Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2012

Σκοτεινοί Δείκτες και Αριθμοί, της (εντός ΟΝΕ) Ελληνικής Οικονομίας



ΠΗΓΗ: ΜΑΑ
Του Κώστα Παπουλή
 Εισαγωγικά: Η «αριθμητική» της (εντός ΟΝΕ) ελληνικής οικονομίας, από πολλές όψεις, είναι εντυπωσιακά αρνητική. Ορισμένες, από αυτές τις όψεις, αναφέρονται σε αυτό το άρθρο, όπως: 1) Η δυνατότητα παραγωγής πλεονάσματος ανά εργαζόμενο, σε σχέση με την Γερμανία, η την Ισπανία. 2) Η αρνητική καθαρή αποταμίευση όλη την δεκαετία του ευρώ, που δείχνει άλλωστε, ότι η ελληνική οικονομία δεν είχε κανέναν δυναμισμό, και ότι η φιλολογία περί ισχυρής Ελλάδας -που υιοθέτησε και τμήμα της αριστεράς- ήταν εσφαλμένη. 3) Η συνεπακόλουθη εξωτερική της υπερχρέωση και η δυναμική του δημοσίου χρέους (κύρια εξωτερικού), μιας ουσιαστικά (παραγωγικά και δημοσιονομικά) χρεοκοπημένης χώρας, που είναι ανέφικτο να ανακοπεί. 4) Η μεγάλη της κάμψη και οι χαμηλοί της μισθοί, σε σχέση με το κέντρο. 5) Η πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία της χώρας, η οποία από την εποχή της πολιτικής της σκληρής δραχμής, αλλά και εντός ΟΝΕ, ανατιμάται διαρκώς, και έτσι η Ελλάδα διαθέτει εδώ και πολλά χρόνια πιο «σκληρό» νόμισμα από τις ΗΠΑ, την Γερμανία κλπ.
Αυτοί είναι μερικοί από τους σκοτεινούς αριθμούς, που λένε, ότι οι θυσίες που πρέπει να γίνουν από τον κόσμο της εργασίας, για να παραμείνει η Ελλάδα στο ευρώ είναι τεράστιες. Από την άλλη, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο, που να δείχνει, ότι η ενταγμένη στην ΟΝΕ, ελληνική οικονομία, μπορεί να βγει από τον Άδη, και να ξεφύγει η χώρα από την διαδικασία ερημοποίησης. Η έξοδος λοιπόν, από το ευρώ, ως αντικειμενική φορά των πραγμάτων, καθίσταται μάλλον θέμα χρόνου.
                  

Α) Δυνατότητα παραγωγής πλεονάσματος ανά εργαζόμενο: Μια μελέτη για το ασφαλιστικό, που έγινε πριν μερικά χρόνια, από την ερευνητική ομάδα του Θ. Μαριόλη,1 οδήγησε σε ένα απίστευτο αποτέλεσμα. Χρησιμοποιώντας στοιχεία του 1997-98, προ ευρώ δηλαδή, βρέθηκε ότι ένας εργαζόμενος στην Ελλάδα, μπορεί να συντηρήσει ως μάξιμουμ θεωρητική δυνατότητα, με τον ίδιο μέσο μισθό, δύο μη εργαζόμενους. Όταν ο ελληνικός μέσος μισθός θεωρήθηκε ως ισπανικός, τότε ένας εργαζόμενος στην Ισπανία μπορούσε να συντηρήσει 8. Όταν ο ελληνικός μισθός θεωρήθηκε μέσος γερμανικός μισθός, τότε ένας εργαζόμενος μπορούσε να συντηρήσει 20.
