα, οι κυβερνήσεις του Νότου οφείλουν στους άνεργους πολίτες τους να δουν προσεκτικά τις ευρωπαϊκές εξελίξεις και να αναλάβουν συστηματικές προσπάθειες ώστε να επηρεάσουν τους νέους δασμολογικούς διακανονισμούς.Θα είναι αδιανόητο αν μέσα σε μια τέτοια κρίση ο εκπτωχευμένος και με παραγωγική υστέρηση Νότος αποδεχτεί την εισαγωγή δασμολογικών πολιτικών που θα προστατέψουν την παραγωγή του Βορράαποδεχόμενος έτσι σιωπηρά την περαιτέρω θυσία της δικής του και δεν υποχρεώσει τη Γερμανία να αναγνωρίσει εμπράκτως με τον ένα ή τον άλλο τρόπο το ρόλο που έπαιξε το νόμισμα και οι αδασμολόγητες κινέζικες εισαγωγές στις ανισορροπίες της Ευρωζώνης. 


Δεν υπάρχουν σχόλια: