Παρασκευή, 9 Μαρτίου 2012

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΟ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟ ΠΡΟΤΥΠΟ



ΠΗΓΗ: αριστερό βήμα
Του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΣΩΤΗΡΗ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Σήμερα έχει γίνει πια σαφές ότι απέναντι στην πραγματικότητα της κρίσης και της κοινωνικής καταστροφής που επιφυλάσσουν τα μέτρα των Μνημονίων η απάντηση δεν μπορεί να είναι απλώς το γενικό όχι στα μέτρα ή η πρόσκληση απλώς για ένα μέτωπο αντίστασης. Αυτό που απαιτείται είναι ηδιατύπωση μιας εναλλακτικής πρότασης που να μπορέσει να ανασυγκροτήσει την αυτοπεποίθηση των λαϊκών μαζών ότι τα πράγματα μπορούν να πάνε αλλιώς.

1. Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΑΡΧΟΥ ΠΡΟΤΥΠΟΥ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ Η ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΜΙΑΣ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ
Άλλωστε, έχει γίνει πια σαφές ότι στην Ελλάδα δεν βιώνουμε απλώς την επιδείνωση των κοινωνικών συνθηκών. Ζούμε την κρίση ενός ολόκληρου «αναπτυξιακού παραδείγματος» που στηρίχτηκε στην πρόσδεση στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, την επέκταση στα Βαλκάνια, τα υπερκοστολογημένα έργα, την επισφάλεια, τη διαμόρφωση «μεσαίων στρωμάτων» προσκολλημένων στον «εκσυγχρονισμό», το χαμηλό μισθολογικό κόστος και την υπερεκμετάλλευση της μεταναστευτικής εργασίας, την αναδιάρθρωση της αγροτικής παραγωγής, την τροφοδότηση του καταναλωτικού ευδαιμονισμού από το φτηνό δανεισμό και τις ανεξέλεγκτες εισαγωγές. Οι συνέπειες δεν περιορίζονται μόνο στη διαμόρφωση των υλικών όρων της τωρινής κρίσης, αλλά και στην ένταση της εκμετάλλευσης, την καταστροφή του περιβάλλοντος και την εμπέδωση ενός εξατομικευμένου καταναλωτικού ευδαιμονισμού σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα.

Η απάντηση των αστικών δυνάμεων είναι η συλλογική ενοχή («μαζί τα φάγαμε») και η τεράστια υποτίμηση της εργατικής δύναμης, για να γίνουμε χώρα φτηνού εργατικού δυναμικού και προσανατολισμού στις εξαγωγές, παραβλέποντας ότι ανάπτυξη μέσω εξαγωγών και χαμηλού κόστους εργασίας, σε ένα περιβάλλον άρσης προστατευτικών μηχανισμών, συνεπάγεται βίαιη επιδείνωση των όρων εργασίας, των κοινωνικών συνθηκών και του περιβάλλοντος. Ουσιαστικά, το όραμά τους είναι η μετατροπή της Ελλάδας σε μια μεγάλη «Ειδική Οικονομική Ζώνη» φτηνής εργασίας, εργοδοτικής αυθαιρεσίας, άρσης κάθε εργασιακού, περιβαλλοντικού, αρχαιολογικού περιορισμού στη βούληση των επενδυτών. Ελπίζουν ότι το σοκ μιας βίαιης αλλαγής των όρων εργασίας και ζωής, ακόμη και εάν προκαλεί αρχικά οργή και αγανάκτηση, τελικά θα οδηγήσει στην αποκαρδίωση και έναν εξατομικευμένο επιβιωτισμό και άρα την αναγκαστική προσαρμογή στη νέα συνθήκη.
Απέναντι σε μια τέτοια πραγματική αλλαγή κοινωνικού υποδείγματος, οι ορθές οριοθετήσεις όπως είναι η παύση πληρωμών στο χρέος, η έξοδος από το ευρώ και η ρήξη με την ΕΕ, η εθνικοποίηση των τραπεζών και η αναδιανομή εισοδήματος προς όφελος της εργασίας, δεν αρκούν. Απέναντι στην ιδεολογική τρομοκρατία ότι αυτά σημαίνουν καταστροφή, πρέπει να πούμε ότι «υπάρχει ζωή μετά το ευρώ» και να δώσουμε συγκεκριμένες απαντήσεις πάνω στο τι, πώς και από ποιους μπορεί να παράγεται και να καταναλώνεται σε αυτή τη χώρα.
2. Η ΡΗΞΗ ΜΕ ΤΗ ΔΙΕΘΝΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΚΑΙ Η ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΤΗΣ ΑΥΤΟΔΥΝΑΜΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ
Αφετηρία μας είναι ότι η ρήξη με τους μηχανισμούς της διεθνοποίησης του κεφαλαίου και της προτεραιότητας της καπιταλιστικής κερδοφορίας μπορεί να δώσει δυναμική για μια αυτοδύναμη κοινωνική ανάπτυξη. Αυτό δεν είναι απομονωτισμός, αλλά διαπίστωση ότι κάθε προσπάθεια ανάπτυξης μέσω διεθνούς ανταγωνιστικότητας, θα συνεπάγεται την εσωτερίκευση πιέσεων για μεγαλύτερη καπιταλιστική παραγωγικότητα, για αναδιαρθρώσεις στην οργάνωση εργασίας και βέβαια για μονόπλευρο προσανατολισμό προς τους εξαγωγικούς κλάδους, με αποτέλεσμα την απαξίωση άλλων σημαντικών τομέων και την αυξημένη αναπαραγωγή καπιταλιστικών κοινωνικών μορφών.
Ως προς το ερώτημα της δυνατότητας επιβίωσης σε συνθήκη μειωμένων συναλλαγών με το εξωτερικό, πρέπει να τονίσουμε ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να διαθέτει και ορυκτό πλούτο και σημαντικότατο παραγωγικό δυναμικό σε κλάδους όπως τα τρόφιμα, η κλωστοϋφαντουργία, η επεξεργασία υλικών με υψηλή προστιθέμενη αξία, η αμυντική βιομηχανία (με όλες τις δυνατότητες που έχει για μη στρατιωτική χρήση), η φαρμακοβιομηχανία, η χημική βιομηχανία, η ναυπηγική. Ακόμη και χωρίς τεράστιες τομές και επενδύσεις η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να καλύπτει μεγάλο μέρος των διατροφικών αναγκών της, των αναγκών σε ένδυση, των περισσότερων δομικών υλικών (είτε ως πλήρη παραγωγή είτε ως σημαντική επεξεργασία), σημαντικού μέρους των φαρμάκων και του υγειονομικού υλικού, έχει υποδομές για την παραγωγή οχημάτων δημόσιας χρήσης, σιδηροδρομικού υλικού, πλοίων όλων των κατηγοριών, επισκευής αεροσκαφών, διαθέτει σημαντικές παραγωγικές δυνατότητες και σε κλάδους υψηλής τεχνολογίας.
Η έμφαση στην συλλογική αξιοποίηση τέτοιων παραγωγικών δυνατοτήτων σε συνδυασμό με μια νομισματική πολιτική που δεν θα αναπαράγει τον παραλογισμό του ευρώ, θα ανακόψει την διαβρωτική είσοδο φτηνών εισαγωγών και την πίεση για μείωση του κόστους εργασίας και επιδείνωση των συνθηκών εργασίας, ενώ θα επιτρέψει και εξαγωγές, με έμφαση στην ποιότητα των προϊόντων, το άνοιγμα σε άλλες συναλλαγές εκτός των ορίων της ΕΕ. Επιπλέον, θα επιτρέψει πολιτική διαχείριση των εξαγωγών και γενικά των διεθνών συναλλαγών μέσα από διακρατικές συμφωνίες, ιδιαίτερα κρίσιμες για την προμήθεια καυσίμων και μέρους των τροφίμων.
Η ανάγκη για διατροφική ποιότητα και επάρκεια απαιτεί διαφορετική κατάσταση στην αγροτοκτηνοτροφική παραγωγή. Ένα σύγχρονο συνεταιριστικό κίνημα, με κατάλληλη δημόσια ενίσχυση, που θα διεκδικήσει το σπάσιμο των σημερινών εμπορικών κυκλωμάτων και την άμεση πρόσβαση στον καταναλωτή, παράλληλα με την έμφαση σε ποιοτικά αγροτικά και κτηνοτροφικά προϊόντα, μπορεί σήμερα να καλύψει σημαντικές ανάγκες, να ρίξει το κόστος για τον καταναλωτή και ταυτόχρονα να βελτιώσει το αγροτικό εισόδημα χωρίς την καταφυγή στις ευρωπαϊκές επιδοτήσεις.
Είναι εφικτό να μπουν φραγμοί στην ανεξέλεγκτη τουριστική μονοκαλλιέργεια, μετάβαση από τη σημερινή επένδυση και στο μαζικό εμπορευματοποιημένο και στον «υψηλού εισοδήματος» τουρισμό, προς την έμφαση στον τουρισμό ως κοινωνικό δικαίωμα, στη συνύπαρξη με άλλες παραγωγικές δραστηριότητες, στην ανάδειξη της ίδιας της ποιότητας ζωής και του πολιτισμού και όχι τεχνητών τουριστικών παραδείσων σε κίνητρο για να επισκεφτεί κανείς τη χώρα.
Η αλλαγή του ενεργειακού προτύπου είναι επιτακτική ιδίως από τη στιγμή που θα πρέπει να περιορίζεται και η εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα. Πρωτίστως, χρειάζεται μείωση των ενεργειακών αναγκών, αποκέντρωση, η προσπάθεια εξοικονόμησης ενέργειας, αποφυγή ενεργειοβόρων δραστηριοτήτων. Αυτά μόνο σε ένα ριζικά τροποποιημένο περιβάλλον κοινωνικής συμμετοχής και δημόσιας ιδιοκτησίας μπορούν να προχωρήσουν. Σε αυτό το πλαίσιο όντως οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας μπορούν να αποτελέσουν σημαντικό πεδίο δημόσιας επένδυσης, αλλά με όρους δημοκρατικού σχεδιασμού, ομαλής κατανομής μέσα στο χώρο, σεβασμού στο περιβάλλον, συζήτησης και απόφασης των ίδιων των κατοίκων.
3. ΔΗΜΟΣΙΑ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ, ΑΥΤΟΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ
Σε αυτό το φόντο, η στροφή προς τη δημόσια ιδιοκτησία θα ανοίξει δρόμους μετασχηματισμού. Η υποχρεωτική ιδιωτικοποίηση και «απελευθέρωση» των υποδομών σήμαινε απλώς ένα μεγάλο πάρτι για τους «επενδυτές». Η δράση του ιδιωτικού τραπεζικού συστήματος αποτέλεσε βασικό παράγοντα της κρίσης. Η δημόσια ιδιοκτησία και ο κοινωνικός και εργατικός έλεγχος των τραπεζών και όλων των στρατηγικών επιχειρήσεων που αφορούν τις κοινωφελείς υποδομές είναι αποφασιστικό εργαλείο για την απασχόληση, για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής, τη μείωση του κόστους των παρεχόμενων υπηρεσιών, την προστασία του περιβάλλοντος, την απαλλαγή από τη υπερβολή χρήση του ΙΧ, την αντιμετώπιση προβλημάτων όπως οι διαρκείς αυξήσεις των τιμών ή η απομόνωση ολόκληρων περιοχών, επειδή οι εφοπλιστές ή οι αεροπορικές εταιρίες δεν τις κρίνουν συμφέρουσες. Προϋπόθεση η επιστροφή στην πλήρη δημόσια ιδιοκτησία να μην είναι απλώς μια τυπική υπόθεση, αλλά να συνδυάζεται με νέες μορφές εργατικού και λαϊκού ελέγχου ως προς τις προτεραιότητες και την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών. Αντίστοιχα, η δημόσια ανάληψη των έργων υποδομής και η εθνικοποίηση του κατασκευαστικού κλάδου που άνθισε απομυζώντας δημόσια δαπάνη, μπορεί να προσφέρει εξοπλισμό αλλά και εργατικό δυναμικό με τεράστια εμπειρία και γνώση για την κατασκευή αναγκαίων έργων.
Σε κάθε επίπεδο κυρίαρχη κατεύθυνση πρέπει να είναι η αυτοδιαχείριση, η αυτοδιεύθυνση, και ο κοινωνικός και εργατικός έλεγχος. Αυτό αποκτά στις μέρες μας ξεχωριστή επικαιρότητα. Μέσα σε μια διαδικασία ρήξης πολλές επιχειρήσεις θα κλείσουν ή θα τις διεκδικήσουν οι εργαζόμενοι, ιδίως εάν αναλογιστούμε και τα χρέη τους. Η ανάληψή τους, χωρίς αποζημίωση των ιδιοκτητών, από τους εργαζομένους τους θα ανοίξει νέες δυνατότητες για την παραγωγή χρήσιμων αγαθών, ιδίως εάν διαμορφώσουμε εναλλακτικά δίκτυα διανομής προϊόντων. Ένα κύμα αυτοδιαχειριζόμενων επιχειρήσεων μαζί με την επέκταση ενός δημόσιου τομέα εθνικοποιημένων επιχειρήσεων με εργατικό και κοινωνικό έλεγχο, θα ανοίξει δρόμους συνολικότερης αμφισβήτησης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων προς όφελος των κοινωνικών αναγκών.
Σε αντίθεση με ορισμένη κριτική κομματιών της Αριστεράς, πρέπει να επιμείνουμε ότι η αυτοδιαχείριση δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αντίθετη στο συλλογικό κοινωνικό σχεδιασμό, αλλά ως οργανικό στοιχείο μιας σύγχρονης εκδοχής σχεδιασμού. Άλλωστε, αυτοδιαχείριση σημαίνει συλλογική απόφαση, επαφή και επικοινωνία με δίκτυα αλληλεγγύης και υποστήριξης και αυτό εκ των πραγμάτων βάζει το ζήτημα μιας άλλης ανώτερης μορφής κοινωνικοποίησης.
Η αποκέντρωση οφείλει να είναι βασική πλευρά της διαδικασίας. Η μείωση των ενεργειακών αναγκών, η ισόρροπη προς το περιβάλλον ανάπτυξη, η υπεράσπιση τοπικών παραγωγικών δυνατοτήτων, η ανάπτυξη μη εμπορευματικών δικτύων διανομής, απαιτούν μία νέα έμφαση στο τοπικό επίπεδο και εξασφάλιση της παραμονής των ανθρώπων στις περιοχές τους.
Επιπλέον, μια πολιτική αναδιανομής πλούτου προς αναγκαίες κοινωνικές δραστηριότητες θα δώσει και μια άλλη διάσταση στην αναβαθμισμένη παροχή δημόσιας υγείας, παιδείας, πρόνοιας, πολιτισμού, ενημέρωσης. Η υπέρβαση των σημερινών ελλειμμάτων και ταξικών ανισοτήτων στην πρόσβαση, η συλλογική εμπιστοσύνη στο μεγάλο και πολύτιμο δυναμικό που υπάρχει σε αυτούς τους χώρους, το σπάσιμο όλων των μορφών άμεσης και έμμεσης ιδιωτικοποίησης μπορεί να οδηγήσει σε μεγάλες αλλαγές. Αυτό δεν πρέπει να το δούμε μόνο ως επένδυση σε εξοπλισμό ή προσωπικό, αλλά και ως μια διαφορετική κατεύθυνση: έμφαση στην πρόληψη, την πρωτοβάθμια υγεία και τη βελτίωση των συνθηκών ζωής και όχι στην «επισκευή» της εργατικής δύναμης (άλλωστε ξέρουμε ότι καθαυτή η μετάβαση σε μια δικαιότερη κοινωνία με μικρότερο άγχος θα βελτιώσει την υγεία), προτεραιότητα στη βελτίωση της πρόσβασης στην παιδεία και την κοινωνικοποίηση της γνώσης (αναγκαία συνθήκη και του μετασχηματισμού των παραγωγικών σχέσεων) και όχι σε μεμονωμένους πόλους «Αριστείας», μαζική πρόσβαση και ενίσχυση του Πολιτισμού και της έρευνας.
Όλα αυτά απαιτούν μια άλλης κλίμακας πολιτική σχεδιασμού. Το σπάσιμο όλων των απαγορεύσεων της ΕΕ για εθνικές ενισχύσεις θα επιτρέψει, υπό την προϋπόθεση ότι μιλάμε και για την εξουσίας μιας ευρύτερης λαϊκής κοινωνικής συμμαχίας, στοχευμένη ενίσχυση παραγωγικών κλάδων, στροφή προς τη δημόσια ιδιοκτησία ως στοιχείο σχεδιασμού, διαμόρφωση πραγματικών αναπτυξιακών σχεδίων και όχι απλώς «ευκαιριών για επένδυση», πραγματικά δημόσια επένδυση και όχι διασπάθιση κοινωνικού πλούτου.
Μια τέτοια διαδικασία κεντρικού δημοκρατικού σχεδιασμού απαιτεί ολόπλευρες μορφές συζήτησης και δημοκρατίας και μέσα στην κοινωνία, ανοιχτή και δημόσια αντιπαράθεση για την προοπτική του τόπου, εκπροσώπησης των αντιθεσμών εργατικού και κοινωνικού ελέγχου και στην κορυφή. Αντίστοιχα, «από τα κάτω» και σε τοπικό επίπεδο η ύπαρξη ενός κινήματος αυτοδιαχείρισης, μη εμπορευματικών δικτύων ανταλλαγής και διανομής, μπορεί να διαμορφώσει στοιχεία «τοπικών σχεδίων» με βάση δημοκρατικές διαδικασίες. Αλλά και μέσα στις αμιγώς δημόσιες υποδομές και υπηρεσίες η κατοχύρωση μορφών εργατικού και λαϊκού ελέγχου θα δώσει άλλες δυνατότητες για το σχεδιασμό και τον προσανατολισμό με βάση κοινωνικές ανάγκες. Ποιος μπορεί να οργανώσει καλύτερα ένα νοσοκομείο; Ο διορισμένος μάνατζερ που κυρίως θέλει να εξυπηρετήσει συμφέροντα του ιατροφαρμακευτικού κυκλώματος ή η συνέλευση των γιατρών και των άλλων εργαζομένων που θα είναι στρατευμένη στην υπόθεση της λαϊκής υγείας;
4. ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΣΥΜΜΑΧΙΕΣ
Όλα αυτά απαιτούν και μια νέου τύπου συμμαχία ανάμεσα στις δυνάμεις της εργασίας και άλλα κοινωνικά στρώματα. Δείξαμε ήδη με ποιο τρόπο μπορεί να υπάρξει μια πλατιά συμμαχία με τα μικρομεσαία αγροτικά στρώματα στην κατεύθυνση ενός σύγχρονου συνεταιριστικού κινήματος που θα βάζει διαρκώς αναβαθμισμένες μορφές συλλογικής διαχείρισης και οργάνωσης, σε ρήξη με τη λογική της ατομικής αγροτικής «επιχειρηματικότητας» που σήμερα προτείνεται. Αντίστοιχα, οι δυνάμεις της διανοητικής εργασίας μπορούν να αποτελέσουν κομμάτι μιας συλλογική προσπάθειας εναλλακτικής ανάπτυξης, υπό την προϋπόθεση ότι υπερβαίνουν τον ελιτισμό και λειτουργούν με συνείδηση ότι είναι τμήμα του συλλογικού εργαζομένου.
Με τον ίδιο τρόπο μπορούμε να δούμε και άλλα στρώματα. Σήμερα η κυρίαρχη πολιτική ετοιμάζεται να συντρίψει σημαντικό μέρος των αυτοαπασχολούμενων και των μικρών επιχειρήσεων, ιδίως μέσα από μια παρατεταμένη ύφεση. Τα στρώματα αυτά μπορούν να αποτελέσουν κομμάτι μιας ευρύτερης κοινωνικής συμμαχίας, υπό την προϋπόθεση ότι αποδέχονται και στοιχεία μετασχηματισμού του ρόλου τους: θα τους δοθεί η δυνατότητα επιβίωσης, απαλλαγής από μορφές ανταγωνισμού που τους αποδιαρθρώνουν, ένταξη σε εμπορικά δίκτυα που δεν θα μετακυλούν τεράστιο κόστος στους καταναλωτές, ορθολογική φορολόγηση, αλλά και ταυτόχρονα θα πρέπει να αποδεχτούν ότι δεν θα μπορούν να στηρίζονται ούτε στην υπερεκμετάλλευση της εργατικής δύναμης, ούτε στην αξιοποίηση του προνομιακού ρόλου τους έναντι του καταναλωτή.
5. Ο ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ
Κομμάτι όλης αυτής της διαδικασίας δεν μπορεί παρά να είναι ένα αίτημα μετασχηματισμού των παραγωγικών σχέσεων. Αυτό θα είναι και σε τελική ανάλυση το καθοριστικό πεδίο που θα διαμορφώνει ένα διαφορετικό υλικό συσχετισμό δύναμης μέσα στην παραγωγή. Γιατί είναι προφανές ότι η τυπική αλλαγή των σχέσεων ιδιοκτησίας δεν συνιστά και μετασχηματισμό των παραγωγικών σχέσεων, κάτι που καταγράφηκε και ως όριο των περισσότερων αποπειρών σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Αυτό σημαίνει ότι τα βήματα προς την ενίσχυση της δημόσιας ιδιοκτησίας και της έμφασης στην αυτοδύναμη ανάπτυξη πρέπει να συνδυαστούν με μεγάλους πειραματισμούς με μη καπιταλιστικές μορφές οργάνωσης της εργασίας που να στηρίζονται στη συλλογικότητα, την αμφισβήτηση ιεραρχιών και αυθεντιών και την απόπειρα υπέρβασης της διάκρισης διανοητικής και χειρωνακτικής εργασίας. Ένας τέτοιος πειραματισμός για νέες μη εκμεταλλευτικές και μη ιεραρχικές μορφές οργάνωσης της παραγωγής, που δίνει μια άλλη πιο στρατηγική διάσταση στην αναγκαία εργατική δημοκρατία μέσα στην παραγωγή, απαιτεί και τομές εκτός παραγωγής, κύρια σε ό,τι αφορά την κοινωνικοποίηση της γνώσης και της τεχνογνωσίας και τη διάχυση του «μυστικού της γνώσης». Η σύγχρονη εργατική δύναμη, πολύ πιο «διανοητική» στην ίδια την οντολογία της, με τις αυξημένες γνωσιακές και επικοινωνιακές δεξιότητες, μπορεί να παίξει πρωτοπόρο ρόλο σε αυτό τον πειραματισμό.
6. Ο ΕΠΑΝΑΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΥΗΜΕΡΙΑΣ
Όλα αυτά απαιτούν επαναπροσδιορισμό της ευημερίας. Πολλές φορές η Αριστερά την όρισε ποσοτικά, ως μια δίκαια κατανεμημένη οικονομική μεγέθυνση. Εδώ δεν μιλάμε γι' αυτό, αλλά για την ποιότητα της δημόσιας και δωρεάν παιδείας και υγείας, τη μείωση του χρόνου εργασίας την ανάπτυξη εκτεταμένου συστήματος δημόσιων συγκοινωνιών, τη μείωση του άγχους της ανασφάλειας και του κοινωνικοοικονομικού στρες, την πολιτιστική αναγέννηση, την προστασία του περιβάλλοντος, την ουσιαστική κοινωνικότητα που να σπάει την αλλοτρίωση και την εξατομίκευση. Ένα τέτοιο πρότυπο μπορεί στους οικονομικούς δείκτες να μοιάζει «αποανάπτυξη», να μην περιλαμβάνει την εύκολη πρόσβαση σε διάφορα καταναλωτικά φετίχ, αλλά θα ανοίξει δρόμους μιας πραγματικά καλύτερης ζωής.
7. ΕΠΙΤΑΚΤΙΚΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ
Μια τέτοια προσπάθεια εντάσσεται σαφώς στον ορίζοντα της αμφισβήτησης των καπιταλιστικών σχέσεων εξουσίας και εκμετάλλευσης και μιας σύγχρονης σοσιαλιστικής προοπτικής. Αυτό δεν σημαίνει δογματική αναπαραγωγή «έτοιμων» επαναστατικών συνταγών. Πόσω μάλλον που εάν μιλάμε για μια «συγκεκριμένη ουτοπία», δηλ. για το οριακό ενδεχόμενο σημερινών εξελίξεων και τομών, δεν θα μιλάμε για μια «αποκαλυπτικού τύπου» επαναστατική εξουσία, όπου ύστερα από ένοπλη εξέγερση και εμφύλιο πόλεμο θα γίνει σοσιαλιστική ανοικοδόμηση πάνω σε ερείπια, αλλά για μια πολύ πιο σύνθετη, άνιση και αντιφατική διαδικασία. Είναι πιθανό ο συνδυασμός πολιτικής και οικονομικής κρίσης να οδηγήσει στην αναγκαστική απόφαση για τομές όπως η έξοδος από το ευρώ και στη συνύπαρξη αντιφατικών κυβερνητικών μορφών με μορφές αυτοοργάνωσης, αυτοδιαχείρισης εργατικού ελέγχου και λαϊκής εξουσίας «από τα κάτω». Θα είναι, επομένως, μια σύνθετη διαδικασία που στα πρώτα βήματα θα φαντάζει ταυτόχρονα ως διαχείριση και μετασχηματισμός του υπάρχοντος. Σήμερα, τα αναγκαία μέτρα για να αποφύγουμε την καταστροφή περιλαμβάνουν ταυτόχρονα αποφάσεις που μπορούν να τις πάρουν ακόμη και αστικές κυβερνήσεις υπό τον εκβιασμό του λαϊκού κινήματος και πολύ τολμηρές μορφές ρήξης με τον «υπαρκτό καπιταλισμό».
Σε αντίθεση με προηγούμενα πειράματα σοσιαλιστικού μετασχηματισμού που συχνά είχαν να αντιμετωπίσουν είτε μικρό βαθμό προηγούμενης καπιταλιστικής ανάπτυξης, είτε τις επιπτώσεις προηγούμενων καταστροφικών εμφυλίων πολέμων, εμείς μιλάμε για διαδικασίες μετασχηματισμού σε κοινωνίες με σχετικό βάθος των καπιταλιστικών σχέσεων, των αστικών θεσμών, της καπιταλιστικής «δύναμης της συνήθειας» (Λένιν). Η «υπόσχεσή» της Αριστεράς δεν μπορεί να είναι ατέρμονες θυσίες, θα πρέπει να υπάρχουν αποτελέσματα βελτίωσης, θα πρέπει κι η επιβίωση και μια σχετική ευημερία εξ αρχής να είναι εφικτά.
Όμως, η μεγάλη δυσκολία είναι η άρθρωση ενός εναλλακτικού «κοινωνικού λογισμού», μιας διαφορετικής κοινωνικοποίησης των επιμέρους πρακτικών, που να στηρίζεται στην δημοκρατία, την αυτοδιαχείριση και το συλλογικό σχεδιασμό και να υπερβαίνει την αγορά ως τρόπο συντονισμού επιμέρους ιδιωτικών εργασιών, χωρίς να αναπαράγει τις στρεβλώσεις ενός κεντρικού «σχεδίου» που απλώς επιβάλλεται στο όνομα της κοινωνίας. Χρειάζεται να συναρθρώσουμε τις απαιτήσεις επιβίωσης και εγγύησης ενός ορισμένου επιπέδου διαβίωσης, με το συλλογικό σχεδιασμό, με την συνάρθρωση κοινωνικών συμμαχιών, με το μετασχηματισμό των παραγωγικών σχέσεων. Για να το πούμε διαφορετικά, μια σύγχρονη διαδικασία σοσιαλιστικού μετασχηματισμού θα πρέπει ταυτόχρονα να σέβεται τις αναγκαιότητες που οδήγησαν τον Λένιν στη λογική της ΝΕΠ (διατήρηση και μορφών εμπορευματικής ανταλλαγής, διαλεκτική αντιμετώπιση των κοινωνικών συμμαχιών, ανασυγκρότηση του παραγωγικού ιστού) και να δοκιμάζει πρακτικές όπως αυτές που δοκιμάστηκαν στην κινεζική Πολιτιστική Επανάσταση(αμφισβήτηση του καταμερισμού εργασίας, πειραματισμός με την οργάνωση της παραγωγής, κοινωνικοποίηση της τεχνογνωσίας).
Όμως, ένα εναλλακτικό πρότυπο κοινωνικής οργάνωσης απαιτεί και άλλης κλίμακας συλλογικότητα, πρωτοβουλία και αλληλεγγύη σε όλες τις όψεις της ζωής, υπέρβαση παραδομένων στερεότυπων, κοινωνικών ιεραρχιών, έμφυλων διακρίσεων, μια άλλη ηθική της στράτευσης και της αλληλεγγύης, μια τομή στις ιδεολογικές πρακτικές, στη συλλογική αυτοσυνείδηση και συγκρότηση των ίδιων των λαϊκών μαζών, αυτό που βολονταρίστικα ορίστηκε ως ο «νέος άνθρωπος» στα συνθήματα του ιστορικού κομμουνιστικού κινήματος.
8. ΟΙ ΑΝΑΓΚΑΙΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ
Όλα αυτά έχουν τρεις κρίσιμες απαιτήσεις. Η πρώτη αφορά το θέμα της εξουσίας. Οι τομές αυτές απαιτούν προφανώς και ξεδίπλωμα λαϊκών δυναμικών από τα κάτω, μέσα από ένα ρωμαλέο εργατικό και λαϊκό κίνημα που πραγματικά να πειραματίζεται με νέες μορφές αλλά απαιτούν και την παρέμβαση της πολιτικής εξουσίας για να εγγυηθεί ρήξεις και να εξασφαλίσει τη συνέχεια των πειραματισμών. Ακόμη και εάν στοχαστούμε μια ιδιότυπη συνθήκη «δυαδικής εξουσίας», όπου μια κυβέρνηση υπό τον εκβιασμό του λαϊκού κινήματος θα έκανε αναγκαστικές παραχωρήσεις, ενώ το κίνημα θα βάθαινε τις δικές του μορφές «εξουσίας από τα κάτω», σίγουρα το ερώτημα τελικά του ποια κοινωνική συμμαχία ορίζει την πολιτική (και κυβερνητική) εξουσία θα παραμένει κεντρικό. Μια κυβέρνηση που θα εκπροσωπεί μια λαϊκή συμμαχία και την Αριστερά, μαζί με γενναίες θεσμικές τομές, μια πραγματική «συντακτική εθνοσυνέλευση» των κοινωνικών αναγκών και της ρήξης με το «θεσμικό κεκτημένο» του νεοφιλελευθερισμου, μπορεί να αποτελέσει κομμάτι μιας εφικτής σύγχρονης επαναστατικής στρατηγικής. Για να μπορεί, όμως, πραγματικά να θέσει με πρωτότυπους όρους το θέμα της κατάληψης εξουσίας θα πρέπει να στηρίζεται καθοριστικά σε όλες τις μορφές λαϊκής και εργατικής αντιεξουσίας, κοινωνικού και εργατικού ελέγχου, αυτοοργάνωσης και αυτοδιαχείρισης σε κάθε επίπεδο, όλο τον πλούτο μιας διεργασίας «από τα κάτω» που οφείλει να ξεκινήσει να δοκιμάζεται από τώρα και να έχει ορίζοντα το μετασχηματισμό και τη σταδιακή απονέκρωση των αστικών κρατικών μηχανισμών.
Η δεύτερη αφορά το ζήτημα της συλλογικής γνώσης και «κοινωνικής τεχνογνωσίας». Γι' αυτό χρειάζεται να στηριχτούμε στη συλλογική επινοητικότητα, δημιουργικότητα και εμπειρία των λαϊκών μαζών. Από τον απλό τεχνίτη που ξέρει πώς να γίνει καλά μια επισκευή χωρίς μεγάλο κόστος, στον συλλογικό εργαζόμενο του κατασκευαστικού κλάδου που έχοντας την εμπειρία του μεγάλου φαγοποτιού των μεγάλων έργων ξέρουν πώς να γίνουν πραγματικά χρήσιμες, φθηνότερες και φιλικές προς το περιβάλλον δημόσιες υποδομές, στο κίνημα των υγειονομικών που μπορούν να πουν πολλά για την πρωτοβάθμια υγεία, την πρόληψη, και την απαλλαγή από όλο το βάρος της ιδιωτικοποιημένης «περίθαλψης», στους εκπαιδευτικούς που παλεύουν για μια πραγματικά δημόσια εκπαίδευση, που ξέρουν ότι δεν χρειαζόμαστε πανάκριβους διαδραστικούς πίνακες αλλά πάλη ενάντια στις σύγχρονες μορφές ημιμάθειας, στο δυναμικό που πειραματίζεται με μορφές κοινωνικοποιημένης γνώσης όπως το ελεύθερο λογισμικό, έχουμε τους ανθρώπους που μπορούν να εμπλακεί σε μια τέτοια συλλογική δημιουργική προσπάθεια κοινωνικού πειραματισμού.
Η τρίτη αφορά το ερώτημα ενός νέου διεθνισμού. Ξέρουμε καλά ότι όσο ο πειραματισμός στον οποίο ελπίζουμε παραμένει μέσα σε ένα περιβάλλον καπιταλιστικής διεθνοποίησης θα δέχεται διαρκώς πιέσεις και θα αντιμετωπίζει προβλήματα. Όμως, μια πορεία κοινωνικού μετασχηματισμού στην Ελλάδα, μέσα στην ελπίδα που γεννά ο παγκόσμιος κύκλων αγώνων και εξεγέρσεων αλλά και μέσα στην πιθανότητα μια τομή στην Ελλάδα να σημαίνει και τομές συνολικά στην Ευρώπη, πιστεύουμε ότι δεν θα είμαστε μόνοι. Και ανάμεσα σε σχηματισμούς που πειραματίζονται με την κοινωνική μετάβαση πολύ πιο εύκολα μπορούν να αναπτυχθούν διεθνείς σχέσεις και συναλλαγές που να στηρίζονται στην αμοιβαιότητα, την ισοτιμία και την αλληλεγγύη.
Απέναντι στην καταστροφή που ανοίγεται μπροστά μας απαιτείται να κάνουμε και άλματα στη σκέψη μας.Η συζήτηση πρέπει να ανοίξει συλλογικά. Το «γκρίζο δέντρο της θεωρίας» ας μπολιαστεί από τη συλλογική εμπειρία των αγωνιζόμενων ανθρώπων.
*Aναδημοσίευση από www.aristerovima.gr. Μια πρώτη και συντομότερη εκδοχή του κειμένου δημοσιεύτηκε στο τεύχος 29 του περιοδικού Εκτός Γραμμής)
Πέμπτη 08 Μαρτίου

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Πολύ καλός ο νεαρός στην Ιταλία που τα χώνει στον Σόιμπλε για την Ελλάδα. Cynical, δες αυτό:

http://roarmag.org/2012/03/video-schaeuble-protest-florence-crisis-austerity-banks/