       Δηλαδή, η μάξιμουμ θεωρητική δυνατότητα παράγωγής πλεονάσματος ανά εργαζόμενο, ανάμεσα στην Ελλάδα, την Ισπανία και την Γερμανία, όταν πάρουμε σαν βάση τον ελληνικό μέσο μισθό, βρέθηκε 1:4:10. Αντίθετα καμία οικονομία, ούτε η ελληνική, ούτε η ισπανική, δεν μπορεί να αντέξει τον γερμανικό μέσο μισθό, μια που τα κέρδη, π.x., γίνονται αρνητικά. Παρά την ύπαρξη προϋποθέσεων στην μελέτη, που αλλοιώνει σχετικά το αποτέλεσμα, μπορούμε να   φωτογραφίσουμε σε τι δεινή θέση βρέθηκε η ελληνική οικονομία μέσα στην ΟΝΕ, όταν έπρεπε να ανταγωνιστεί, χωρίς καμία προστασία, πολύ πιο προηγμένες οικονομίες από αυτήν. Η καταστροφή, ήταν θέμα χρόνου.
Το ευρώ κατασκευάστηκε, φυσικά, για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των μεγάλων επιχειρήσεων και τραπεζών του κέντρου, στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης. Το ευρώ δεν φτιάχτηκε για τον κόσμο της εργασίας και πολύ περισσότερο, για την περιφέρεια και την Ελλάδα.
Β) Καθαρή Αποταμίευση: Το ανταγωνιστικό έλλειμμα της περιφέρειας και η αποδιάρθρωση της παραγωγικής της βάσης κρύφτηκε από τον φτηνό εξωτερικό δανεισμό. Οδηγηθήκαμε σε βαθιά στρέβλωση των οικονομιών του Νότου, σε άφθονα κέρδη για τις τράπεζες, και σε ανάπτυξη κλάδων μη διεθνών εμπορεύσιμων αγαθών, εσωτερικό εμπόριο, «φούσκες» ακινήτων κλπ.
Δυστυχώς υπάρχει, και εδώ, μια αρνητική ελληνική πρωτιά. Η ελληνική οικονομία δεν είναι η μοναδική στον κόσμο, ή στην ζώνη του ευρώ (ΖΕ), που εμφανίζει εξωτερικό έλλειμμα. Είναι όμως η μοναδική στην ΖΕ, που εμφανίζει αρνητική καθαρή αποταμίευση,2 κατά μήκος όλης της δεκαετίας του 2000. Ακολουθούν η Πορτογαλία-Μάλτα με 7 έτη, Κύπρος με 3, Ιταλία-Σλοβακία με 2. Aς κρατήσουμε ότι για την Ιταλία, είναι τα δύο τελευταία της έτη, και ότι η αποταμίευση της επιδεινώνεται ταχύτατα μετά το 2007.
Αν δηλαδή η ελληνική οικονομία ήταν κλειστή (ουσιαστικά αν δεν δανειζόταν), θα έπρεπε να τρώμε κτίρια ή μηχανές.
Άρα, τα επίπεδα κατανάλωσης και επένδυσης, οι ρυθμοί ανάπτυξης της «χρυσής εποχής της ΟΝΕ», δεν είχαν να κάνουν με κάποιο δυναμισμό της ελληνικής οικονομίας, αλλά με την συνεχώς διογκούμενη εξωτερική της υπερχρέωση, που προανήγγειλε την σημερινή χρεοκοπία.
Πρέπει να σημειώσουμε, ότι από το 1960 μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1990, η καθαρή αποταμίευση στην Ελλάδα ήταν πάντα θετική, το εξωτερικό έλλειμμα βιώσιμο (αρκετές φορές και θετικό) και ο δανεισμός του δημοσίου ήταν κύρια εσωτερικός, είτε δηλαδή προερχόταν από την εγχώρια αποταμίευση, είτε από την νομισματική χρηματοδότηση του δημόσιου ελλείμματος.
Γ) Εξωτερικό δημόσιο χρέος, Καθαρή Διεθνής Επενδυτική Θέση, Καθαρό Εξωτερικό Χρέος: Μπορεί το δημόσιο χρέος -προ ΟΝΕ- να ήταν 100% και πλέον, του ΑΕΠ, αλλά το κύριο μέρος του (άνω του 80%) ήταν σε δραχμές, άρα διαχειρήσιμο και ελέγξιμο, μέσω του πληθωρισμού, της νομισματικής χρηματοδότησής του κλπ. Σήμερα όχι μόνο βρίσκεται στο 160% του ΑΕΠ, αλλά τα 2/3 και πλέον, είναι εξωτερικό χρέος. Η δραχμή δεν προστάτευε μόνο την εγχώρια παραγωγή, αλλά προστάτευε και από το εξωτερικό χρέος, λόγω και του υψηλού κόστους δανεισμού σε ξένο νόμισμα.    
Τις τελευταίες δεκαετίες έχει εισαχθεί στις επίσημες στατιστικές το μέγεθος «Καθαρή Διεθνής Επενδυτική Θέση» (Κ.Δ.Ε.Θ. – «Net International Investment Position»),3 το οποίο αποτυπώνει το ύψος των διεθνών υποχρεώσεων και απαιτήσεων μίας χώρας, σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Αναλόγως, λοιπόν, του προσήμου της, θετικού ή αρνητικού, η Κ.Δ.Ε.Θ. δηλώνει ότι μία χώρα είναι καθαρός πιστωτής ή χρεώστης, αντιστοίχως, έναντι του υπολοίπου κόσμου. Έτσι, όταν κοιτάξει κανείς τα στοιχεία για την Κ.Δ.Ε.Θ., η Γερμανία για παράδειγμα, είναι καθαρός πιστωτής (της τάξης του 37% του ΑΕΠ της), ενώ η Ισπανία, και η Ιρλανδία είναι καθαροί χρεώστες (της τάξης του 81%, και του 58% των ΑΕΠ τους, αντιστοίχως, με στοιχεία για το 2008-2009). Τέλος, διευκρινίζεται ότι τα στοιχεία για την Κ.Δ.Ε.Θ. δεν συμπίπτουν, επακριβώς, με αυτά για το «καθαρό εξωτερικό χρέος».
Τα στοιχεία για το καθαρό εξωτερικό χρέος και την Κ.Δ.Ε.Θ. είναι σημαντικά, γιατί μας πληροφορούν για τις απαιτήσεις και υποχρεώσεις κάθε επιμέρους εθνικής οικονομίας. Ειδικότερα, όσον αφορά στην Ελλάδα, θα πρέπει να τονιστεί ότι η Κ.Δ.Ε.Θ. της χειροτερεύει συστηματικά: από το -35.3% του ΑΕΠ το 1999, έφθασε στο -100%, περίπου, του ΑΕΠ (δηλ. στα 228 δισ. ευρώ) στο τρίτο τρίμηνο του 2010. Η Ελλάδα (όπως και όλος ο Ευρωπαϊκός «Νότος») είναι, λοιπόν μία συγκριτικά υπερχρεωμένη χώρα, και αυτό ήταν αναπόφευκτο, από τη στιγμή που εντάχθηκε στην ΟΝΕ. Και είναι αξιοσημείωτο ότι, σύμφωνα με εκτιμήσεις, το καθαρό εξωτερικό χρέος της Αργεντινής, κατά το έτος που ξέσπασε, εκεί, η κρίση (δηλ. το 1999), ανερχόταν μόλις στο 6% του ΑΕΠ της και στο 64% των εξαγωγών της, ενώ της Ελλάδας ανερχόταν, το 2009, στο 103% του ΑΕΠ της και στο 512% των εξαγωγών της (τα αντίστοιχα μεγέθη για την Ισπανία είναι 65% και 274%, και για την Πορτογαλία είναι 122% και 441%).
Δ) Ύφεση, ανεργία, μισθοί: Η ύφεση στην Ελλάδα φέτος, αν δεν «μαγειρεύονταν» τα στοιχεία του ΑΕΠ, θα καταγραφόταν στο -7%. Παρά τις επίσημες «προβλέψεις» για ύφεση το 2012 κατά -3,5%, όλα δείχνουν πως τα επίπεδα ύφεσης θα είναι ανάλογα. Πουθενά στην ΖΕ δεν υπάρχει τέτοια κατάρρευση. Έτσι μέσα στα 4 χρόνια (2009-2012) η ύφεση στην Ελλάδα θα ξεπεράσει αθροιστικά το -20%. Εντυπωσιακή ομοιότητα με την Αργεντινή, όπου η ύφεση το 1998-2001, ήταν -22%.    
Η επίσημη ανεργία συγκρίνεται μόνο με της Ισπανίας, και βρίσκεται στο 18,5%, στην Πορτογαλία στο 13%, στην Ιταλία 8,5%, και στην Γερμανία στο 5,5%, στα πιο χαμηλά επίπεδα μετά την γερμανική ενοποίηση.
Ο μέσος ονομαστικός μισθός στην Ελλάδα το 2003, ήταν στο 45% του γερμανικού και στο 52% της τότε Ένωσης των 15. Αν συμπεριλάβουμε την έλλειψη κοινωνικού μισθού στην χώρα μας και την ελληνική μισθολογική καθίζηση της τελευταίας διετίας, βλέπουμε ότι η Ελλάδα προσπαθεί να στηριχτεί στους χαμηλούς μισθούς και δεν τα καταφέρνει, ενώ η Γερμανία στην υψηλή παραγωγικότητα και τα καταφέρνει.
Ε) Η δυναμική του δημόσιου χρέους: Ας κάνουμε το απίθανο σενάριο, ότι η Ελλάδα στο τέλος του 2012 θα έχει δημόσιο χρέος στο 140% του ΑΕΠ (δηλαδή άμεσα, μετά την αναδιάρθρωση, το χρέος θα προσεγγίσει περίπου τα 280-285 δις ευρώ από 360-365 δις, σήμερα), και ένα μέσο επιτόκιο 4,5%. Επειδή θα δανειστεί η χώρα, αρκετά δις, για την επανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, αλλά και για να χρηματοδοτήσει μετρητοίς την συμφωνία, μιας τέτοιας έκτασης κούρεμα προϋποθέτει και την «συμμετοχή» της Ε.Κ.Τ. . Ας υποθέσουμε ακόμη, ότι θα πετυχαίνει κατά έτος, πρωτογενές πλεόνασμα 1% του ΑΕΠ. Αν ο πληθωρισμός είναι 1,5%, τότε για να είναι το δημόσιο χρέος στις αρχές του 2020 στο 119,26%, του ΑΕΠ, χρειάζεται ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης 4,5%!
Η ελληνική οικονομία από το 1980-2000, εμφάνισε μέσο ρυθμό ανάπτυξης 1,5%, ενώ κατά την διάρκεια της «φούσκας» του ευρώ 2001-2008, 4,2%. Ο υψηλός αυτός ρυθμός, στηρίχτηκε στην ροή του εξωτερικού δανεισμού. Σήμερα η ροή αυτή καλείται να αλλάξει φορά αλλά απαιτείται συγχρόνως και να ξαναδημιουργηθούν οι ρυθμοί ανάπτυξης της τελευταίας περιόδου. Οικονομική πολιτική; ή «τετραγωνισμός του κύκλου»;
Είναι συνδυασμός σεναρίου επιστημονικής φαντασίας, και   κοινωνικού θρίλερ, να δημιουργηθεί πρωτογενές πλεόνασμα ή να ισοσκελιστεί ο προϋπολογισμός. Φέτος, ενώ πάρθηκαν όλα αυτά τα μέτρα, με αποτέλεσμα την πρωτοφανή οικονομική κάμψη, το δημόσιο έλλειμμα, ίσως διορθώθηκε (;) κατά μισή μονάδα του ΑΕΠ. Πώς θα διορθωθεί κατά 3,5-4 ακόμη ποσοστιαίες μονάδες που απαιτούνται, για να υπάρξει πρωτογενές πλεόνασμα μίας περίπου μονάδας, που υποθέσαμε; Πόσο πρέπει να μειωθεί το ΑΕΠ, και να εκτιναχτεί ανάλογα ο λόγος Δημόσιο Χρέος προς ΑΕΠ, η ανεργία και η κοινωνική δυστυχία; Αλλά ακόμη και αν κάποτε επιτευχθεί πρωτογενές πλεόνασμα, αυτό δεν δύναται να διατηρηθεί, αν εκρέει για αποπληρωμή τόκων στο εξωτερικό και όχι σε στοχευόμενες δημόσιες επενδύσεις, που θα δημιουργήσουν ανάπτυξη.
Στο σενάριό μας, υποθέσαμε πληθωρισμό 1,5%, ενώ η τρόικα και η προσπάθεια εσωτερικής υποτίμησης, που βρίσκεται σε εξέλιξη, απαιτεί αποπληθωρισμό. Αν έχουμε π.χ. αρνητικό πληθωρισμό -0,5%, τότε για να πάει το χρέος κάτω από 120%, στις αρχές του 2020, απαιτείται ρυθμός αύξησης 6,5%.
Τέλος σε ένα πιο ρεαλιστικό, αλλά πάλι υπεραισιόδοξο σενάριο για τα σημερινά δεδομένα, με πρωτογενές έλλειμμα 1%, πληθωρισμό 1%, και ανάπτυξη 1%, το χρέος στις αρχές του 2020 (εφόσον ξεκίναγε αρχές του 2013 με 140% και επιτόκιο 4,5%), θα γινόταν 174%, του ΑΕΠ.
Άνθρακες λοιπόν και η τελευταία «συμφωνία» για το ελληνικό χρέος, όπως άλλωστε και αυτή του Ιουνίου. Αν λοιπόν αυτή πραγματοποιηθεί, πολύ σύντομα, θα ξαναρχίσει η γνωστή συζήτηση περί αναδιάρθρωσης ή χρεοκοπίας. Στην πραγματικότητα, για να υπάρχουν πιθανότητες αναστροφής της δυναμικής του δημόσιου χρέους, στην κατάσταση που βρίσκεται η ελληνική οικονομία, πέρα από γενναίο κούρεμα, πρέπει και το πραγματικό επιτόκιο δανεισμού να γίνει αρνητικό. Είναι κάτι που γνωρίζουν οι δανειστές και η τρόικα. Για αυτό μοναδικό σκοπό έχουν, την υποθήκευση και την κατάσχεση της δημόσιας περιουσίας, αλλά και τον συνολικό έλεγχο της χώρας.    
Ζ) Η συναλλαγματική ισοτιμία: Το 1973, ένα δολάριο είχε 30 δραχμές. Στην τελευταία συνεδρίαση της τράπεζας της Ελλάδας, για τον καθορισμό ισοτιμίας της δραχμής, τον Δεκέμβριο του 2000, 1$ είχε 367 δραχμές. Παρά την κατά 1200% ονομαστική υποτίμηση της δραχμής, το μέσο επίπεδο ζωής στην Ελλάδα βελτιώθηκε. Μερικοί λένε, ότι οι υποτιμήσεις δεν βοήθησαν και η απόδειξη είναι ότι η ελληνική οικονομία παρέμεινε ελλειμματική. Ξεχνούν να σημειώσουν, όμως, ότι το εξωτερικό έλλειμμα βρίσκονταν σε διατηρήσιμα επίπεδα, και η χώρα δεν υπερδανείστηκε από το εξωτερικό, και, φυσικά, να απαντήσουν στο τι θα συνέβαινε, αν δεν υπήρχε η δυνατότητα συναλλαγματικής πολιτικής.
Την απάντηση την δίνει η ιστορική εξέλιξη και η σημερινή χρεοκοπία. Με την ανατίμηση του ευρώ που έφτασε στην αρχή της κρίσης (Απρίλιος του 2008) και στο 1,6$, το ένα $ έγινε ανάλογα 213 δραχμές (θεωρώντας ως βάση υπολογισμού, την τελική ισοτιμία ευρώ-δραχμής), είχαμε τεράστια ονομαστική και πραγματική ανατίμηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας της χώρας, όσον αφορά τις χώρες εκτός ΖΕ.
Πρέπει εδώ να κάνουμε μια διευκρίνιση, μεταξύ ονομαστικής και πραγματικής ισοτιμίας, η οποία δεν γίνεται εύκολα κατανοητή. Η πραγματική ισοτιμία, υπολογίζεται πολλαπλασιάζοντας την ονομαστική ισοτιμία, με το εγχώριο επίπεδο τιμών και διαιρώντας με το ξένο επίπεδο τιμών. Δηλαδή, μπορεί την δεκαετία του 90, το νόμισμα της χώρας να υποτιμήθηκε ονομαστικά σε σχέση με τα νομίσματα των εμπορικών εταίρων της, αλλά αν δεν υποτιμήθηκε τόσο, ώστε να εξισορροπήσει τις διαφορές του πληθωρισμού, ανάμεσα σε αυτήν και τους εμπορικούς της εταίρους, τότε η πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία της Ελλάδας αυξήθηκε. Το ίδιο συμβαίνει και μέσα στη ΖΕ, όπου ενώ η ονομαστική ισοτιμία παραμένει σταθερή, οι διαφορές πληθωρισμού, οδηγούν σε άνοδο την πραγματική ισοτιμία.               
Σύμφωνα με μελέτες στελεχών της Τράπεζας της Ελλάδας, η πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία της δραχμής το έτος 1990, ήταν ακριβώς ίδια με το 1980. Σε όλα τα ενδιάμεσα έτη, η πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία ήταν μικρότερη. Η πραγματική ισοτιμία ανέρχεται, την δεκαετία του 1990, λόγω της πολιτικής της σκληρής δραχμής που συναρτούταν με τα κριτήρια του Μάαστριχτ (κύρια τον στόχο για τον πληθωρισμό), για την είσοδο της χώρας στο «κοινό» νόμισμα. Έτσι η χώρα κλειδώνει στο ευρώ, με διογκωμένη την πραγματική συναλλαγματική της ισοτιμία, σε σχέση με τα δύο υψηλά έτη της δεκαετίας του 80 (1980 και 1990). Δηλαδή, στην σύντομη πορεία προς το ευρώ, είχαμε πραγματική υπερτίμηση της δραχμής, και μάλιστα σημαντική, παρά την ονομαστική της υποτίμηση.
Η ανατίμηση της πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας της Ελλάδας, έναντι και των εντός ευρώ εταίρων, συνεχίζεται όμως, με ραγδαίους ρυθμούς και μετά την είσοδο στην ΟΝΕ. Οι διαφορές πληθωρισμού έναντι της Γερμανίας, για μια δεκαετία, διαμορφώνουν μια πραγματική υπερτίμηση της τάξης του 20%, έναντι του γερμανικού ευρώ. Τα οχτώ «χρυσά χρόνια», 2001-2008, η Ελλάδα παρουσιάζει τον υψηλότερο μέσο ρυθμό πληθωρισμό, ανάμεσα στα PIIGS.4 Άρα, η ανατίμηση της πραγματικής ισοτιμίας του νομίσματος της χώρας, δεν συνέβη μόνο απέναντι στο κέντρο, αλλά απέναντι και στην περιφέρεια της ΖΕ.
Η Ελλάδα και η περιφέρεια αντί να μειώσουν την ονομαστική και πραγματική τους ισοτιμία, για να αμυνθούν απέναντι σε πιο ισχυρές οικονομίες από αυτές, μέσα στον «ζουρλομανδύα του ευρώ», έκαναν ακριβώς το αντίθετο.    
Δεν υιοθετήσαμε απλώς το «μάρκο», αλλά ένα πιο ισχυρό νόμισμα. Η Ελλάδα έχει εδώ και πολλά χρόνια,  πιο σκληρό νόμισμα και από τις ΗΠΑ, και   την Γερμανία, και άλλες ισχυρές οικονομίες του κόσμου, αλλά και από την περιφέρεια της ΖΕ.

         Συμπέρασμα: Θα μπορούσαν να παρατεθούν και άλλοι αριθμοί και πολυάριθμοι δείκτες, να αναφερθεί η καταστροφική νομισματική πολιτική της Ε.Κ.Τ., για τις χώρες της περιφέρειας και την Ελλάδα, η στρέβλωση που έφερε και φέρνει στις οικονομίες τους, κλπ. Το πικρό συμπέρασμα, είναι το εξής: Αν η Ελλάδα είχε παραμείνει στην δραχμή, δεν θα είχε φυσικά τους μεγάλους ρυθμούς μεγέθυνσης της χρυσής οκταετίας της ΟΝΕ, αλλά σήμερα θα ήταν σε καλύτερη θέση στον διεθνή καταμερισμό εργασίας, δεν θα είχε χρεοκοπήσει και το «τσουνάμι» της κρίσης δεν θα μας είχε πνίξει.
Από την άλλη πλευρά, η παραμονή της χώρας στον Μινώταυρο της ΟΝΕ, συνεπάγεται καθημερινά τεράστιες θυσίες και συμφορές για την πλειοψηφία του λαού, απόλυτο έλλειμμα δημοκρατίας και προσβολή της εθνικής αξιοπρέπειας. Με αυτήν την έννοια, το σύνθημα «καμία θυσία για το ευρώ», είναι όχι μόνο λανθασμένο, αλλά και αποπροσανατολιστικό. Αδυνατεί όχι μόνο να εξηγήσει, αλλά και συσκοτίζει, την απλή αλήθεια, για το ευρώ, ως μηχανισμού εξαθλίωσης και εκμετάλλευσης της περιφέρειας και ιδιαίτερα του ελληνικού λαού, από τις μεγάλες τράπεζες, επιχειρήσεις και κράτη του κέντρου.

(1) Βλ: «Η Μεταβλητή κλειδί του Ασφαλιστικού Συστήματος», κεφ 6, στο: Θ. Μαριόλης, «Ελλάδα, Ε.Ε. και Οικονομική Κρίση», εκδ. Matura, Αθήνα, 2011.

(2) Βλ: Κ. Λαπαβίτσας, «Κρίση της Ευρωζώνης», σελ 39, εκδ. Νόβολι, Αθήνα, 2010, αλλά και Θ. Μαριόλης, στο παράρτημα 2: «Μια αξιοσημείωτη όψη της «εντός ΟΝΕ» ελληνικής οικονομίας», του «Αριστερές Παραμυθίες περί κερδών-Μεγέθυνσης και η περίπτωση της Ελληνικής Οικονομίας» που δημοσιεύτηκε στο διαδίκτυο και βρίσκεται μαζί με άλλα σχετικά άρθρα του συγγραφέα και στην ιστοσελίδα του: www.theo-mariolis.gr//site.

(3) Βλ: Αναλυτικό άρθρο για την ΚΔΕΘ, Θ. Μαριόλης και Κ. Παπουλής, «Διαπλανητικά Χρέη και Αριστερά», Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 19-6-11.

(4)   Βλ: Κ. Λαπαβίτσας , σελ 35, ό.π..    

Δεν υπάρχουν σχόλια: