Τρίτη, 6 Μαρτίου 2012

Νεοφιλελεύθερος λαϊκισμός για λεπτά αισθήματα




Μετά την κρίση του ’08 η νεοφιλελεύθερη αντίληψη ανα την υφήλιο άρχισε να κλονίζεται. Μεγάλο κομμάτι της σύγχρονης πολιτικής οικονομίας αντιλαμβάνεται την περίοδο που ζούμε τώρα σαν μια αναχώρηση από το νεοφιλελεύθερο status, χωρίς όμως σαφή προορισμό. Η περίοδος κρίνεται  σαν μεταβατική και η πολιτική οικονομία προσπαθεί να μαντέψει το επόμενο βήμα, φοβούμενη έναν αυταρχικό καπιταλισμό από την μία κι ένα κενό θεωρητικής σκέψης από την άλλη (θέμα που θα μας απασχολήσει συντόμως). Η οικονομική θεωρία, προσπαθεί επίσης να εκσυγχρονιστεί στα νέα δεδομένα, μετά την γύμνια, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, των οικονομικών μοντέλων που χρησιμοποιούνταν μέχρι στιγμής, μια προσπάθεια η οποία γίνεται ακόμα και από τις πιο νεοφιλελεύθερες οικονομικές σχολές.
Στην Ευρώπη πάλι, τα greek statistics ξαφνικά μετονομάζονται σε spanish statistics, τα τοξικά χρέη μεταφέρονται σιγά σιγά από τις ιδιωτικές στις κεντρικές τράπεζες, με επίφοβα αποτελέσματα, οι οικονομίες των γουρουνακίων αρχίζουν να έχουν ανταγωνισμό στον κατήφορο από αυτές των φράγκων, ενώ η ΕΚΤ μοιράζει απίστευτες ποσότητες χρήματος, ανατροφοδοτώντας μια φούσκα που μεγαλώνει όλο και περισσότερο, όλο και πιο επικίνδυνα. Μπορεί στο πολιτικό πεδίο η νεοφιλελεύθερη αντίληψη να αντιστέκεται ακόμα, μέχρι τις επόμενες εκλογές σε Παρίσι, Βερολίνο, αλλά στο θεωρητικό τουλάχιστον έχει αρχίσει να σωπαίνει παντού, τουλάχιστον με την μορφή που είχε μέχρι στιγμής.  
Παντού; Κι όμως σε ένα μικρό μεσογειακό χωριό της νοτιοανατολικής Ευρώπης, οι νεοφιλελεύθεροι ακόμα αντιστέκονται. Αδυνατούν να καταλάβουν ότι πλέον έχουν πάψει να εκφράζουν την πρόοδο (χρονολογικά μιλώντας) κι έχουν περάσει στις δυνάμεις της συντήρησης, όπως επίσης αρνούνται να αφήσουν την εξέλιξη να κάνει την δουλειά της, να τους προσπεράσει.

Με αφορμή ένα διάλογο που έχει στηθεί μεταξύ Βαρουφάκη και Μάνου, με τον δεύτερο να αστοχεί να απαντήσει στην ουσία των επιχειρημάτων του πρώτου (αν και αμερόληπτος δεν είμαι), όπως και να αποφεύγει να αναφερθεί σε σημαντικά σημεία όπως τα 28 δις. που εγγυήθηκε αρχικά ο Αλογοσκούφης και μετά ο Παπακωνσταντίνου στις τράπεζες (κάτι παραπάνω από το 10% του ΑΕΠ) ακριβώς πριν μπούμε στο μνημόνιο (που κάτι ανάλογο έγινε σε Πορτογαλία και Ιρλανδία), ας δούμε λίγο καλύτερα την νεοφιλελεύθερη επιχειρηματολογία. Δεν θα ασχοληθούμε με τον εν λόγω διάλογο, αλλά με ένα κείμενο του Τσουτσέκιους Μίχας (ο τρόπος που χώθηκε στην κουβέντα των άλλων δύο, νομίζω δικαιολογεί 100% το όνομά του), απάντηση θεωρητικά στον Βαρουφάκη.
Το ενδιαφέρον της απάντησής του αυτής είναι ότι αποτελεί τυπικό παράδειγμα ημιμαθής νεοφιλελεύθερης παπαρολογίας. Εκτός του ότι δεν προσφέρει απολύτως τίποτε παραπάνω στην επιχειρηματολογία του Μάνου, εκτός του ότι έχει και κάποια σοβαρά στερεοτυπικά λάθη, το κείμενο είναι γεμάτο με έναν αντικρατιστικό συναισθηματισμό που απηχεί στα αυτιά μιας μεσοαστής θείτσας (ας την πούμε Όλγα), σαν ολοκλήρωση του είναι της.
Πέρα από συναισθηματισμούς, η όλη νεοφιλελεύθερη επιχειρηματολογία, όπως αντικατοπτρίζεται από το κείμενο του Μίχα, έχει κάποιες παραδοχές που μόνο σωστές δεν είναι. Η πρώτη, αν και δεν αναφέρεται στο κείμενο, υπονοείται καθόλη την διάρκεια και είναι πολιτική. Για κάποιο αδιανόητο λόγο, έχει ταυτιστεί η παροχολογία και η κρατική διαφθορά με τον σοσιαλισμό ή την σοσιαλδημοκρατία γενικότερα, με αποτέλεσμα οι εν λόγω πολιτικοοικονομικές θεωρίες να φαίνονται υπαίτιες της τωρινής κρίσης. Πέρα από κομματικές ευθύνες, υπάρχει ένα κενό λογικής στο να καταδικάζει κανείς πχ την σοσιαλδημοκρατία στο πρόσωπο του Σημίτη και του Παπανδρέου ή τον σοσιαλισμό στο πρόσωπο της Αλέκας. Κενό λογικής και ημιμάθειας. Όπως αντίστοιχα είναι κενό λογικής να είναι κανείς υπέρ των μνημονιακών μέτρων, προτάσσοντας νεοφιλελεύθερα πιστεύω, όταν ο Χάγιεκ μπορεί και να πάθαινε καρδιακό με τέτοια βαριά και άνιση φορολογία.
Φυσικά όλα αυτά είναι μέρος ενός, πολιτικού, τύπου επιχειρηματολογίας, ή πιο απλά ενός λαϊκισμού με προφανή κίνητρα. Τα τεχνικά λάθη όμως είναι πολύ πιο σοβαρά και οδηγούν σε μεγαλύτερη παραπληροφόρηση. Το πιο μεγάλο λάθος είναι η αντίληψη του καλύτερου μηχανισμού πληροφόρησης που έχει εφεύρει η ανθρωπότητα (sic) ως τον μηχανισμό των τιμών. Η λογική αυτή πατάει στον νόμο της προσφοράς και ζήτησης, διατυπωμένο αρχικά από τον φιλόσοφο Σμιθ και μαθηματικοποιημένο από τον Marshall. Το μοντέλο αυτό ανήκει στον προπερασμένο αιώνα και χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον στον προηγούμενο. Οι τιμές αναπροσαρμόζονται άμεσα και ανάλογα με την ζήτηση και ισορροπούν στο σημείο που είναι κοινά αποδεκτό από παραγωγούς και καταναλωτές. Η κατάληξη του επιχειρήματος αυτού είναι πως όταν εμπλέκεται το κράτος, οι τιμές επηρεάζονται ή ακόμα χειρότερα το κράτος τις οδηγεί μακρυά από αυτό το σημείο ισορροπίας.
Απ’ό,τι φαίνεται στην νεοφιλελεύθερη παράταξη δεν έχουν ακούσει για την ακαμψία τιμών, όπως και πρωτοειπώθηκε από τον Κέϋνς (για να μην αναφερθούμε στην ιδέα της μαρξιανής υπεραξίας). Το υπόδειγμα με εύκαμπτες τιμές χρησιμοποιείται πλέον σε εγχειρίδια Γ’ Λυκείου, άντε και στο πτυχίο, καθαρά για παιδαγωγικούς λόγους. Οι εμπειρικές μελέτες δείχνουν ότι η πραγματικότητα απέχει έτη φωτός, ενώ η ύπαρξη ή μη, του κράτους σε όλο αυτό το τιμολογιακό νταραβέρι είναι εώς και εντελώς ασήμαντη. Ο λόγος που προκύπτει αυτή η ακαμψία είναι αρκετά περίπλοκος και δεν έχει να κάνει ούτε με συντεχνίες, ούτε με κρατική διαφθορά. Απλά οι τελευταίες εντείνουν τα παραπάνω. Ενδεικτικό είναι το ότι δύσκολα θα βρει κανείς κεντρική τράπεζα αυτήν την στιγμή στον πλανήτη, που να χρησιμοποιεί μοντέλα (συγκεκριμένα τα DSGE, τα οποία λανσάρονται για άλλη μια χρονιά από τους οίκους μόδας) χωρίς άκαμπτες τιμές. Στοconsensus μεταξύ νεοκλασσικών και νεοκεϋνσιανών, στο συγκεκριμένο θέμα έχουν επικρατήσει οι δεύτεροι, οπότε και η αντίληψη του μηχανισμού των τιμών ως τον καλύτερο ρουφιάνο, μπορεί και να έχει απήχηση σε όποιον ήταν διαβαστερός στο μάθημα πολιτικής οικονομίας στο λύκειο. Μπορεί, ακόμα, να ακούγεται όμορφο στα αυτιά πολλών, αλλά παραμένει άλλη μια ξενέρωτα μετεφηβική ιστοριούλα.
Ένα άλλο πρόβλημα των νεοφιλελεύθερων, a la Μίχας, είναι το ότι δεν προτείνουν καμία ουσιαστική λύση, πέρα από το ξεσκαρτάρισμα του δημοσίου. Αυτό από την άλλη δεν είναι και αποκλειστικότητα της νεοφιλελεύθερης πλευράς, αφού όλοι κατά της διαφθοράς καταφέρονται. Το θέμα κολλάει στο αν θα είναι εξυγίανση ή ξεπούλημα, αλλά στα αυτιά των νεοφιλελεύθερων το πρώτο δεν στέκει και είναι καθαρά μια μέθοδος διατήρησης του διεφθαρμένου καθεστώτος.
Ανεξάρτητα όμως από αυτά, τα βαρετά, τα ιδεολογικά, ας δούμε εν συντομία τι μας λένε οι νεοφιλελεύθεροι. Έστω ότι όλη αυτή η ανάλυση για τις τιμές, παραπάνω, δεν ισχύει. Με την κατάργηση, ουσιαστικά, του κράτους και με το άνοιγμα όλων των επαγγελμάτων από νομοθεσίες και συντεχνίες, θα αυξηθεί η παραγωγή και προπάντων θα πέσουν οι τιμές. Έστω και ότι αυτό συμβαίνει και διαλύεται η διαφθορά και πέφτουν και οι τιμές (όλα αυτά με την συγκατάθεση της συντήρησης του Περισσού φυσικά, για να έχουν την πιστοποίηση του αγώνα). Ένα θετικό είναι ότι θα σταματήσουν να μας πρήζουν εκ τρόϊκας για την ανταγωνιστικότητα, ασχέτως του αν θα υπάρξουν ουσιαστικές αλλαγές σε σχέση με την τελευταία. Κι εκεί τελειώνει το νεοφιλελεύθερο story.
Αυτήν την στιγμή στην Ελλάδα υπάρχει πρόβλημα ρευστότητας και ιδιωτικού δανεισμού. Αν προσθέσουμε και την βαριά φορολογία, καταλήγουμε σε έναν μέσο πολίτη ο οποίος έχει πάρει με χαρακτηριστική άνεση την άδεια άσκησης κάποιου επαγγέλματος, την έχει κορνιζάρει και την έχει βάλει στον τοίχο του, την κοιτάζει και κάνει μελλοντικά όνειρα, μόνο που δεν έχει μία για να τα πραγματοποιήσει. Με τις τράπεζες να έχουν σταματήσει να δανείζουν, με τα χρήματα να έχουν γίνει κάτι σαν σούπερ ατού σε παιχνίδι με χαρτάκια και με το κράτος να φορολογεί όλο και πιο βαριά, η ελεύθερη επιχειρηματικότητα δεν έχει κανένα νόημα. Αν προσθέσουμε τις μελλοντικές προσδοκίες για ένα εξακολουθητικό αρνητικό ρυθμό της οικομίας (μια έννοια καθαρά φρηντμανική, την οποία οι νεοφιλελεύθεροι, πολύ βολικά, κάνουν πως δεν θυμούνται), το να ξεκινήσει κανείς καινούργια επιχείρηση είναι σαν να ετοιμάζεται για χαρακίρι.
Επιπροσθέτως ένα αρκετά πιθανό σενάριο είναι τα μόνα κεφάλαια πλέον, να βρίσκονται στα χέρια όσων συμμετείχαν στα πιο μεγάλα παιχνίδια διαφθοράς και μονοπωλίου, οι οποίοι τώρα θα έχουν ένα ανοικτό πεδίο μπροστά τους για να κάνουν το παιχνίδι τους και φυσικά δεν θα χρειάζονται κανένα κράτος για να τα στήσουν. Η διαφθορά λοιπόν θα έχει γίνει φτηνότερη, τα κέρδη της θα μοιράζονται σε λιγότερους και δεν θα μπορεί και κανείς να βγάλει κουβέντα. Φυσικά δεν υπάρχει καμία διάθεση να δικαιολογήσω το παρόν πελατειακό νταραβέρι, αλλά να παρουσιάσω κάποιες πεσσιμιστικές σκέψεις κόντρα στο χαζοχαρούμενο λέγειν των νεοφιλελεύθερων.
Σε αυτό το σημείο η μόνη ουσιαστική λύση έρχεται εκ των άνω. Είτε μια παροχή παχυλής ρευστότητας στην ελληνική οικονομία από την ΕΚΤ, είτε με ανάληψη δημοσίων επενδύσεων. Η πρώτη περίπτωση όμως, σκοντάφτει στην παράλογη άρνηση της ΕΚΤ να δώσει χρήμα στην Ελλάδα ενώ προτιμάει να της το δίνει μέσω των τραπεζών, το οποίο όμως, ποτέ δεν φτάνει στα χέρια μας,  ενώ η δεύτερη σκοντάφτει στο Βερολίνο και στην ανικανότητα της Αθήνας, όταν ο Κέϋνς πλέον, χαρακτηρίζεται συνταγματικά παράνομος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: