Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2012

«Ευρώ ή δραχμή;» «Ναι». Για μια πολιτική του διχασμένου υποκειμένου



Υπάρχουν μερικές περιπτώσεις στις οποίες μία queer στάση, μία στάση που αναλαμβάνει την ευθύνη του αναποφάσιστου και της αμφιταλάντευσής της, είναι πιο πειστική

ΠΗΓΗ: rednotebook
Του Άκη Γαβριηλίδη

Το εκλογικό αποτέλεσμα της 6ης Μαΐου, υπήρξε ένας θρίαμβος της απεδαφικοποίησης και της εξόδου. Σε σχέση με όλες τις προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις, σημειώθηκε ένα πραγματικό μεταναστευτικό ρεύμα ψηφοφόρων από τα δύο τέως μεγάλα κόμματα προς όλες τις κατευθύνσεις.



Αμέσως μετά το πρώτο σοκ, οι δυνάμεις της σταθερότητας και της «ευθύνης» άρχισαν χωρίς καθυστέρηση την προσπάθεια να επανεδαφικοποιήσουν αυτή τη νομαδική τάση, να απλουστεύσουν την πολυπλοκότητά της και να τη μεταφράσουν σε οικεία γι’ αυτές ιδιώματα και διλήμματα.



Κεντρικό τμήμα της προσπάθειας αυτής είναι οι πιέσεις προς τον ΣΥΡΙΖΑ να «ξεκαθαρίσει επιτέλους τι σκοπεύει να κάνει» μεταξύ άλλων και στο δίλημμα «ευρώ ή δραχμή», όπως και οι επικρίσεις προς την «πολυφωνία των συνιστωσών» εκ των οποίων άλλες είναι υπέρ της μιας και άλλες υπέρ της άλλης επιλογής. Μια άλλη πτυχή επίσης αυτής της επίθεσης είναι τα λεγόμενα «εθνικά θέματα».




Οι πιέσεις μέχρι στιγμής αποβαίνουν επιτυχείς. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, εύλογα απροετοίμαστη για μια τέτοια δοκιμασία, φαίνεται νευρική ή, στην καλύτερη περίπτωση, αμήχανη· προσπαθεί με κάθε τρόπο να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις που της θέτουν οι αντίπαλοί της και να περάσει τις εξετάσεις, «μαζεύοντας» οποιαδήποτε άποψη η οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί «ακραία» και να «φοβίσει τους απλούς ψηφοφόρους».



Η άποψή μου είναι ότι, ως προς ορισμένα τουλάχιστον ζητήματα, υπάρχει και άλλος δρόμος, και ο δρόμος αυτός πιθανόν να είναι πιο αποδοτικός ακόμη και με στενά εκλογικά κριτήρια.



Όταν οι ΠΑΣΟΚοι και οι Νεοδημοκράτες με ύφος ανακριτή ρωτάνε τους εκπροσώπους του ΣΥΡΙΖΑ αν ισχύουν παλαιότερες δηλώσεις τους ότι π.χ. «το ευρώ δεν είναι ταμπού για μας», αντί να το διαψεύσουν και να λένε ότι ποτέ δεν το είπαν, νομίζω ότι είναι από κάθε άποψη προτιμότερο να απαντούν: «ναι, το είπαμε και συνεχίζουμε να το λέμε».



Υπάρχουν μερικές περιπτώσεις στις οποίες μία queer στάση, μία στάση που αναλαμβάνει την ευθύνη του αναποφάσιστου και της αμφιταλάντευσής της, είναι πιο πειστική, πιο οικεία και πιο ελκυστική για τους πολίτες από μία ανδροπρεπή υπόδυση η οποία επιθυμεί να εμπνεύσει τη «σιγουριά» και τον πλήρη έλεγχο της κατάστασης, εκεί όπου τα στοιχεία αυτά δεν είναι δυνατό να υπάρξουν, και είναι ορατό σε όλους ότι δεν υπάρχουν.



Η αμφιταλάντευση γύρω από το θέμα αυτό είναι υπαρκτή ανάμεσα στις συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά, όπερ και το κυριότερο, είναι υπαρκτή μέσα στην ελληνική κοινωνία και συχνά μέσα στον καθένα από μας. Αυτό το δείχνουν ακόμα και οι δημοσκοπήσεις: ένα μειοψηφικό, αλλά υπαρκτό ποσοστό του κόσμου είναι υπέρ της εξόδου από το ευρώ, ενώ ένα σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό είναι υπέρ της παραμονής σε αυτό αλλά όχι με κάθε θυσία. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, δεν νομίζω ότι παθαίνει κάποια τρομερή ζημιά όποιος παραδεχτεί ότι δεν έχει τελειωτικά λυμένο αυτό το ζήτημα, το οποίο από τη φύση του δεν μπορεί να είναι λυμένο και δεν υπάρχει κανείς άλλος στην υφήλιο που να το έχει λυμένο.



Πέραν τούτου, το να αφήνει κάποιος ασάφεια σχετικά με το τι σκοπεύει να κάνει και με το αν «εγγυάται την παραμονή της χώρας στο ευρώ», είναι πολύ προτιμότερο και πολύ αποδοτικότερο, τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά, από την σαφήνεια του «ναι στο ευρώ με κάθε θυσία». Εσωτερικά, διότι τη βεβαιότητα αυτή την προσέφεραν και την προσφέρουν τα δύο τέως μεγάλα κόμματα, με αποτέλεσμα να καταποντιστούν και να είναι, ακριβώς, τέως μεγάλα. Εξωτερικά, διότι αυτή ακριβώς η ασάφεια είναι που έχει προκαλέσει πανικό και αλλεπάλληλα σενάρια και συσκέψεις μεταξύ των πολιτικών εκπροσώπων των «αγορών» και της νεοφιλελεύθερης κυβερνοοτροπίας. Όταν οι απέναντι ξέρουν ότι πάνω απ’ όλα δεν θέλουμε με τίποτα να χάσουμε τη θέση στην ευρωζώνη, τότε τους είναι πιο εύκολο να μας εκβιάσουν και να μας εκφοβίσουν· όταν βρίσκεσαι σε μια διαδικασία παζαρέματος, (και είναι δεδομένο ότι εκεί βρισκόμαστε σε αυτή τη συγκυρία), ο έμπορας δεν έχει κανένα λόγο να ρίξει την τιμή όταν έχει καταλάβει ότι έχεις απόλυτη ανάγκη το κιλίμι του ή το υποβρύχιό του. Αντίθετα, όσο μεγαλύτερο «επιθετικό πλουραλισμό» έχει μία ομάδα, τόσο δυσκολότερο γίνεται το καθήκον για την άμυνα του αντιπάλου. Είναι δε ενδεικτικό ότι αυτή η άμυνα του αντιπάλου «ανοίγει» επίσης, στον ακριβώς αντίστοιχο βαθμό, και αρχίζει να χαρακτηρίζεται από την ίδια αμφιταλάντευση και αντιφατικότητα: τη μια μέρα η Λαγκάρντ γαυγίζει «μην περιμένετε οίκτο», και την επομένη –ή/ και την προηγουμένη- ο Μπαρόζο διαβεβαιώνει ότι «η θέση της Ελλάδας είναι στο ευρώ». Χωρίς βεβαίως να βγει κανείς Χρυσοχοΐδης και κανείς Χατζηδάκης να τους εγκαλέσει με αυστηρό ύφος να «ξεκαθαρίσουν επιτέλους τι σκοπεύουν να κάνουν άμα πάρουν την εξουσία» –αφού ήδη την έχουν εξάλλου.



Νομίζω λοιπόν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει λίγα ακόμα περιθώρια για «ανευθυνότητα» και για «έλλειψη σχεδίου για το μέλλον», και μάλιστα κάτι τέτοιο μπορεί να (τον) ωφελήσει. Ιδίως όταν πρόκειται για ζητήματα στα οποία η όποια μελλοντική δράση θα είναι δράση επί δράσεων και όχι επί πραγμάτων· επί δράσεων οι οποίες δεν είναι ακόμη γνωστές, διότι και αυτές καθορίζονται σχεσιακά και απρόβλεπτα. Οπότε, ακόμη και αν πει κάποιος «στο μέλλον θα κάνω οπωσδήποτε το Α», μέχρι να έρθει αυτό το μέλλον μπορεί να έχουν μεσολαβήσει τόσα και τέτοια πράγματα που αυτό το Α να λειτουργεί ως πλην Α.



Ούτως ή άλλως, καλό είναι να θυμόμαστε, μεταξύ άλλων, ότι το σημείο μετά το οποίο τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ πήραν την ανιούσα, ήταν η δήλωση του Τσίπρα ότι θα δεχτεί τις τυχόν ψήφους του Καμένου σε περίπτωση που πάρει εντολή σχηματισμού κυβέρνησης. Πράγμα που δείχνει ότι αυτό που του έδωσε ώθηση ήταν το άνοιγμα και όχι το κλείσιμο, η ανάμιξη και όχι η καθαρότητα.





1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Ε,αυτό πια ήταν από τ'Αγραφα.

Να μας προκύψει και ο Α.Γ. εθνικιστής