Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2012

Εμμονές και σιωπές στη στρατηγική της εξόδου από το ευρώ



ΠΗΓΗ: ΑΥΓΗ
Ημερομηνία δημοσίευσης: 05/02/2012
του Ευκλείδη Τσακαλώτου

Η στρατηγική της εξόδου από το ευρώ είναι μια αντίληψη που συζητιέται αρκετά, τον τελευταίο καιρό, σε διάφορους κύκλους, στο πλαίσιο της Αριστεράς, και όχι μόνο. Ο Παναγιώτης Λαφαζάνης έχει κάνει σημαία του τη στρατηγική αυτή. Μαζί με τη στάση πληρωμών, παρουσιάζεται ως η απόλυτα αναγκαία προϋπόθεση για την έξοδο από την κρίση, την ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας και την αλλαγή της πολιτικής ατζέντας. Στο άρθρο του «Η δικτατορία του ευρώ» (στην ιστοσελίδα «Ίσκρα», 6.1.12), δεν εμπλέκεται με άλλες θεωρήσεις της Αριστεράς, ούτε απαντά σε κάποιες, έστω, κριτικές που έχει δεχτεί η συγκεκριμένη στρατηγική. Η παρουσίαση έχει σχεδόν μαθηματικό χαρακτήρα, σαν να μιλάμε για νομοτέλειες που θα μπορούσαν να καταγραφούν με μορφή εξισώσεων. Μέσα από το ευρώ δεν υπάρχει διέξοδος -- τελεία και παύλα. Δεν υπάρχει χώρος, σε αυτήν, για μια συγκριτική ανάλυση του στυλ, λ.χ., η στρατηγική του κόμματός μου έχει αυτά τα οφέλη (δυνατότητες) και αυτό το κόστος (κινδύνους), αλλά εκείνο που προτείνω έχει λιγότερο κόστος και μεγαλύτερο όφελος (ανοίγει μεγαλύτερους δρόμους). Μ’ αυτό τον τρόπο όμως δεν αναζητά κοινούς τόπους με άλλες προσεγγίσεις, για συνθέσεις ή συγκερασμούς.


Εθνικό νόμισμα και κρίσεις: η ιστορική εμπειρία
Από πού πηγάζει αυτή η σιγουριά; Δεν είναι ερώτημα που εύκολα απαντιέται. Για τον ΠΛ, «Η Ελλάδα δεν θα μπορούσε ποτέ να φτάσει στο σημερινό σημείο υποχρέωσης και καταστρεπτικής λεηλασίας με εθνικό νόμισμα! […] όποιες χώρες υπέστησαν διαχρονικά κερδοσκοπικές επιθέσεις στη βάση του δημοσίου χρέους τους, υπήρξαν χώρες που είχαν συνδέσει το εθνικό τους νόμισμα με σκληρά νομίσματα». Ως παράδειγμα αναφέρει τις κρίσεις της Νοτιοανατολικής Ασίας στο τέλος της δεκαετίας του 1990 και τη μετέπειτα εμπειρία της Αργεντινής. Θα μπορούσα να το δεχτώ για την Αργεντινή, καθώς και τη Νοτιοανατολική Ασία, αν και εκεί υπήρχαν διάφορα καθεστώτα συναλλαγματικών ισοτιμιών, ενώ η ρίζα του προβλήματος ήταν περισσότερο η φιλελευθεροποίηση των κινήσεων κεφαλαίου, παρά ο συναλλαγματικός στόχος. Αλλά η πρώτη μεγάλη κρίση χρέους στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού ξεδιπλώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1980, με την κρίση του Μεξικού (15 Αυγούστου 1982). Από εκείνη τη στιγμή, ένας μεγάλος αριθμός αναπτυσσόμενων κρατών γνώρισαν μια τεράστια κρίση χρέους που χρειάστηκε δύο δεκαετίες να βρει μια κάποια λύση. Οι χώρες αυτές είχαν πρόβλημα, γιατί είχαν δανειστεί σε δολάρια που δυσκολεύονταν να τα ξεπληρώσουν όταν ανέβηκαν τα επιτόκια ως αποτέλεσμα της μονεταριστικής πολιτικής των ΗΠΑ (το λεγόμενο Volcker Shock). Υπήρχαν διάφορα καθεστώτα συναλλαγματικών ισοτιμιών, αλλά κανείς αναλυτής δεν τονίζει αυτό το σκέλος. Εκτός της αύξησης επιτοκίων, στην κρίση χρέους έπαιξαν ρόλο οι δύο πετρελαϊκές κρίσεις του 1970, η φιλελευθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος που επέτρεψε στις τράπεζες να ανακυκλώσουν τα πετροδολάρια από τις πετρελαιοπαραγωγικές χώρες στις αναπτυσσόμενες χώρες και η πτώση των τιμών βασικών εξαγωγικών προϊόντων του Τρίτου Κόσμου.
Έτσι, ο ισχυρισμός ότι «Κρίση χρέους, ως εκδήλωση της καπιταλιστικής κρίσης, δεν μπορεί να συμβεί σε μια χώρα με εθνικό νόμισμα» απλώς δεν ισχύει. Αλλά τα πράγματα μπερδεύονται περισσότερο όταν αναλογιστούμε αυτό το «ως εκδήλωση της καπιταλιστικής κρίσης». Τι ακριβώς είναι ο σύνδεσμος μεταξύ της καπιταλιστικής κρίσης και της κρίσης χρέους στην προσέγγιση του ΠΛ; Δεν μπορεί να υποστηρίζει ότι χωρίς συστήματα σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών δεν θα εκδηλωνόταν καπιταλιστικές κρίσεις. Ούτε, φαντάζομαι, ότι χωρίς σταθερές συναλλαγματικές ισοτιμίες οι καπιταλιστικές κρίσεις θα ήταν «λάιτ» κρίσεις. Μας χρειάζεται λοιπόν να ξέρουμε κάτι παραπάνω για τη φύση της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης, που σε μερικές περιπτώσεις εκδηλώνεται ως κρίση χρέους: Είναι πρωτίστως μια χρηματοπιστωτική κρίση, ως αποτέλεσμα της τάσης που έχει ονομαστεί χρηματιστικοποίηση; Μια κρίση κοινωνικών ανισοτήτων που συσσωρεύτηκαν στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού; Μια κρίση μακροοικονομικών ανισορροπιών που αντανακλούν την εγγενή τάση του καπιταλισμού για ανισομερή ανάπτυξη; Είναι το αποτέλεσμα της αποτυχίας των νεοφιλελεύθερων απαντήσεων στην κρίση υπερσυσσώρευσης που αντιμετώπισε ο καπιταλισμός από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 και μετά;
Δεν ισχυρίζομαι βέβαια ότι δεν μπορεί να μιλήσει κανείς για την κρίση χρέους, αν δεν έχει εντελώς λυμένα τα ερωτήματα αυτά, αλλά μια κάποια εικόνα της μορφής της καπιταλιστικής κρίσης που αντιμετωπίζουμε, καθώς και του πώς συνδέεται με την κρίση χρέους, θα ήταν εξαιρετικά χρήσιμη. Γιατί από μια τέτοια εικόνα μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα στρατηγικής και τακτικής φύσεως. Ως αριστεροί απαντάμε και στην ουσία της καπιταλιστικής κρίσης, όχι μόνο στη μορφή που παίρνει. Κατανοούμε ότι έχουμε να κάνουμε με μια παγκόσμια κρίση που έχει επηρεάσει και οικονομίες που συμμετέχουν σε συστήματα σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών και άλλες που έχουν το δικό τους νόμισμα. Το ότι η κρίση είναι πιο δραματική στην ευρωζώνη λόγω της συγκεκριμένης αρχιτεκτονικής δεν το αρνείται κανείς. Ωστόσο, αυτή η αρχιτεκτονική δεν εμπεριέχει μόνο το ευρώ, αλλά και μια συγκεκριμένη Κεντρική Τράπεζα, το σύμφωνο σταθερότητας, τη σφιχτή μισθολογική πολιτική της Γερμανίας και άλλα πολλά. Θα μπορούσαμε να συγκρίνουμε το ειδικό βάρος που έχουν όλες αυτές οι πτυχές στη μορφή που έχει πάρει η καπιταλιστική κρίση, αν η μεθοδολογία του ΠΛ επέτρεπε τέτοιες συγκρίσεις.

Η φύση της καπιταλιστικής κρίσης
Ωστόσο, και πάλι, το κυρίαρχο θα ήταν, όχι η μορφή, αλλά η φύση της καπιταλιστικής κρίσης. Για παράδειγμα, αν κάποιος ή κάποια θεωρεί ότι έχουμε να κάνουμε με μια παγκόσμια κρίση των παραγωγικών και καταναλωτικών προτύπων που αναπαράγονταικαι από τους κανόνες ανταγωνιστικότητας που βάζουν τις χώρες, τις επιχειρήσεις, τους εργαζόμενους και τις εργαζόμενες σε έναν ατέρμονο πόλεμο όλων εναντίον όλων, τότε θα τείνει να βλέπει τις υποτιμήσεις νομισμάτων με κάποιο σκεπτικισμό. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε δεν θα συμφωνήσει κανείς εύκολα με την ιεράρχηση προτεραιοτήτων που αναδεικνύεται στο ακόλουθο απόσπασμα: «Σήμερα, δεν είναι δυνατόν να υπάρξει ουσιαστική έξοδος της χώρας από την κρίση, όσο βρίσκεται καθηλωμένη εντός του ευρώ, χωρίς ικανότητα να θέσει υπό τον έλεγχο της τη νομισματική πολιτική και να την αξιοποιήσει ως θεμελιώδες εργαλείο διεξόδου, ενίσχυσης της εγχώριας οικονομικής βάσης, ανάκαμψης, ανάπτυξης και ανασυγκρότησης».
Και τι να πει κανείς γι’ αυτό το «θεμελιώδες εργαλείο» της νομισματικής πολιτικής; Από τότε που άρχισα να ασχολούμαι με την οικονομική επιστήμη, ένα πράγμα είχα ως δεδομένο: ότι τόσο οι κεϋνσιανοί όσο οι μαρξιστές, και σε κάθε περίπτωση οι ετερόδοξοι, οικονομολόγοι δεν είχαμε μεγάλη εμπιστοσύνη στη δύναμη της νομισματικής πολιτικής, ιδιαίτερα σε συνθήκες κρίσης. Στα σημεία που παραμέναμε στο παραδοσιακό οπλοστάσιο της οικονομικής πολιτικής (και το άγχος μας, βέβαια, ήταν να μην το κάνουμε αυτό), προτιμούσαμε τη δημοσιονομική πολιτική. Ούτε αξιολογούσαμε το όπλο της υποτίμησης ιδιαίτερα θετικά. Όχι μόνο επειδή οι υποτιμήσεις επιτυγχάνουν, όταν επιτυγχάνουν, τον στόχο της ανάπτυξης μέσω της μείωσης των πραγματικών μισθών, αλλά γιατί αποτελούν, στην καλύτερη περίπτωση, ένα βραχυπρόθεσμο μέτρο που σου δίνει κάποιο χρόνο (αν δεν το χρησιμοποιείς πολύ συχνά) για να λειτουργήσουν τα πιο εναλλακτικά οικονομικά μέτρα, τα οποία αμφισβητούν και τους στόχους και τα μέσα της παραδοσιακής οικονομικής πολιτικής. Και, βεβαίως, οι υποτιμήσεις δεν ανακοινώνονται! Η παρηγοριά που μας προσφέρει ο ΠΛ στο άρθρο του ότι μετά από την υποτίμηση μια αριστερή κυβέρνηση θα εξασφαλίσει ότι οι επενδυτές που κατάφεραν να βγάλουν εγκαίρως τα χρήματά τους έξω από τη χώρα δεν θα μπορέσουν να τα επιστρέψουν δεν μου φαίνεται και τόσο ανακουφιστική.
Δεν παραβλέπω ότι ο ΠΛ αναδεικνύει ότι η έξοδος από το ευρώ θα διευρύνει την ατζέντα και θα βασιστεί σε άλλες πολιτικές (όπως, για παράδειγμα, τη βιομηχανική πολιτική). Αλλά, όπως και στο έργο του Λαπαβίτσα, η αναγκαιότητα αυτών των άλλων πολιτικών εμφανίζεται κάπως άμεσα. Δηλαδή είναι το σοκ της εξόδου από το ευρώ (που ο Κώστας το θεωρεί σοβαρό και ο Παναγιώτης κάπως λιγότερο σοβαρό), το οποίο θα αναγκάσει την κυβέρνηση της Αριστεράς να θέσει περιορισμούς στην κίνηση του κεφαλαίου, να κοινωνικοποιήσει/κρατικοποιήσει τις τράπεζες και άλλες μεγάλες επιχειρήσεις, να επαναφέρει τη βιομηχανική πολιτική κλπ. Ο σοσιαλισμός εμφανίζεται αναγκαίος για την αναδιάρθρωση και ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Αποτελεί, με λίγα λόγια, μια διαφορετική απάντηση στο ίδιο ερώτημα που έχει τεθεί και από τον καπιταλισμό: Ποιο θεσμικό πλαίσιο είναι πιο συμβατό με την ανάπτυξη -- ή, πιο μαρξιστικά, με την αύξηση των παραγωγικών δυνάμεων; Το ερώτημα ποιος παράγει τι και πώς δεν μπορεί παρά να περιθωριοποιηθεί από μια τέτοια αφετηρία.
Το ενδεχόμενο να βρεθούν πατριωτικές και εθνικιστικές δυνάμεις που θα ψάξουν για κάπως διαφορετικές υποστυλώσεις δεν φαίνεται να προβληματίζει τους υποστηρικτές της εξόδου από το ευρώ. Ένα άλλο ερώτημα είναι το κόστος της εξόδου αυτού. Όχι μόνο το μέγεθός του, αλλά και το από πού θα προέλθει: από τις απώλειες στις καταθέσεις των μικροεπενδυτών, την κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος, την ενίσχυση της ύφεσης (τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, καθώς ο ιδιωτικός τομέας δεν θα είναι διατεθειμένος να επενδύει με ζήλο σε προεπαναστατικές συνθήκες), την ελάττωση των κρατικών εσόδων, καθώς μειώνεται το εθνικό εισόδημα, τη ραγδαία πτώση των εισαγωγών αφού δεν θα υπάρχουν δυνατότητες χρηματοδότησης και θα πρέπει οι εισαγωγές να μειωθούν κάπως απότομα στο ύψος των εξαγωγών μας, τη δυσκολία να αποφύγεις συνεχόμενες υποτιμήσεις ή/και αυξήσεις της προσφοράς χρήματος ή από κάτι άλλο; Βεβαίως, πρέπει να αντισταθούμε στον εκβιασμό του αντιπάλου σε σχέση με το κόστος της εξόδου. Ταυτόχρονα, πρέπει να συζητήσουμε αυτό το κόστος, και το από πού θα προέρθει, γιατί αφορά και αυτούς που επιλέγουν την έξοδο αλλά και εκείνους που θεωρούν ότι το ευρώ μπορεί να καταρρεύσει χωρίς τη δική μας θέληση. Και δεν είναι προφανές ότι απαντάς στους εκβιαστές στη βάση των όρων που σου θέτουν. Συχνά, η καλύτερη πολιτική είναι να αλλάξεις τους όρους, να αναδείξεις διαφορετικά επίδικα και μια διαφορετική ατζέντα.

Εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο: οι συσχετισμοί
Ωστόσο, το κόστος της εξόδου από το ευρώ δεν είναι το μόνο ερώτημα. Και πάλι λείπει η συγκριτική προσέγγιση. Δεν έχουμε αναλύσεις που να δείχνουν για ποιο λόγο οι ταξικοί συσχετισμοί είναι πιο ευνοϊκοί στο εθνικό επίπεδο σε σχέση με το υπερεθνικό. Ούτε είναι προφανές, όπως έγραψε εύστοχα ο Δημήτρης Παπαγιαννάκος στις «Συναντήσεις» (Η Αυγή, 20.12.2011), ότι η TINA (There Is No Alternative) δεν ισχύει στο επίπεδο του εθνικού κράτους (όπως έχει υποστηρίξει όλη η Αριστερά παγκοσμίως τα τελευταία τριάντα χρόνια), αλλά ισχύει για την ευρωζώνη. Θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για διαφορετικές ταχύτητες, όπου κάποιοι στόχοι είναι πιο εφικτοί στο εθνικό επίπεδο (αναδιανομή του εισοδήματος;) και κάποιοι άλλοι στο υπερεθνικό (ρύθμιση των χρηματαγορών;). Μια τέτοια συζήτηση θα ήταν γόνιμη, και θα προωθούσε μια πιο σύνθετη πολιτική έτοιμη να αντιμετωπίσει πολλά σενάρια.
Έχω γράψει και αλλού, πολλές φορές, ότι οποιαδήποτε στρατηγική της Αριστεράς οφείλει να αξιολογήσει παλαιότερες αποτυχημένες προσπάθειες, όπως το Κοινό Πρόγραμμα της Αριστεράς στη Γαλλία ή η Εναλλακτική Οικονομική Στρατηγική στη Βρετανία. Στην ουσία, θεωρώ περιορισμένες όλες αυτές τις συλλήψεις που κατανοούν τη μετάβαση στο σοσιαλισμό κυρίως ως μια εθνική υπόθεση και περιορίζουν τον ρόλο των υποκειμένων του κοινωνικού μετασχηματισμού. Δεν θα επαναλάβω τα επιχειρήματα. Νομίζω όμως ότι και εδώ θα ήταν χρήσιμη μια πιο σφαιρική προσέγγιση. Ούτε αυτοί που επιμένουν στο υπερεθνικό επίπεδο, πρέπει να αγνοούν το εθνικό, ούτε αυτοί που προτάσσουν την έξοδο από το ευρώ πρέπει να ξεχνούν τη σημασία του οικουμενικού εγχειρήματος του σοσιαλισμού, και άρα τη σημασία του διεθνισμού και της αλληλεγγύης μεταξύ των λαών.
Αυτό αποτελεί, για μένα, το αδύνατο σημείο στην όλη προσέγγιση του ΠΛ. Ότι, δηλαδή, δεν παραχωρεί χώρο όπου τα δυνατά και αδύνατα σημεία του κάθε επιχειρήματος μπορούν να εξεταστούν, και άρα να βρεθούν συγκλίσεις και συμβιβασμοί. Αλλά, αν η γραμμή μας για την ενότητα της Αριστεράς είναι σωστή, τότε αυτή η προσέγγιση δεν μας βοηθά. Δεν μας βοηθά να συμφωνήσουμε σε κάποια βασικά σημεία, και να συνεχίσουμε τον διάλογο εκεί που διαφωνούμε. Υπάρχουν, βεβαίως, κάποιες αξίες και αρχές που κανείς δεν τις παραχωρεί. Αλλά δυσκολεύομαι να πιστέψω, και δεν έχω δει πειστικά επιχειρήματα, ότι το νόμισμα μπαίνει σε αυτή την κατηγορία. Έτσι η εμμονή δίνει μεγάλο άλλοθι σε όλα αυτά τα ρεύματα της Αριστεράς, που η θέση τους στηρίζεται σε μια προσπάθεια εγκαθίδρυσης ταυτότητας και διαφοροποίησης από άλλα ρεύματα. Αν ένα ρεύμα επιμένει στη μοναδική αλήθεια, γιατί να μην το κάνουν και τα άλλα; Και τότε τι γίνεται με την ενότητα, που όλοι και όλες φαίνεται να εξαγγέλλουμε;
Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος διδάσκει οικονομικά στο Οικονομικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών

Δεν υπάρχουν σχόλια: