Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2012

Μια άλλη Αριστερά είναι εφικτή σε μια Ελλάδα που βουλιάζει;



ΠΗΓΗ: ΔΡΟΜΟΣ
του Στ. Ελληνιάδη
«Η ιστορία όλων των επαναστάσεων που έγιναν στα περασμένα, μας δείχνει ότι τα μεγάλα λαϊκά κινήματα δεν είναι καθόλου ένα αυθαίρετο και ενσυνείδητο δημιούργημα των λεγόμενων «αρχηγών» ή των «κομμάτων», καθώς φαντάζονται οι αστυνομικοί και οι επίσημοι αστοί ιστοριογράφοι, αλλά είναι αυθόρμητα κοινωνικά φαινόμενα, γεννημένα από μια δύναμη φυσική, που πηγάζουν από τον ταξικό χαρακτήρα της σύγχρονης κοινωνίας.»
(Ρόζα Λούξεμπουργκ)
Είναι δυνατόν; Να συνεχίσει η Αριστερά να διασπάται; Και, βέβαια, είναι. Πρόσφατα αποχώρησε από τον Συνασπισμό η ομάδα που έχει επικεφαλής τον Φώτη Κουβέλη. Καραμπινάτη διάσπαση. Και προχτές, οι μισοί σχεδόν του καθοδηγητικού οργάνου της ΚΟΕ (Κομμουνιστική Οργάνωση Ελλάδας) διαχωρίστηκαν από τους άλλους μισούς. Και να σκεφτεί κανείς ότι ο ΣΥΝ είναι, κατά πολύ, η μεγαλύτερη συνιστώσα του ΣΥΡΙΖΑ και η ΚΟΕ η καλύτερα οργανωμένη. Φαίνεται δε, ότι δεν έχουμε τελειώσει με τις αναταράξεις. Το Αριστερό Ρεύμα, στον ΣΥΝ, νιώθει άβολα με κάποιες πολιτικές θέσεις του κόμματος και στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ (Αντικαπιταλιστική Αριστερή Συνεργασία για την Ανατροπή) ακούγονται τριγμοί. Πολλοί δε ελπίζουν ότι το συμπαγές ΚΚΕ κρύβει αντίρροπες εσωτερικές δυνάμεις που αργά ή γρήγορα θα εκδηλωθούν ανοιχτά. Επίσης, έξωθεν κινήσεις, με ερείσματα ή στοχεύσεις στο εσωτερικό κομμάτων και οργανώσεων, ενθαρρύνουν αποσχιστικές τάσεις, με απώτερο σκοπό τη συσπείρωση ικανού αριθμού «δυσαρεστημένων» πέριξ ενός «υγιούς» πυρήνα αριστερών.

Είναι γνωστό ότι υπάρχουν άτομα και ομάδες στην Αριστερά που θεωρούν τους εαυτούς τους αποκλειστικούς φορείς της μοναδικής αλήθειας. Μιλούν για πλατιές συμμαχίες και μέτωπα, θέτοντας εκ των προτέρων όρους που ουσιαστικά αποκλείουν όσους δεν ταυτίζονται μαζί τους.
Αυτή την κατάσταση πρέπει να την αναλύσουμε ψύχραιμα.
Ιός της Αριστεράς
Η Αριστερά ταλαιπωρείται από τον ιό της διάσπασης από το 1968. Έκτοτε, κατά αραιά διαστήματα, διασπάται και υποδιασπάται. Από το παραδοσιακό ΚΚΕ έχουν προκύψει τρία κόμματα και δύο οργανώσεις με υπολογίσιμες δυνάμεις. ΚΚΕ, ΣΥΝ, ΔΗΜΑΡ (Δημοκρατική Αριστερά), ΝΑΡ (Νέο Αριστερό Ρεύμα) και ΑΚΟΑ (Ανανεωτική Κομμουνιστική και Οικολογική Αριστερά). Από τον μαοϊκό χώρο, οι δύο οργανώσεις στη δεκαετία του ’70 έγιναν τέσσερις. ΚΟΕ, ΚΚΕ-ΜΛ, ΜΛ-ΚΚΕ, ΕΚΚΕ. Τα ίδια (και χειρότερα) στους τροτσκιστές. ΟΚΔΕ (Οργάνωση Κομμουνιστών Διεθνιστών Ελλάδας), ΟΚΔΕ-Σπάρτακος, ΔΕΑ (Διεθνιστική Εργατική Αριστερά), ΣΕΚ (Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα), Ξεκίνημα, ΕΕΚ-Τ (Εργατικό Επαναστατικό Κόμμα-Τροτσκιστές)… Συν οι οικολογικές και πολλές άλλες οργανώσεις και ομάδες, μερικές δεκάδες για την ακρίβεια, μικρότερης εμβέλειας αλλά με ικανά στελέχη, δημιουργήματα –κατά κανόνα- διασπάσεων και συγχωνεύσεων. Πολυδιάσπαση χαρακτηρίζει και τον αντιεξουσιαστικό χώρο, όπου η άμεση δημοκρατία, με τον τρόπο που εφαρμόζεται, δεν μπόρεσε να την αποτρέψει.
Ταυτόχρονα και παράλληλα, με πρωτοβουλία του Αλέκου Αλαβάνου, δραστηριοποιείται το Μέτωπο Αλληλεγγύης και Ανατροπής, που συσπειρώνει κυρίως πρώην μέλη και στελέχη του ΚΚΕ που έχουν περάσει από τον Συνασπισμό και το ΣΥΡΙΖΑ και κάποιους ανένταχτους σε κόμματα και οργανώσεις.
Άλλο ενότητα, άλλο συμμαχία
Σήμερα, δεν διαφαίνεται καμία δραστική κίνηση εκ των άνω που θα μπορούσε να ενώσει όλο αυτό το δυναμικό, αφού η ένωση όχι μόνο θεωρείται ανέφικτη, αλλά και ανεπιθύμητη σχεδόν απ’ όλους. Η επιθυμία του καθενός να προσηλυτίσει τους άλλους στη δική του εκδοχή του δόγματος παραμένει στο βάθος. Εντούτοις, θα μπορούσαν, έστω, να επιδιώξουν την απλή συνεργασία χωρίς παραίτηση από την αυτοτέλειά τους. Όλοι μιλούν για ενότητα και μέ τωπο, αλλά μόλις διαβάσει κανείς τα ψιλά γράμματα και τις υποσημειώσεις, θα διαπιστώσει ότι υπάρχουν τόσοι όροι και προϋποθέσεις που το στενεύουν και το αναιρούν. Παρ’ όλο που ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δημιουργήθηκαν στη βάση του συντονισμού των δράσεων εναντίον του κοινού εχθρού, οι αντιθέσεις εμπόδισαν την ολοκλήρωση του εγχειρήματος.
Φαίνεται ότι η Αριστερά δεν είναι ώριμη. Ο Συνασπισμός, στον οποίο εκ των πραγμάτων πέφτει το μεγαλύτερο βάρος, έχασε πολύτιμο χρόνο, με τις εσωτερικές του αντιπαραθέσεις, για να καταστήσει το ΣΥΡΙΖΑ, που έγινε αποδεκτός από την κοινωνία σαν ενωτική αντίληψη, ένα μέτωπο ουσιαστικό που θα ενισχύεται συνεχώς και δεν θα υπονομεύεται από σκοπιμότητα ή ατολμία και αδράνεια. Βέβαια, ο ΣΥΡΙΖΑ υπονομεύτηκε και από τους μικρότερους συμμέτοχους που επίσης πάσχουν από εσωτερικές αντιφάσεις. Υπονομεύτηκε επίσης από τον μικρομεγαλισμό ορισμένων, αλλά και από την επιπολαιότητα δραστήριων «ανένταχτων» που συμπεριφέρθηκαν στους οργανωμένους με αλαζονεία, όπως φάνηκε και στις πλατείες.
Ασφαλώς, σε επίπεδο εμβέλειας, μόνο η σύμπραξη ΚΚΕ – ΣΥΝ θα είχε καταλυτικές επιπτώσεις σε όλο το φάσμα της Αριστεράς και θα άλλαζε άρδην το πολιτικό σκηνικό. Ίσως και να ζούσαμε καταστάσεις πρωτόγνωρες. Αλλά και χωρίς αυτό, λόγω κυρίως της αδιάλλακτης θέσης του ΚΚΕ, η συνεννόηση και σύμπραξη όλων των δυνάμεων της Αριστεράς, χωρίς το ΚΚΕ, θα είχε επίσης σημαντική επίδραση στη ροή των εξελίξεων. Θα δημιουργούσε σχέσεις μεγαλύτερης εμπιστοσύνης με τους πολίτες που θέλουν αξιόπιστη εκπροσώπηση, θα καθιστούσε τις δράσεις πιο αποτελεσματικές και θα ασκούσε, επιδρώντας στη βάση, μεγαλύτερη πίεση στο ΚΚΕ για συνομιλίες και συνεργασίες. Επίσης, θα προκαλούσε περισσότερες προσχωρήσεις από το στρατόπεδο των ανένταχτων και της σοσιαλδημοκρατίας.
Είναι έγκλημα, ειδικά σήμερα, να μην συνεννοούνται μεταξύ τους οι αριστεροί για διαδηλώσεις, απεργίες και κοινές δράσεις πάσης φύσεως, στους χώρους δουλειάς, τα συνδικάτα, τις γειτονιές, τους δήμους, τα πανεπιστήμια και, γιατί όχι, στη Βουλή. Και να αλληλοφθείρονται. Η κοινωνία στέλνει απεγνωσμένα σήματα, με πλατείες, δημοσκοπήσεις, άρθρα, βίντεο, σημειώματα, διαδικτυακά γράμματα, τηλεφωνήματα και... μηνύματα σε μπουκάλια ριγμένα στα χωρικά ύδατα της Αριστεράς!
Ουδείς λαμβάνει;
Σύστημα υπό κατάρρευση, χώρος υπό δημιουργία
Στον καθεστωτικό χώρο, συντελούνται επίγειες και υπόγειες διεργασίες μικρής και μεγάλης έντασης. ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και ΛΑΟΣ, κατέχουν την πολιτική εξουσία, αλλά βρίσκονται σε σοβαρότατη κρίση. Είναι περισσότερο εύθραυστα από ποτέ. Η συνεργασία τους είναι ειλικρινής, γιατί προσπαθούν από κοινού να διασώσουν το σύστημα του καπιταλισμού και της εξάρτησης, στο οποίο ανήκουν και υπηρετούν, αλλά οι ανταγωνισμοί μεταξύ τους παραμένουν και εντείνονται στην προσπάθειά τους να φορτώσουν τις αρνητικές συνέπειες της κρίσης και των επιλογών τους ο ένας στον άλλον ώστε να μην χάσουν τα κοινωνικά τους ερείσματα.
Με δεδομένο ότι η πολιτική τους στην κυριολεξία καταστρέφει τη χώρα και αισθάνονται όλο και μεγαλύτερη πίεση σαν κόμματα, αλλά και ατομικά, οι βουλευτές και τα στελέχη, εντείνονται και οι εσωτερικές αντιθέσεις με βάση το αίσθημα της αυτοσυντήρησης που κυριαρχείται από το «ο σώζων εαυτόν σωθήτω». Έτσι, βλέπουμε τους πρώτους κανιβαλισμούς. Κάποιοι θα φαγωθούν για να επιβιώσουν οι υπόλοιποι.
Όμως, πέρα απ’ αυτούς που προσπαθούν να διασωθούν μέσα σε ένα πλοίο που βυθίζεται, μη διστάζοντας να σπρώξουν στη θάλασσα τους διπλανούς τους προκειμένου να εξασφαλίσουν μια θέση στη βάρκα, υπάρχουν κάποιοι που εντάχθηκαν στα κόμματα εξουσίας σε καλύτερες εποχές, πιστεύοντας ότι μέσα απ’ αυτά κάνει κανείς αποτελεσματικότερη πολιτική παρέμβαση, καθώς και κάποιοι ταυτισμένοι με το σύστημα, που δεν αποδέχονται ως σύμφυτες με αυτό τις καταστροφικές του επιπτώσεις, και αντιδρούν. Θα μπορούσε κανείς να συσχετίσει με την πρώτη περίπτωση τη Σοφία Σακοράφα και με τη δεύτερη τον Πάνο Καμμένο.
Αναπόφευκτα, δημιουργήθηκε ένας ενδιάμεσος χώρος, από το χάος που δημιουργεί η Δεξιά και από τα κενά που αφήνει η Αριστερά. Σ’ αυτό το χώρο, εμφανίστηκαν πολλά άτομα και ομάδες που διεκδικούν πρωτεύοντα ρόλο στη διαμόρφωση των εξελίξεων. Διακρίνονται, βεβαίως, αυτοί που έχουν ένα καταξιωμένο όνομα ή/και τη μεγαλύτερη πρόσβαση στην τηλεόραση. Ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Αλέξης Μητρόπουλος, ο Γιάννης Δημαράς, ο Δημήτρης Καζάκης, ο Κώστας Μπέης και πολλοί άλλοι οικονομολόγοι, πανεπιστημιακοί, δημοσιογράφοι, συνδικαλιστές, πρώην βουλευτές κ.λπ. Σ΄ αυτό τον ενδιάμεσο χώρο, εντάσσεται και η ΔΗΜΑΡ. Εκεί θα παίξουν και τα ρετάλια του ΠΑΣΟΚ.
Όλοι αυτοί απευθύνονται σε ένα πολύ μεγάλο αριθμό πολιτών που, εξαιτίας της κρίσης, βρίσκονται πολιτικά άστεγοι. Πλατιά μικροαστικά στρώματα που καταστρέφονται ή στριμώχνονται άσχημα. Ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατίας, στους οποίους προστίθενται ψηφοφόροι του ΛΑΟΣ. Δηλαδή, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι την εκπροσώπηση των οποίων διεκδικούν οι πολιτικοί που δρουν ενδιαμέσως. Ήδη, νέοι πολιτικοί σχηματισμοί αναγγέλθηκαν ή μαγειρεύονται. Αν ο Μίκης Θεοδωράκης ήταν δέκα χρόνια νεότερος και υγιής, θα συσπείρωνε πολύ κόσμο και θα πρωταγωνιστούσε με δικό του φορέα. Και εάν τα κανάλια συνεχίσουν να προβάλλουν προνομιακά τον Κουβέλη, η ΔΗΜΑΡ θα προσεταιριστεί ένα σημαντικό κομμάτι, εξασφαλίζοντας ένα μαξιλάρι για κάθε μετανιωμένο ψηφοφόρο που θέλει, τουλάχιστον πολιτικά, να πέσει στα μαλακά, ούτε με την εξουσία ούτε εναντίον της.
Όμως, επειδή είναι άγνωστο πότε θα γίνουν εκλογές, αλλά και μετά, αφού οι εκλογές πιθανότατα δεν θα λύσουν το πρόβλημα, είναι ρευστή η κατάσταση γύρω από τις δυνάμεις που θα (ανα)συγκροτηθούν και θα αποσπάσουν την προτίμηση του πολιτικά άστεγου κοινωνικού σώματος. Είναι, δηλαδή, πιθανό η κοινωνία να αναδείξει αυτούς που χρειάζεται, αληθινούς ή πλασματικούς, στη δεδομένη στιγμή για να μπουν επικεφαλής του αγώνα σωτηρίας.
Η ολιγωρία και οι αγκυλώσεις, σ’ αυτή την αναδιάταξη, μπορεί να κοστίσουν πάρα πολύ ακριβά στην Αριστερά εάν δεν συμπαρατάξει τις δυνάμεις της για να δημιουργήσει ένα αξιόπιστο εναλλακτικό σχήμα άμεσου αποτελέσματος, μεγάλης εμβέλειας και μακράς πνοή.
Το να περιμένει η κοινωνία πότε θα λύσει η Αριστερά τα εσωτερικά της προβλήματα ισοδυναμεί με αυτοκτονία. Το να περιμένει η Αριστερά πότε θα λύσει τα προβλήματά της για να υπερασπιστεί την κοινωνία με όλες της τις δυνάμεις, ισοδυναμεί με τη δική της αυτοκτονία.
Ποιος ευθύνεται;
Τίθεται, λοιπόν, ξανά και ξανά, το βασανιστικό, και μέχρι τώρα αναπάντητο ερώτημα, πώς σκέφτεται και ενεργεί η Αριστερά. Και, το οποίο οδηγεί αναπόφευκτα στο επόμενο ερώτημα, ποιος θα ευθύνεται για την ατελέσφορη παρέμβασή της ή για το ξεπέρασμά της.
Η Αριστερά έχει σαφή πλεονεκτήματα. Παλεύει πάντα για τον πολίτη και όχι για τον τοκογλύφο. Δεν έχει λερωμένο το όνομά της. Συνδέεται με τους αγώνες και τα κινήματα που αναπτύσσονται για την προστασία των λαϊκών στρωμάτων, την υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας και, προοπτικά, για την οικοδόμηση ενός κόσμου ριζικά διαφορετικού. Γιατί, λοιπόν, η Αριστερά δεν μπορεί, σ’ αυτή την κρίσιμη στιγμή, που ολοφάνερα η χώρα οδηγείται σε πλήρη χρεοκοπία, με τραγική επιδείνωση όλων των όρων ζωής και με ό,τι αυτό συνεπάγεται, να υπερβεί τα κωλύματά της και να αναλάβει τις ευθύνες της;
Τις πταίει;
Αριστερά του πελάγους ή της μοναξιάς;
«Βγες από τα παπούτσια σου και μπες στα παπούτσια του άλλου για να δεις τον εαυτό σου», λέει σε ένα τραγούδι του ο Μπομπ Ντίλαν.
Πόσο θα ήθελα να μπορούσαν όλοι οι αριστεροί να έμπαιναν στα παπούτσια των άλλων ανθρώπων, δηλαδή του λαού που συνεχώς επικαλούνται και στο όνομά του πίνουν νερό, για να δουν τους εαυτούς τους από τη δική του σκοπιά. Πόση ενέργεια θα είχε εξοικονομηθεί, πόσος χρόνος θα είχε κερδηθεί, πόση φαιά ουσία θα είχε σωθεί, πόσος κόπος θα είχε αποφευχθεί, πόσες δυνάμεις δεν θα είχαν σπαταληθεί, πόση έμπνευση θα είχε αντληθεί, πόσες «γραμμές» θα είχαν διορθωθεί, πόσοι αγώνες θα είχαν ευδοκιμήσει, πόσες διασπάσεις θα είχαν αποτραπεί, πόσο πιο κοντά στο λαό θα ήμασταν!
Αλλά ακόμα κι αν όλα αυτά δεν είχαν γίνει, πάλι σοφότεροι θα ήμασταν και οπωσδήποτε πιο μέσα στην κοινωνία και πιο κοντά στους στόχους μας. Γιατί η απόσταση από την κοινωνία, η αυταρέσκειά μας και ο αυτοδιορισμός μας στη θέση του εκπροσώπου του λαού, μας έκλεισε μέσα σε χρυσά κλουβιά μεγάλων προσδοκιών, μας έκανε περισσότερο εγωιστές και πιο ευάλωτους στις σειρήνες της διάσπασης και της απομόνωσης. Ούτε με τη σκιά τους δεν μπορούν πολλοί αριστεροί να συντονιστούν. Λες και είναι φυσικό να αναδεικνύουν πάντα αυτά που τους χωρίζουν με τους άλλους κι όχι αυτά που τους ενώνουν. Πράγμα που είναι, βέβαια, πιο εύκολο, γιατί ο καθένας διατηρεί για τον εαυτό του το προνόμιο της σωστής θέσης και της αυθεντικής ερμηνείας των γραφών. Κι όταν είσαι μέλος μιας κλειστής ομάδας, πιο εύκολα σου φαίνονται όλοι οι άλλοι ανεπαρκείς, ενδοτικοί, αποστάτες, ακόμα και ξεπουλημένοι. Και η τάση σου να δεις ακόμα και τα μέλη της ίδιας της ομάδας σου με μισό μάτι, μεγαλώνει επίσης. Η κλεισούρα ποτέ δεν κάνει καλό. Μικρόβια και σκόροι βρίσκουν ιδανικό το περιβάλλον για να αναπτυχθούν. Ενώ η απλωσιά, ο ήλιος, το αεράκι, μπορεί να σε πουντιάσει ή να σε κάψει εάν δεν είσαι προσεκτικός, αλλά σίγουρα σε ανανεώνει, σε φρεσκάρει, σου αυξάνει τους χυμούς και ανοίγει τους ορίζοντές σου. Κάλιο σε ένα βράχο να κοιτάς την απεραντοσύνη, παρά σε ένα ανήλιαγο υπόγειο που η υγρασία τρώει και σένα και τις ιδέες σου. Από ένα βράχο μπορείς να πέσεις, αλλά μπορείς και να σαλπάρεις. Ο ουρανός και τα αστέρια, η θάλασσα και τα βαπόρια είναι σύμμαχοί σου. Ενώ, από το κελί σου ο κόσμος είναι μικρός, γκρίζος και άβολος.
Τέτοιες σκέψεις μου γεννήθηκαν, ξαναδιαβάζοντας το κομμάτι της Λούξεμπουργκ και το κομμάτι του Λένιν που μου ταχυδρόμησε ο φίλος μου ο Τάσος, απογοητευμένος από τη στενόκαρδη πολιτική της Αριστεράς που αντί να ανασκουμπωθεί, να συσπειρωθεί και να ανοίξει τα φτερά της να πετάξει, εμποδίζεται από εσωστρέφεια, δογματισμό και αντιπαλότητα.
Όλοι μαζί ή μόνοι σας;
Όταν ο Λένιν μιλάει όχι για την αντίσταση σε κάποιο μνημόνιο, αλλά για την ίδια την επανάσταση, και λέει «…Η σοσιαλιστική επανάσταση στην Ευρώπη, δεν μπορεί να έρθει παρά ως ένα ξέσπασμα μαζικής πάλης εκ μέρους όλων των διαφόρων καταπιεσμένων και απογοητευμένων στοιχείων. Αναπόφευκτα, κομμάτια των μικροαστών και των πιο καθυστερημένων εργατών θα συμμετέχουν. Χωρίς μια τέτοια συμμετοχή, ο μαζικός αγώνας είναι αδύνατος, χωρίς το μαζικό αγώνα, η επανάσταση είναι αδύνατη. Το ίδιο αναπόφευκτα αυτοί θα φέρουν στο κίνημα τις προκαταλήψεις τους, τις αντιδραστικές φαντασιώσεις τους, τις αδυναμίες και τα λάθη τους. Αλλά, αντικειμενικά, θα επιτεθούν ενάντια στο κεφάλαιο…», γιατί δεν μπορούν, τουλάχιστον οι δηλωμένοι λενινιστές, να αντιληφθούν ότι κανένας αγώνας τους δεν θα δικαιωθεί εάν δεν επιδιώξουν μια πολύ πλατιά συμπόρευση;
Αλλά, πώς θα συμμαχήσουν με αυτά τα στρώματα, όταν δεν μπορούν να συμμαχήσουν ούτε με τις δυνάμεις που προέρχονται από την ίδια μήτρα, το ΚΚΕ; Τις δυνάμεις που έχουν ιστορία αγώνων και θυσιών ενάντια στην αστική τάξη, το κεφάλαιο και τον ιμπεριαλισμό; Και τις δυνάμεις που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της αντιπαράθεσης με την εξουσία; Αν δεν μπορούν ούτε μ’ αυτές τις δυνάμεις, όχι να συγχωνευτούν, αλλά να συμμαχήσουν, πώς θα μπορέσουν να συμμαχήσουν με «…τα κομμάτια των μικροαστών και των πιο καθυστερημένων εργατών…» που αναφέρει χωρίς περιστροφές και ωραιοποιήσεις ο Λένιν; Ή μήπως, θα κάνουν την κοινωνική αλλαγή όταν ολόκληρη η κοινωνία μετατραπεί σε επαναστατική εργατική πρωτοπορία;
Αυτές οι αντιλήψεις της ηγεσίας του ΚΚΕ ανιχνεύονται με πιο εκλεπτυσμένη μορφή και στους «όρους» για συμμαχίες που θέτουν ορισμένες ομάδες της Αριστεράς. Γιατί, π.χ., να είναι υποχρεωτικό να συμφωνήσει κανείς εκ των προτέρων ότι ο αγώνας εναντίον του μνημονίου πρέπει να συνδεθεί άμεσα με την ανατροπή του καπιταλισμού; Ή έστω την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση;
Στην εξωκοινοβουλευτική Αριστερά υπάρχει πάντα η (κατανοητή) έλλειψη του κόμματος της εργατικής τάξης. Οπότε, ό,τι αποτελεί συστατικό στοιχείο ενός κομμουνιστικού κόμματος, π.χ. η αποσαφήνιση των στρατηγικών στόχων, προβάλλεται, αδέξια και διαχωριστικά, από τις οργανώσεις που θα ήθελαν να έχουν το στάτους ενός κόμματος της εργατικής τάξης, πάνω στη γραμμή του μετώπου των κοινωνικών δυνάμεων που καλούνται να εμποδίσουν την εφαρμογή του μνημονίου. Αυτός ο «μαξιμαλισμός», «σεχταρισμός» ή «βολονταρισμός», που θα έλεγε ένας βετεράνος κομμουνιστής, είναι απόρροια των «κενών» που έχει η εξωκοινοβουλευτική Αριστερά στη συγκρότησή της. Κενά που ευκολότερα καλύπτονται με μεγαλοστομίες περί «καθαρότητας», «σαφήνειας» και «επαναστατικότητας» παρά με πρακτικό και αποτελεσματικό τρόπο. Μάλιστα, οι πιο σκληρές ιδεολογικά ομάδες εξαρτούν την πολιτική τους επιβίωση περισσότερο από την αδιαλλαξία τους και λιγότερο από την τριβή τους με την πραγματικότητα.
Ο Συνασπισμός, με την αποδοχή του από την κοινωνία ως κόμματος της πρώτης εθνικής, έστω και χαμηλά –τουλάχιστον μέχρι προχτες- στη βαθμολογία, διατηρεί την πρωτοβουλία των «συνεννοήσεων», αλλά δεν την εξασκεί αποφασιστικά και επίμονα. Ίσως, γιατί οι «ανανεωτικοί» έφυγαν, αλλά η αρνητική επιρροή τους για τις αριστερές συμμαχίες, όπως και για ισχυρό οργανωτικό δίκτυο, παραμένει παρούσα. Ίσως, γιατί κάποιοι αποφεύγουν τα ανοίγματα για να μην κλονιστεί η ιεραρχία. Ίσως, γιατί κάποιοι από τους «φυσικούς» σύμμαχους είναι κατηγορηματικά αρνητικοί, όπως το ΚΚΕ, ή αρκετά δογματικοί και καχύποπτοι, όπως τινές των εξωκοινοβουλευτικών και των ανένταχτων. Δεν είναι λίγοι αυτοί που φοβούνται ότι αν μόνο ο ΣΥΝ πάει καλά στις εκλογές, όλοι οι άλλοι θα ενταφιαστούν ή θα επιστρέψουν στην προ του ΣΥΡΙΖΑ κατάσταση, των περιθωριακών ομάδων.
Τελικά, το «συναποφασίζειν» θέλει αρετή και τόλμη, όπως η ελευθερία. Και, μαζί με τη διαφάνεια, αποτελεί εχέγγυο για να μην καπελώσουν τις προσπάθειες σύγκλισης και συνεργασίας, άτομα που αναζητούν ευκαιρία για μια νέα καριέρα μέσα από την Αριστερά ή για να ξεπλύνουν, μεταλλαγμένοι, αμαρτίες όχι γονέων, αλλά τέκνων. Στην Αριστερά, δεν υπάρχει φορέας χωρίς ευθύνη για τον κατακερματισμό. Ξέρουμε ότι οι συμμαχίες ούτε εύκολες είναι, ούτε ακίνδυνες, αλλά στην εμπόλεμη κατάσταση που ζούμε, η άρνησή τους ισοδυναμεί με πανωλεθρία.
Η ελπίδα από κάτω
Κοιτώντας την κατάσταση από κάτω, έχω την αίσθηση ότι όλες αυτές οι πολυετείς πλέον διεργασίες δεν θα πάνε χαμένες. Πιθανότατα, κάτι σημαντικό ωριμάζει χωρίς ακόμα να είναι ορατό στην επιφάνεια. Στηρίζω αυτή την ελπίδα στο γεγονός ότι σε όλη την Ελλάδα έχει αναπτυχθεί αφενός μια πολύ μεγάλη συζήτηση γύρω απ’ αυτά τα ζητήματα, και αφετέρου δημιουργούνται εκατοντάδες κινήσεις για το χαράτσι, τα διόδια, τα πάρκα, τα δάση, τις θάλασσες, τις αρκούδες και τις μέλισσες, στις οποίες συμμετέχουν χιλιάδες πολίτες που ανήκουν σε όλα τα παρακλάδια της Αριστεράς, από κοινού με πολίτες χωρίς κομματικό πρόσημο. Δηλαδή, οι ανεκπλήρωτες σε επίπεδο κορυφής συμμαχίες δοκιμάζονται και ήδη υλοποιούνται σε επίπεδο βάσης. Κάτι που, αργά ή γρήγορα, θα φτάσει και στο κεφάλι ή θα το παρακάμψει.
Στέλιος Ελληνιάδης

Δεν υπάρχουν σχόλια: