Τρίτη, 17 Απριλίου 2012

Η νεοφιλελεύθερη μεταμόρφωση των ευρωπαϊκών κοινωνιών Η ΣΤΟΧΕΥΣΗ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΡΧΩΝ ΤΑΞΕΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΑΠΤΥΣΣΟΜΕΝΕΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΕΙΣ



ΠΗΓΗ: ΕΠΟΧΗ
του Σπ. Λαπατσιώρα

Η κρίση του 2008 βρίσκεται πάντα σε ενεργό πορεία και το δείγμα γραφής της πολιτικής διαχείρισής της είναι απολύτως επαρκές για σοβαρότερα συμπεράσματα. Πρόκειται για μια ιστορικών διαστάσεων επιχείρηση μεταμόρφωσης των ευρωπαϊκών κοινωνιών με βάση το νεοφιλελεύθερο πρόταγμα, με την εμβάθυνσή του. Σχέδιο που υλοποιείται και λόγω της κρίσης και με την ευκαιρία της κρίσης. Ο καπιταλισμός αυτό το μπορεί, υπό την αίρεση ο παράγοντας των κοινωνικών αντιστάσεων και συγκρούσεων να εξακολουθήσει να είναι ασθενής, πράγμα που τώρα όμως αλλάζει. Η είσοδος της Ισπανίας στη ζώνη κινδύνου πρώτου βαθμού είναι ένας ακόμη παράγοντας. Ο Σπύρος Λαπατσιώρας σε συνέντευξή του αναλύοντας όλα αυτά επιχειρεί να συναγάγει μερικά συμπεράσματα που υπερβαίνουν την συγκυρία.

Τη συνέντευξη πήρε
ο Παύλος Κλαυδιανός

Σε ένα άρθρο σου πρόσφατα στην «Αυγή» υποστήριζες την άποψη ότι στην ΕΕ σήμερα υλοποιείται το «αίτημα» μιας μείζονος καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, η οποία επιχειρεί να διασώσει το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα εμβαθύνοντάς το. Δεν πρόκειται για «λάθος», «καταστροφική πολιτική».
Κατ’ αρχήν να διευκρινίσω το εξής. Η στρατηγική που ακολουθείται, όπως κάθε πολιτική βίαιης αλλαγής των κοινωνικών συσχετισμών, ενέχει όλα τα ενδεχόμενα, τα οποία εξαρτώνται από τα διακυβεύματα που τίθενται και τους κοινωνικούς συσχετισμούς που διαμορφώνονται. Δεν πρόκειται όμως για μια στρατηγική η οποία ενέχει ως οικονομική νομοτέλεια, ως αναγκαιότητα, την καταστροφή των οικονομιών/κοινωνιών, τη διάλυση της ευρωζώνης, τον πόλεμο. Αντί να συλλάβουμε την κρίση και τις πολιτικές διαχείρισής της ως καταστροφικά γεγονότα για τη δυνατότητα του καπιταλισμού να αναπαράγεται, νομίζω ότι είναι πιο ορθό, θεωρητικά και πολιτικά, να σκεφτόμαστε την τρέχουσα κατάσταση ως επιχείρηση επανοργάνωσης της διαδικασίας καπιταλιστικής αναπαραγωγής με νέες ταξικές και κοινωνικές συμμαχίες. Διαδικασία, η οποία προφανώς είναι βίαιη, αστάθμητη ως προς τα αποτελέσματά της και συνεπάγεται μεγάλες κοινωνικές συγκρούσεις, οι οποίες έχουν αρχίσει να ξεδιπλώνονται. Συγχρόνως, είναι διαδικασία που διέπεται από μια ορθολογικότητα η οποία μορφοποιείται και συγκροτείται καθώς εκδιπλώνεται. Εφόσον αντιληφθούμε αυτή τη στρατηγική ως ορθολογική, τότε τόσο τα ζητήματα αναδιοργάνωσης των κοινωνικών συμμαχιών στην οποία στοχεύει όσο και τα μη αναμενόμενα αποτελέσματά της, τα οποία ενδέχεται να είναι καταστροφικά μπορούν να μπουν σε μια τάξη διαφορετική από αυτήν του «καταστροφισμού».
Πρόκειται για μια ιστορικών διαστάσεων επιχείρηση μεταμόρφωσης των ευρωπαϊκών κοινωνιών, επιτάχυνσης και εμβάθυνσης της αποδόμησης του «ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου», διαδικασία που ήδη βρισκόταν σε αργή και με προσκόμματα εξέλιξη την περίοδο πριν την κρίση. Δεν υποστηρίζω ότι διαγράφεται η λέξη «καταστροφή» από περιγραφές όψεων της κρίσης. Προφανώς είναι καταστροφική για την οργάνωση και τις ίδιες τις δυνατότητες ζωής τμημάτων της κοινωνίας: εργαζομένων, συνταξιούχων, ανέργων, νέων, μικροεπιχειρηματιών. Προφανώς είναι καταστροφική για τις ως τώρα παραδεδομένες μορφές αναπαράστασης και διαμόρφωσης οριζόντων για τις ζωές μας σε αυτό το μέρος του πλανήτη. Προφανώς, επίσης, επιχειρείται να σαρωθούν θεσμικά αποκρυσταλλωμένοι κοινωνικοί συσχετισμοί, οι οποίοι δεν είναι ενεργώς κοινωνικά έγκυροι. Όλα αυτά δείχνουν ένα πόλεμο που διεξάγουν οι ανώτερες τάξεις στην Ευρώπη με στοίχημα όχι το παρόν, τη βραχυπρόθεσμη κοινωνική ειρήνη και τους βραχυπρόθεσμους στόχους κερδοφορίας των ατομικών κεφαλαίων αλλά τα μακροπρόθεσμα κέρδη από το νέο θαυμαστό κόσμο που θα ανατείλει και την οργάνωση που αυτός θα έχει.

Αυτό γίνεται λόγω της κρίσης ή με ευκαιρία την κρίση;
Υπάρχουν πολλοί λόγοι που συντρέχουν στη διαμόρφωση αυτής της πολιτικής διαχείρισης της κρίσης. Εν συντομία, και λόγω κρίσης και με ευκαιρία την κρίση.
Λόγω κρίσης. Η κρίση του 2008 είναι συστημική κρίση. Το ξεπέρασμά της απαιτεί αλλαγή κοινωνικών συμμαχιών, αλλαγή του υποδείγματος «ρύθμισης» της καπιταλιστικής αναπαραγωγής και της διεθνούς οργάνωσής της. Αυτό δεν αφορά μόνο την Ευρώπη. Ειδικά στην Ευρώπη οι ηγεμονικές τάξεις, λόγω της αρχιτεκτονικής της, οδηγούνται σε μια πολιτικής διαχείρισης της κρίσης με πολύ μικρά περιθώρια χειρισμών για κατάλληλη οργάνωση κοινωνικών συμμαχιών - αν υπήρχε η πρόθεση για τέτοιους χειρισμούς, που δεν υπάρχει - και συνδέεται με το δεύτερο λόγο: με ευκαιρία την κρίση.
Η κρίση αδυνατίζει τις αντιστάσεις των υποτελών τάξεων. Απουσιάζει το «αντίπαλο δέος» που θα μπορούσε να εμποδίσει την επιχείρηση γρήγορης και εκτεταμένης ανατροπής των δεδομένων, τα οποία έχουν διαμορφωθεί ιστορικά στην Ευρώπη. Στο ερώτημα «ποιος θα πληρώσει την κρίση;» κοινωνικά έγκυροι συνομιλητές είναι, ακόμη, μόνο εκπρόσωποι του κόσμου του κεφαλαίου. Η απουσία ισχυρού συνδικαλιστικού κινήματος και η αδύναμη, ακόμη, ευρωπαϊκή αριστερά είναι κύριοι όροι που κάνουν τα συμφέροντα των υποτελών τάξεων να μην εκπροσωπούνται. Με άλλα λόγια, όταν χαράχθηκε αυτή η στρατηγική, τίποτα δεν φαινόταν ότι μπορούσε να αντισταθεί: η απαξίωση ατομικών κεφαλαίων, «κοινωνικών συμβολαίων», εργαζομένων και πολιτικού προσωπικού μπορούσε να διεξαχθεί επιτυχώς, παρέα με τους φόβους που συνοδεύουν κάθε κήρυξη πολέμου. Από μια άλλη οπτική, τίθεται ένα ζήτημα χρόνου για να εκτιμήσουμε τις πιθανές διακλαδώσεις αυτής της στρατηγικής. Μέχρι να διαμορφωθούν αποτελεσματικές αντιστάσεις, υπάρχει αρκετός χρόνος για τις ηγεμονικές τάξεις, ώστε να ολοκληρώσουν τη στρατηγική αναδιανομής του πλούτου και της εξουσίας και να διαμορφώσουν νέους ταξικούς συσχετισμούς, οι οποίοι θα αποτελούν δεδομένο για κάθε μετέπειτα εξέλιξη.

Η πολιτική που ασκείται - παραδέχονται πλέον και οι ίδιες οι ηγεμονικές τάξεις που τη σχεδιάζουν - βρίσκεται σε κόπωση. Αν πέρα από τους τεχνοκρατικούς φαύλους κύκλους που παράγει, βρεθεί και μπροστά σε μια διογκούμενη κοινωνική και πολιτική αντίσταση, δεν εμπεριέχει και την ισχυρή πιθανότητα ρήξης των τωρινών ισορροπιών; Η Ισπανία δεν είναι Ελλάδα.
Η Ισπανία και τα προβλήματα χρηματοδότησης που αντιμετωπίζει, εξαντλούν τις δυνατότητες των υπαρχόντων μηχανισμών χρηματοδοτικής στήριξης (EFSF, ESM, IMF). Οι υφεσιακές πολιτικές που ακολουθούνται και τα προβλήματα του τραπεζικού τομέα, για να περιοριστούμε σε αυτά, μπορούν να την οδηγήσουν εκτός αγορών μέσα στο 2012. Όπως και στις άλλες περιπτώσεις, πρέπει να περιμένουμε παρέμβαση της ΕΚΤ, μάλλον με νέο πρόγραμμα δανεισμού του τραπεζικού τομέα, ώστε να μην τεθεί εκτός αγορών. Η υπαγωγή της σε ένα μερικό μηχανισμό χρηματοδότησης, όχι σαν αυτούς της Ελλάδας και των άλλων χωρών, ώστε να δημιουργήσει την απαραίτητη πειθαρχία στο εσωτερικό της Ισπανίας, επίσης επίκειται. Οι κοινωνικές και πολιτικές αντιστάσεις αποτελούν κρίσιμο παράγοντα μπλοκαρίσματος ή όχι της στρατηγικής που ακολουθείται και πρέπει να πάρουμε υπόψη τις εξελίξεις τόσο στην Ιταλία όσο και στη Γαλλία.
Στην Ιταλία, επίσης, πρέπει να περιμένουμε την προσφυγή του Μόντι σε ένα μερικό μηχανισμό χρηματοδότησης, πάλι για λόγους πειθάρχησης του πολιτικού προσωπικού στη στήριξη του προγράμματος που εφαρμόζει, καθώς η κοινωνική δυσαρέσκεια και οι αντιστάσεις θα αναπτύσσονται και θα αδυνατίζουν την πολιτική στήριξή του. Στη Γαλλία, μάλλον το κύριο ζήτημα δεν είναι η πιθανή νίκη του Ολάντ, ο οποίος δεν έχει, τώρα, ένα πρόγραμμα αλλαγής της ατζέντας, αλλά ότι τα ζητήματα που θα κληθεί να αντιμετωπίσει η γαλλική κοινωνία μετά τις εκλογές είναι επί της ουσίας εκτός προεκλογικής ατζέντας. Η πίεση των αγορών θα αφορά και τη Γαλλία μετά τις εκλογές, όταν αυτά τα ζητήματα μπουν στο τραπέζι. Όλα δείχνουν ότι το 2012 εγκυμονεί έντονες συγκρούσεις και πιθανές αλλαγές. Οι αναπτυσσόμενες κοινωνικές αντιστάσεις, παρόλο που το επίπεδο οργάνωσής τους και έκφρασή τους στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό δεν είναι ακόμη αυτές που απαιτούνται για αλλαγή της πολιτικής ατζέντας, πάνε μαζί με το γεγονός ότι σε μια πλειάδα κρατών-μελών αναπτύσσονται αγώνες που εγγράφουν πλέον στη συγκυρία την πιθανότητα μιας Ευρωπαϊκής Άνοιξης.
Ωστόσο, δεν πρέπει να υποτιμήσουμε τις δυνατότητες των ηγεμονικών τάξεων, μετάθεσης των άμεσων αποτελεσμάτων που ενέχουν για τη σταθερότητα του συστήματος. Για παράδειγμα, ως τώρα έχουμε δει διάφορα επεισόδια όξυνσης που δημιουργούν οι ευρωπαϊκές πολιτικές. Από τον Αύγουστο έχει τεθεί το ζήτημα διακοπής της χρηματοδότησης της Ισπανίας και της Ιταλίας, ενώ η συζήτηση άρχισε να αφορά και τη Γαλλία. Η διαμάχη μεταξύ του ευρωπαϊκού πολιτικού συστήματος και της ΕΚΤ για την αντιμετώπιση της κατάστασης κατέληξε στην υποχώρηση της ΕΚΤ και στο πρόγραμμα LTRO, δανεισμού σχεδόν 1τρισ. στις τράπεζες για στήριξη κυρίως των αγορών ομολόγων. Μέσω αυτού μετατέθηκαν οι πιο απειλητικές εκδοχές της όξυνσης, αλλά η πιθανότητα διακοπής της χρηματοδότησης έδωσε τα απαραίτητα εφόδια στις ηγεμονικές τάξεις της Ιταλίας και της Ισπανίας να προχωρήσουν σε πιο επιθετικές μορφές «μεταρρυθμίσεων». Αντίστοιχα, μια νέα μορφή μετάθεσης των προβλημάτων χρηματοδότησης για την Ισπανία και την Ιταλία είναι δυνατή. Το αμετάθετο έγκειται στην όξυνση των κοινωνικών συγκρούσεων, και αυτό περιορίζει το χρόνο άσκησης της τρέχουσας πολιτικής.

Έχεις υποστηρίξει ότι ούτε η στήριξη στην παραδοχή της κατοχής από ξένες δυνάμεις, ή στην παραδοχή εξασφάλισης δικαιωμάτων από την «αύξηση της πίτας» μπορούν να αποτελέσουν βάση οργάνωσης των αντιστάσεων των δυνάμεων της εργασίας. Ποια μπορεί να είναι η επαρκής βάση στήριξης;
Κύριος παράγοντας που καθορίζει τη συγκυρία, είναι η απουσία έκφρασης των συμφερόντων του κόσμου της εργασίας στο κεντρικό πολιτικό επίπεδο. Βέβαια, η κοινωνία έχει αρχίσει να κινείται στην Ευρώπη. Απουσιάζει όμως, ακόμη, η αριστερά που θα εκφράζει τις αγωνίες της κοινωνίας και τα συμφέροντα του κόσμου της εργασίας ως πολιτικά και κοινωνικά έγκυρος αντίπαλος. Από την άλλη πλευρά, οι ηγεμονικές τάξεις ιεραρχούν τους στόχους τους και τις κινήσεις τους. Πρώτο έρχεται η αναδιανομή πλούτου και εξουσίας προς όφελος του κόσμου του κεφαλαίου. Ακολουθεί η «ανάπτυξη» των οικονομιών. Εμείς θα πρέπει να προτάξουμε ό,τι στηρίζει την αντίστροφη αναδιανομή (φορολογία πλούτου και κεφαλαίου, κοινωνικό κράτος και συλλογικά αγαθά, θεσμική ισχυροποίηση της εργασίας απέναντι στο κεφάλαιο) ως όρο για οποιαδήποτε ανάπτυξη της οικονομίας. Και ως πρόταση ανάπτυξης να προτάξουμε μια διαφορετική ανάπτυξη, όχι απλά τη μεγέθυνση των οικονομιών, μαζί με τη διεύρυνση των χώρων και των τρόπων δημοκρατικής λήψης των αποφάσεων.

* Ο Σπ. Λαπατσιώρας διδάσκει οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.

Δεν υπάρχουν σχόλια: