Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011

Καπιταλισμός και Δημοκρατία: Κριτικές παρατηρήσεις



ΠΗΓΗ: ΠΡΙΝ 27/11
του Αλέξανδρου Χρύση
          
Ι. Στις μέρες μας, και καθώς η δομική κρίση του καπιταλισμού βαθαίνει και οξύνεται, με πολλές αφορμές, τόσο στην Ελλάδα, όσο και διεθνώς, γίνεται λόγος για ‘υποβάθμιση της δημοκρατίας’, ‘κτύπημα των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών’, ‘αντιδημοκρατικές πρακτικές’ κ.α. Ωστόσο, μια περιγραφική προσέγγιση του περιεχομένου και των μορφών με τις οποίες εκδηλώνεται η ‘κρίση της δημοκρατίας’ ή μια ηθικολογικού χαρακτήρα καταδίκη πολιτικών που πλήττουν στον πυρήνα της τη θεμελιώδη συνταγματική αρχή της λαϊκής κυριαρχίας δεν ωφελεί. Ο προσανατολισμός μιας  αντι-καπιταλιστικής αρθρογραφίας προς μια φαινομενολογία της κρίσης των λεγόμενων δημοκρατικών θεσμών και των συναφών προς αυτούς διαδικασιών δεν ανταποκρίνεται στις βαθύτερες και ουσιαστικές ανάγκες ενός σύγχρονου εργατικού κινήματος με στόχο τη ρήξη προς τις καπιταλιστικές δομές εξουσίας και την υλοποίηση του κομμουνιστικού προτάγματος. 

Εξίσου επιζήμιες και αποπροσανατολιστικές μπορεί να αποδειχθούν, άλλωστε, σε συνθήκες ολοκληρωτικού καπιταλισμού, οι πρόχειρες και, πάντως χωρίς τη δέουσα τεκμηρίωση, κοινωνιολογίζουσες αναλύσεις που δεν αρκούνται να αντλήσουν έμπνευση, αλλά αναπαράγουν βεβιασμένα και επιπόλαια, κορυφαίες στιγμές της μαρξιστικής βιβλιογραφίας περί βοναπαρτισμού και καισαρισμού, αγνοώντας, μεταξύ άλλων, την καίρια επισήμανση του Τρότσκι, ενός από τους σημαντικότερους μαρξιστές μελετητές του βοναπαρτικού φαινομένου: «Ο κίνδυνος σε αυτό το ζήτημα, όπως και σε κάθε άλλο ιστορικό ζήτημα, συνίσταται στο γεγονός ότι είμαστε ιδιαιτέρως επιρρεπείς να συναγάγουμε αναλογίες πολύ σχηματικά, ανεξαρτήτως του πόσο σημαντικές και γόνιμες μπορεί να είναι αυτές, και είμαστε πρόθυμοι να αναγάγουμε τη συγκεκριμένη διαδικασία σε αφαιρέσεις.»[1]
Αλλά και εύκολες γενικεύσεις του τύπου «ο γάμος του καπιταλισμού και της δημοκρατίας έχει τελειώσει»,[2] μπορεί να εξυπηρετούν τις συνθηματολογικές ανάγκες ενός λιγότερο ή περισσότερο μαζικού ακτιβισμού και των εντυπωσιακών συμβάντων που τον συνοδεύουν, προδίδουν, ωστόσο, αν μη τι άλλο, μια αφηρημένη προσέγγιση της δημοκρατίας και την αντιμετώπισή της ως φετίχ και όχι ως κοινωνικά και ιστορικά προσδιορισμένης κατηγορίας.
Με λίγα λόγια: και στο ζήτημα της δημοκρατίας, ζήτημα κομβικό τόσο για την άμυνα, όσο και για την αντεπίθεση του ταξικά συνειδητού εργατικού κινήματος της εποχής μας, υπάρχει ανάγκη συγκεκριμένης ανάλυσης της συγκεκριμένης κατάστασης. Το μεθοδολογικό στίγμα μιας τέτοιας ανάλυσης αποτύπωσε με εύστοχο τρόπο το 1968, στο ύστερο φιλοσοφικό δοκίμιό του με τον τίτλο «Εκδημοκρατισμός: σήμερα και αύριο» [Demokratisierung heute und morgen], ο διακεκριμένος μαρξιστής στοχαστής Lukács:
«Είναι απλώς ένα αυτονόητο γεγονός ότι ανάλογα με τις ποιοτικές μεταβολές που διέτρεξε ο καπιταλισμός από τις αρχές του μέχρι σήμερα ήταν αναγκαίες και ορισμένες αλλαγές στο πολιτικό του εποικοδόμημα, την ελευθερία της αστικής δημοκρατίας, χωρίς βέβαια ο καπιταλισμός να απεκδύεται ουσιαστικά τη βασική του δομή, όπως δείχτηκε συναφώς στο πνεύμα του Marx. […]
   Όταν λοιπόν θέλουμε  να μιλήσουμε σήμερα για αστική δημοκρατία, για την ελευθερία που πραγματώνεται σ’ αυτή, πρέπει να στηριχτούμε στα περιεχόμενα και τις μορφές που χαρακτηρίζουν ειδικά τον καπιταλισμό του παρόντος.»[3]
Παραβιάζουμε ίσως ανοιχτές θύρες, αν υποστηρίξουμε σήμερα ότι, από μαρξιστική άποψη, το ζήτημα της δημοκρατίας πρέπει να μελετάται σε οργανική συνάφεια προς εκείνο των οικονομικών και, ακόμη ειδικότερα, των παραγωγικών και εργασιακών αναδιαρθρώσεών του σύγχρονου καπιταλισμού. Είναι απαραίτητη, όμως μια τέτοια επιστροφή σε αυτό το θεωρητικό κεκτημένο του μαρξισμού, δεδομένου ότι σε κάθε άλλη περίπτωση, κινδυνεύουμε να παγιδευτούμε -με σοβαρές συνέπειες στο πεδίο της στρατηγικής και της τακτικής του κινήματος- σε μια αφηρημένη πολιτικολογία και ηθικολογία περί δημοκρατίας, εύκολα αφομοιώσιμη στους κόλπους του αστικού συστήματος εξουσίας ακόμη και σήμερα, που διέρχεται μια από τις σημαντικότερες κρίσεις του.

ΙΙ. Το γεγονός ότι η δημοκρατία με την εκάστοτε ιστορικά συγκεκριμένη μορφή και το ανάλογο περιεχόμενό της συναρτάται οργανικά και, σε τελική ανάλυση, ανάγεται στην παραγωγική δομή της κοινωνίας, με τις όποιες κατά τόπο και χρόνο ιδιομορφίες και μεταβολές της, δεν πρέπει να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το ζήτημα της δημοκρατίας είναι στον πυρήνα του στενά θεσμικό ή, ακόμη στενότερα, τεχνικό ζήτημα. Ο ίδιος ο Marx, τόσο στα νεανικά φιλοσοφικά κείμενά του, όσο και στα μεταγενέστερα πολιτικά έργα του, έργα που θεμελιώνονται και προωθούν ταυτόχρονα την αντιμετώπιση της Ιστορίας ως πάλης των τάξεων, δεν έπαψε ποτέ να συνδέει το ζήτημα της δημοκρατίας με το βαθύτερο φιλοσοφικό/ οντολογικό ζήτημα του αυτο-προσδιορισμού ή, με άλλο όρο, της αυτο-νομίας του ανθρώπου.
Στη δημοκρατία, θα μας πει ο νεαρός Marx, ως κριτικός της χεγκελιανής φιλοσοφίας του δικαίου, το ίδιο το σύνταγμα εμφανίζεται ως αυτοπροσδιορισμός του λαού (Selbstbestimmung des Volks): «Η δημοκρατία είναι το λυμένο αίνιγμα όλων των συνταγμάτων. Εδώ το σύνταγμα […] επιστρέφει σταθερά στο πραγματικό του θεμέλιο, στον πραγματικό άνθρωπο, στον πραγματικό λαό, και τίθεται ως αυτό που είναι, ελεύθερο προϊόν του ανθρώπου.»[4] Είναι ακριβώς η αντιμετώπιση του συντάγματος ως έκφρασης αυτοπροσδιορισμού του ‘πραγματικού λαού’ και του ‘πραγματικού ανθρώπου’, αυτή που οδηγεί στην ‘αληθινή δημοκρατία’. Με αυτόν τον όρο ο νεανικός μαρξικός λόγος ανακαλεί από την πολιτική κουλτούρα της Γαλλικής Επανάστασης και ριζοσπαστικοποιεί ταυτόχρονα το αίτημα της απορρόφησης του κράτους από την κοινωνία, το αίτημα της υπέρβασης της πολιτικής διαμέσου της ύψιστης και πιο πλούσιας διαδικασίας αυτο-θέσμισης που είναι η δημοκρατία.[5] Πρόκειται ουσιαστικά γιο το επαναστατικό αίτημα άρσης της διάκρισης πολίτη (citoyen) και ανθρώπου (homme), αίτημα που σηματοδοτεί τη μετάβαση από την τυπική στην ουσιαστική ισότητα και ελευθερία, από την τυπική, τη φορμαλιστική εκδοχή της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στην ουσιαστική κοινωνική δημοκρατία, που όχι μόνο δεν καταργεί τη μορφή των ανθρώπινων δικαιωμάτων, αλλά τους προσδίδει απτό, υλικό περιεχόμενο.
Ο πραγματικός ενεργητικός άνθρωπος, όχι ο παθητικός ψηφοφόρος, αλλά ο  άνθρωπος-δημιουργός, ο προλετάριος ως  παραγωγός του κοινωνικού πλούτου κατεξοχήν, αυτός που μάχεται να αποτινάξει το ζυγό της ταξικής εκμετάλλευσης, είναι ο διεκδικητής και δημιουργός της κοινωνικής, της εργατικής δημοκρατίας, της Κομμούνας, εκείνου του κράτους-μη κράτους, που, πριν σβήσει στο φλεγόμενο ορίζοντα του Παρισιού, πρόλαβε να αποτυπώσει στους αιματοβαμμένους δρόμους της Ιστορίας όχι μόνο τα θεσμικά μορφώματα, αλλά και το σκιαγράφημα ενός νέου τύπου ανθρώπου, αυτού που ‘ανακαλύπτει’ την ελευθερία του μέσα και διαμέσου της κοινότητας, που θέτει και πραγματώνει ο ίδιος τους νόμους ως μέλος ενός εργαζόμενου σώματος, νομοθετικού και εκτελεστικού ταυτόχρονα. Ο πολίτης της κοινωνικής δημοκρατίας, ο πολίτης της Κομμούνας, πριν πέσει νεκρός κάτω από την αμείλικτη βία της αστικής τάξης, που εναλλάσσει τις πολιτικές μορφές της εξουσίας της, κοινοβουλευτισμό και ‘κατάσταση πολιορκίας’, ανάλογα με τις ανάγκες του ταξικού συμφέροντός της, πρόλαβε, ωστόσο, να εκπέμψει το δικό του σήμα προς το μέλλον: μην καταδικαστείτε να εκλέγετε τους πολιτικούς εξουσιαστές σας μια φορά κάθε τρία ή έξι χρόνια.[6] Μην αφήσετε τους κοινωνικούς σας εκμεταλλευτές να αποφασίζουν για σας, δίνοντάς σας την ψευδαίσθηση ότι αποφασίζετε ελεύθερα για τη ζωή σας. Χειραφετηθείτε με τις δικές σας δυνάμεις, αυτο-νομηθείτε, αυτή είναι η δική μας δημοκρατία, η ουσιαστική δημοκρατία που θεμελιώνεται στους χώρους εργασίας και αγκαλιάζει κάθε σφαίρα κοινωνικής, πολιτικής και πολιτιστικής δράσης, η δημοκρατία που πρέπει να διεκδικήσουμε, σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, ενάντια σε κάθε τυπικό υποκατάστατο που μας προσφέρουν.
Είναι σε αυτό το σήμα που ανταποκρίθηκαν με τη δική τους αυτενέργεια, με τη δική τους αυτόβουλη δράση, οι προλετάριοι της επαναστατικής Ρωσίας, οι δημιουργοί της δημοκρατίας των σοβιέτ, της πιο προωθημένης, της πιο πλούσιας σε μορφές και περιεχόμενο συλλογικής πρωτοβουλίας αυτοθέσμισης που γνώρισε μέχρι σήμερα η ανθρωπότητα. Η τραγική έκβαση αυτού του μεγαλειώδους εγχειρήματος, για τα αίτια της οποίας μια συστηματική συλλογική έρευνα παραμένει ως τώρα ζωτικής σημασίας και ζητούμενη,[7] δεν μπορεί και δεν πρέπει να φέρνει σε αμυντική θέση τις κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που επιδιώκουν τη διαμόρφωση ενός σύγχρονου κομμουνιστικού κινήματος, και οι οποίες εξακολουθούν να εμπνέονται από τις παρακαταθήκες της σοσιαλιστικής δημοκρατίας των επαναστατικών σοβιέτ.

ΙΙΙ. Η παταγώδης κατάρρευση των καθεστώτων του λεγόμενου ‘υπαρκτού σοσιαλισμού’ έδωσε αναμφίβολα την ευκαιρία για μια χυδαία ιδεολογική προπαγάνδα κατά της εργατικής δημοκρατίας στο όνομα και από την πλευρά της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, όπως αυτή συντάσσεται και λειτουργεί στις σύγχρονες αστικές κοινωνίες. Ως πεδίο σύγκρισης και αντιπαράθεσης προς αυτή την αστική δημοκρατία υιοθετήθηκε και εξακολουθεί να υιοθετείται από την πλευρά των αστών δημοσιολόγων όχι βέβαια η θεωρία και η πράξη της Κομμούνας και των επαναστατικών σοβιέτ, αλλά τα ιδεολογήματα και οι αυταρχικές πρακτικές της κομματικής νομενκλατούρας των χωρών του ‘σοσιαλισμού που γνωρίσαμε’.
Όπως ήταν φυσικό και αναμενόμενο, οι αστικές τάξεις με τα πολιτικά και ιδεολογικά επιτελεία τους επέλεξαν εκείνο το στόχο, με τον οποίο μπορούσαν ευκολότερα να αναμετρηθούν. Αξιοποίησαν τις ευκαιρίες που τους δόθηκαν από τις δραματικές ήττες του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, προκειμένου να αποκρύψουν το ταξικό εκμεταλλευτικό πρόσημο της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας τους και να προπαγανδίσουν φθηνά, αλλά και αποτελεσματικά, τον εικονικό πλουραλισμό της αστικής πολιτείας έναντι του ‘ολοκληρωτισμού’, στον οποίο χυδαία συμπεριλαμβάνουν, σα συναφείς ιδεολογικές εκδοχές του ίδιου φαινομένου, φασισμό και κομμουνισμό.
Ταυτόχρονα και συστηματικά, ο σύγχρονος καπιταλισμός επιδίωξε και πέτυχε μια λεπτή πολιτική και ιδεολογική χειραγώγηση συνειδήσεων. Διαμέσου της διάδοσης του πλαστικού χρήματος, της τακτικής του έντεχνου δανεισμού των νοικοκυριών, της μαζικής ΄αυτιστικής’ χρήσης των νέων τεχνολογιών και των ΜΜΕ, αλλά και τεχνικών και μεθόδων δοκιμασμένων επί χρόνια στον τομέα της διαφήμισης και αγοράς εμπορευμάτων, το πολιτικό ως συμπυκνωμένη έκφραση του συλλογικού αποδομήθηκε, γεγονός που -οφείλουμε να παραδεχθούμε- έχει, προς το παρόν, καταλυτικές συνέπειες στην αγωνιστικότητα της ίδιας της εργατικής τάξης και των δυνάμει κοινωνικών συμμάχων της τόσο στην Ελλάδα, όσο και διεθνώς.  Πράγματι, δεν είναι να απορεί κανείς που ένας πολύμορφος ατομικισμός, απόλυτα συμβατός προς τις δομικές καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις και την πολυεπίπεδη εσωτερική διαφοροποίηση της σύγχρονης εργατικής τάξης, ενισχύει και ενισχύεται από τη μεταμοντέρνας έμπνευσης απαξίωση της πολιτικής ως συλλογικής διαδικασίας, με αποτέλεσμα, πέραν των άλλων, ο ψηφοφόρος/ εκλογέας να προσομοιάζει ολοένα και περισσότερο προς τον αγοραστή/ καταναλωτή εμπορευμάτων.

ΙV. Οι βαθιές αλλοτριωτικές μεταλλάξεις που επιδίωξε ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός της εποχής μας στις συνειδήσεις και πρακτικές των σύγχρονων προλεταρίων, καθώς και οι δραστικές ψευδαισθήσεις που δημιούργησε και διοχέτευσε στα μικρομεσαία στρώματα των μεταπολεμικών αναπτυγμένων και αναπτυσσόμενων αστικών κοινωνιών,  συνδέονται οργανικά με τις σημαντικές θεσμικές αλλοιώσεις που παρουσιάζει η αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία στις μέρες μας.
Όπως επιβεβαιώνουν, μεσούσης της διεθνούς καπιταλιστικής κρίσης, και οι εξελίξεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τα νομοθετικά σώματα υποτάσσονται, συχνά με ωμό και αδιαμεσολάβητο τρόπο, στις εξαρτημένες από τις αστικές τάξεις κυβερνήσεις. Αποτελεί πλέον κοινό τόπο ότι τα κοινοβούλια χάνουν σταδιακά και τα τελευταία ίχνη σχετικής αυτονομίας τους έναντι των καπιταλιστικών οικονομικών μηχανισμών και οργανισμών. Ανάλογη, ενδεχομένως και μεγαλύτερη, συρρίκνωση της όποιας σχετικής αυτονομίας τους απέναντι στα αστικά ταξικά συμφέροντα που κατά περίπτωση εκπροσωπούν, υφίστανται και οι ίδιες οι κυβερνήσεις ως φορείς εκτελεστικής εξουσίας. Συνολικότερα, πληθαίνουν οι ενδείξεις για συνεχή υποχώρηση της σχετικής αυτονομίας της πολιτικής και των αντίστοιχων εκπροσώπων της έναντι της οικονομίας και του εκάστοτε κυρίαρχου αστικού συνασπισμού εξουσίας.
Δημιουργείται, έτσι, ακόμη και με τους όρους μιας τυπικής αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, σοβαρό ζήτημα νομιμοποίησης της αστικής πολιτικής εξουσίας κάτω από συνθήκες άμεσης και έμμεσης παραβίασης της συνταγματικά διακηρυγμένης ως θεμελιώδους αρχής της λαϊκής κυριαρχίας. Η απόσπαση κοινωνικής συναίνεσης και πολιτικής νομιμοποίησης, προκειμένου να ενδυναμωθεί η πολιτική και ιδεολογική ηγεμονία της άρχουσας τάξης και των συμμάχων της, επιδιώκεται συχνά με καλλιέργεια φοβικών συνδρόμων και ανασφάλειας, καθώς και με εξω-κοινοβουλευτικές μεθοδεύσεις και διαδικασίες, για την αποτελεσματικότητα των οποίων έχει ήδη προετοιμαστεί το έδαφος από τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους. Από αυτή την άποψη, χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα επανεμφάνισης της χρήσης της επιστήμης και της τεχνικής ως ιδεολογίας και η προβολή του ρόλου των ‘ειδικών’ ως των καταλληλότερων να χαράσσουν και να ασκούν πολιτική εξουσία με την τυπική και μόνο κάλυψη από την πλευρά των κοινοβουλίων.
Το φαινόμενο αυτό δε συνιστά, πάντως, κάποιον ιδιότυπο ‘τεχνοκρατικό βοναπαρτισμό’ στο πλαίσιο των αστικών καθεστώτων της εποχής μας. Εν προκειμένω, η υποβάθμιση του ρόλου του κοινοβουλίου στην άσκηση της αστικής πολιτικής εξουσίας δε σηματοδοτεί την πρόσκαιρη, έστω, διευρυμένη, όμως, αυτονόμηση του κράτους και του πολιτικού προσωπικού του έναντι της οικονομικής δομής της αστικής κοινωνίας, βασικό χαρακτηριστικό του βοναπαρτισμού, αλλά εκφράζει ακόμη μεγαλύτερη και βαθύτερη εξάρτησή τους από την άρχουσα οικονομική τάξη και τους συμμάχους της. Όσο διασταλτικά και αν αντιμετωπίσει κανείς τις ιστορικές αναλογίες, δυσκολεύομαι, συνεπώς, να αντιληφθώ πώς μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο εκφυλισμός του κοινοβουλευτισμού, που παρατηρείται σήμερα στη Ελλάδα, και όχι μόνο, συνιστά μορφή βοναπαρτισμού.[8]

V. Από την άλλη πλευρά, η υποχώρηση της πολιτικής σημασίας του κοινοβουλίου ως θεσμού ουσιαστικής νομιμοποίησης της αστικής εξουσίας τόσο στη χώρα μας, όσο και διεθνώς, δεν πρέπει να οδηγεί σε μια άκριτη απόρριψη ή υποβάθμισή του ως πεδίου ταξικής πάλης και ζύμωσης από την πλευρά ενός σύγχρονου εργατικού κινήματος και των πολιτικών εκφραστών του. Γνωρίζουμε το ιστορικό βάθος και το ιδεολογικό βάρος του ζητήματος του κοινοβουλευτισμού, ενός ζητήματος που η αντιμετώπισή του έχει σφραγίσει τη σοσιαλιστική θεωρία και πράξη από τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα και μέχρι τις μέρες μας. Στον ‘ορνιθώνα του αστικού κοινοβουλίου’, για να θυμηθούμε τη χαρακτηριστική τοποθέτηση της επαναστάτριας Luxemburg στη διαμάχη της με το ρεφορμιστή Bernstein, οι ταξικές αντιθέσεις και η ταξική κυριαρχία, αν και «δεν αίρονται», όπως προπαγάνδιζαν ανέκαθεν οι σοσιαλδημοκράτες μεταρρυθμιστές, ωστόσο «αναπτύσσονται και αποκαλύπτονται».[9] Με αυτή την έννοια, ένα εργατικό κίνημα με ανεβασμένη πολιτική συνείδηση δεν περιορίζεται, αλλά και δεν εγκαταλείπει το κοινοβουλευτικό πεδίο μάχης• αξιοποιεί την όποια θεσμική δυνατότητα διαθέτει και εναλλάσσει τις τακτικές του, μεριμνώντας, ασφαλώς, να μη χάνει τη στρατηγική του στόχευση και τη βαθύτερη αίσθηση της ασυνέχειας ανάμεσα στην αστική και στη σοσιαλιστική δημοκρατία.
Ιδιαίτερα, σήμερα, σε μια περίοδο που η κρατική καταστολή και η άσκηση σωματικής και ψυχικής βίας αποδεικνύονται όροι ‘εκ των ων ουκ άνευ’ για την επιβίωση του αστικού συστήματος εξουσίας, σε μια περίοδο που το κτύπημα των ανθρώπινων, πολιτικών και όποιων κοινωνικών δικαιωμάτων βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη των γραφειοκρατικών επιτελείων της εγχώριας και διεθνούς αστικής πολιτικής, θα ήταν μείζον τακτικό σφάλμα η απόρριψη ή η υποτίμηση ενός γκραμσιανού πολέμου θέσεων, που σε συνδυασμό με μια αντίστοιχη πολιτική κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών, μπορεί να συμβάλει αποφασιστικά στην εξυπηρέτηση του στρατηγικού στόχου της κομμουνιστικής απελευθέρωσης.[10]
Στο πλαίσιο ενός τέτοιου πολέμου θέσεων, η αντίσταση στην εκχώρηση κυρίαρχων αρμοδιοτήτων από το εθνικό κοινοβούλιο σε αδιαφανείς εξουσιαστικούς μηχανισμούς των Βρυξελλών και σε όποιους άλλους διεθνείς κεφαλαιοκρατικούς οργανισμούς, ο αγώνας ενάντια σε θεσμικές εκτροπές, εκτροπές που επιχειρεί, ολοένα και συχνότερα, σε αυτή την εποχή της δομικής κρίσης του συστήματος, η ίδια η αστική τάξη, η υπεράσπιση των θεμελιωδών δημοκρατικών δικαιωμάτων και, σε τελική ανάλυση, η υπεράσπιση του συντάγματος απέναντι σε όποιους επιχειρούν βίαια να το καταλύσουν σε βάρος των συμφερόντων των εργαζομένων, αποτελεί δικαίωμα και υποχρέωση του κάθε πολίτη, των εργατικών ταξικών και πολιτικών κινημάτων και των πρωτοποριών τους κατεξοχήν.

Σε αυτή την κατεύθυνση, η ανάδειξη του αιτήματος για μια Συντακτική Συνέλευση ως πεδίου νομοθετικής έκφρασης και πολιτικής θωράκισης ενός μεταβατικού προγράμματος εξουσίας του εργαζόμενου λαού και της νεολαίας, θα έδινε ίσως τη δυνατότητα αγωνιστικής συσπείρωσης ευρείας κοινωνικής βάσης και πολύμορφης πάλης για τη θεμελίωση μιας άλλης δημοκρατίας, μιας δημοκρατίας που θα συγκροτηθεί πρωτίστως στους χώρους παραγωγής και, συνδυάζοντας αμεσότητα και αντιπροσωπευτικότητα, λογοδοσία και ανακλητότητα, θα συνδέσει το δικό μας παρόν με το μέλλον της παρισινής Κομμούνας και των επαναστατικών σοβιέτ.






[1] Λέον Τρότσκι, «Θερμιδόρ και Βοναπαρτισμός» (1931),
 http://www.marxists.org/archive/trotsky/1931/xx/thermidor.htm

[2] Βλ. χαρακτηριστικά διατυπώσεις του Σλαβόι Ζίζεκ σε μια σειρά τοποθετήσεών του, όπως π.χ. σε συνέντευξή του στον Πέτρο Παπακωσταντίνου στην εφημερίδα Καθημερινή της 12ης Δεκεμβρίου 2010, αλλά και σε πιο πρόσφατη συνέντευξή του (25 Αυγούστου 2011) στην ZEIT ON LINE, που αναρτήθηκε σε ελληνική μετάφραση και στοRED Notebook στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://www.rednotebook.gr/details.php?id=3078

[3] Γκέοργκ Λούκατς, Αστική και σοσιαλιστική δημοκρατία,(*) [Μετάφραση-Εισαγωγή: Αλέκος Τσίτσοβιτς], Εκδόσεις Κριτική, Αθήνα 1987, σσ.36-37
(*) Με τον τίτλο αυτό εκδόθηκε στα ελληνικά το Demokratisierungheute und morgen.

[4] Καρλ Μαρξ, Κριτική της χεγκελιανής φιλοσοφίας του δικαίου, που κυκλοφόρησε στα ελληνικά και ως Κριτική της Εγελιανής Φιλοσοφίας του Κράτους και του Δικαίου, [Μετάφραση: Μπάμπης Λυκούδης], Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 1978 [σ.64, με δική μας μεταφραστική παρέμβαση]

[5] Ο.π., σ.65

[6] Βλ. Καρλ Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 2000, ιδίως σσ.69-83

[7] Από τις ελάχιστες ατομικές ερευνητικές προσεγγίσεις του ζητήματος στην ελληνική βιβλιογραφία, άξια επισήμανσης είναι, κατά τη γνώμη μου, η μελέτη του Κώστα Κάππου, Κριτική του σοβιετικού σχηματισμού, Εκδόσεις Αλφειός, Αθήνα 2000

[8] Στο βοναπαρτικό καθεστώς, σύμφωνα με την ανάλυση του Marx, το κράτος, διευθετώντας κρίσιμες ενδοαστικές αντιθέσεις, «φαίνεται σαν να έχει ολότελα ανεξαρτητοποιηθεί»• ταυτόχρονα, «η κρατική μηχανή έχει τόσο σταθεροποιηθεί απέναντι στην αστική κοινωνία, που της φτάνει να έχει επικεφαλής ένα τυχοδιώκτη […]. Και μολαταύτα η κρατική εξουσία δεν κρέμεται στον αέρα. Ο Βοναπάρτης αντιπροσωπεύει μια τάξη, και μάλιστα την πολυαριθμότερη τάξη της γαλλικής κοινωνίας, τους μικρούς χωρικούς.» [Καρλ Μαρξ, 18ηΜπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1987, σ.144]

[9] Ρόζα Λούξεμπουργκ, Κοινωνική μεταρρύθμιση ή επανάσταση;, [Μετάφραση: Δημήτρης Μαράκας], Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1988, σσ.138,140

[10] Για την γκραμσιανή διάκριση ‘πολέμου θέσεων’ και ‘πολέμου ελιγμών’, και την βαρύνουσα σημασία της για μια μαρξιστική θεωρία της δημοκρατίας, βλ. Αντόνιο Γκράμσι, Για τον Μακιαβέλη, Εκδόσεις Ηριδανός, ιδίως σσ.116-128

Δεν υπάρχουν σχόλια: