Τρίτη 21 Δεκεμβρίου 2010

Η νεοφιλελεύθερη ψυχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης



ΠΗΓΗ: ΕΠΟΧΗ
Του 
Φελίτσε Ρομπέρτο Πιτσούτι*

Η παγκόσμια κρίση οφείλεται σε δομικά αίτια, τα οποία στην Ευρώπη δεν είναι τόσο υπερτονισμένα, αλλά δημιουργούν πιο εντυπωσιακά αποτελέσματα επειδή συνδυάζονται με τις προβληματικές της ενοποιητικής διαδικασίας. Η οικοδόμηση της ΕΕ καθοδηγήθηκε από ένα όραμα που θεωρεί ότι οι θεσμοί είναι ένα εμπόδιο στην εξάπλωση των αγορών. Η νεοφιλελεύθερη προσέγγιση αφαίρεσε από την ευρωπαϊκή ενοποίηση εκείνες τις κοινές πολιτικές, που με την απουσία τους κάνουν πιο εκρηκτικά τα αποτελέσματα της κρίσης. Ιδιαίτερα αντιφατική είναι η απαίτηση επέκτασης του γερμανικού οικονομικού μοντέλου σε μια ολόκληρη ήπειρο, που υποτίθεται ότι θα γίνει η μεγαλύτερη παγκόσμια οικονομία. Οι ήδη υπάρχουσες διεθνείς οικονομικές ανισορροπίες, που τόσο έχουν επικριθεί, θα επιδεινώνονταν, όπως και τα αίτια της κρίσης.

Η ιρλανδική κρίση αποδεικνύει ότι τα προβλήματα για το ευρώ και την ΕΕ δεν προέρχονται από την απειθαρχία του δημόσιου προϋπολογισμού (το 2007 το ιρλανδικό δημόσιο χρέος ήταν μόνο 12%) μα από τον ιδιωτικό τομέα, ιδιαίτερα από τον χρηματιστικό. Επομένως, είναι παράδοξο να υπάρχει ένα Σύμφωνο Σταθερότητας που ζητάει μεγαλύτερη αυστηρότητα στους δημόσιους προϋπολογισμούς, χωρίς να έχει ποτέ απαιτηθεί αυστηρότητα και να έχουν προβλεφθεί κυρώσεις για τις αντικανονικές συμπεριφορές των ιδιωτών (για το αντιστάθμισμα των οποίων ζητήθηκε η παρέμβαση του δημοσίου). Το αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να είναι αντιπαραγωγικό, με περαιτέρω μείωση της απασχόλησης. Από την άλλη, το να δοθεί βοήθεια στην Ιρλανδία χωρίς να εξισωθούν οι φορολογικοί συντελεστές κερδών σε επίπεδο ΕΕ σημαίνει ότι ζητείται από άλλα ευρωπαϊκά κράτη να στηρίξουν τον ιρλανδικό αθέμιτο ανταγωνισμό που βασίζεται στο φορολογικό ντάμπινγκ. 
Στην πραγματικότητα, αυτό που ορίζεται ως κρίση του ευρώ φανερώνει τη δυσκολία δημιουργίας ενός ενιαίου οικονομικού συστήματος, το οποίο έχει ενιαίο μόνο το νόμισμα και τη νομισματική πολιτική και όχι τη δομική δυναμική και την πολιτική προϋπολογισμού. 
Η δημιουργία του ενιαίου νομίσματος, καθώς και η συνεπαγόμενη κατάργηση των νομισματικών προσαρμογών, θα έπρεπε να συνοδεύεται από τη σύγκλιση των οικονομιών. Όμως, προς αυτή την κατεύθυνση έγιναν πραγματικά πολύ λίγα πράγματα. Αντίθετα, η διεύρυνση της ΕΕ προς οικονομικά συστήματα πολύ ανομοιογενή, χωρίς να έχει στη διάθεσή της εργαλεία που να ευνοούν τη σύγκλιση, δυσχέραναν το ευρωπαϊκό σχέδιο. Η αδυναμία προσαρμογής των διαρκών και μεγεθυνόμενων δομικών διαφορών μεταξύ των εθνικών συστημάτων, που ανήκουν στη διευρυμένη ΕΕ, μέσω διαφοροποιήσεων των τιμών συναλλάγματος, επιβάλλει την εφαρμογή της προσαρμογής μειώνοντας τις τιμές ή/και τα εισοδήματα των χωρών με ελλείμματα προς το εξωτερικό. Μα αυτό το είδος προσαρμογής είναι περισσότερο «επώδυνο» και γεννά αποπληθωριστικές ωθήσεις, με αρνητικά αποτελέσματα που επεκτείνονται και στις χώρες που δεν βρίσκονται σε δύσκολη θέση. 
Ο αποπληθωρισμός πολλαπλασιάζει τα χρέη, αρχίζοντας από τα ιδιωτικά και από τα χρέη των τραπεζών. Για να αποφευχθεί να χρεοκοπήσουν οι τελευταίες παρεμβαίνουν οι κυβερνήσεις, οι οποίες, κατ’ αυτόν τον τρόπο, επιβαρύνουν τους δημόσιους προϋπολογισμούς. Εάν θέλουμε να διατηρήσουμε το ενιαίο νόμισμα είναι αναγκαίο η Κεντρική Ευρωπαϊκή Τράπεζα να χρηματοδοτήσει τα εθνικά χρέη. Αυτό κατά τα άλλα έχει αρχίσει να γίνεται (αλλά μάλλον μέχρις ότου οι προεκλογικές ανάγκες της Γερμανίας επιβάλλουν μεγαλύτερη «αυστηρότητα»). Για να βγούμε όμως από την κρίση δε θα πρέπει να αγνοούμε τις δομικές της αιτίες παγκόσμιου χαρακτήρα. Το μεγαλύτερο εμπόδιο έγκειται στο να μην αναγνωρίζεται το βάθος και η πραγματική φύση (όχι μόνο οικονομική) των αιτιών της. Αυτή η εναντίωση τροφοδοτείται από την υπερίσχυση υλικών συμφερόντων, από οικονομικές- πολιτικές θεωρίες και από απόψεις της κοινής γνώμης που χαρακτήρισαν τις τελευταίες τρεις δεκαετίες. Από την άλλη, όπως έλεγε ο Κέινς, το πρόβλημα δεν είναι τόσο η παγίωση των νέων ιδεών, όσο το να απαλλαγεί κανείς από τις παλιές. 
Για να βγούμε με προοδευτικό τρόπο από την κρίση χρειάζεται να δοθεί νέα ώθηση στην ανάπτυξη, λαμβάνοντας όμως υπόψη τις ποιοτικές πλευρές της: τι και πώς παράγεται και καταναλώνεται, με ποιον τρόπο διανέμονται και χρησιμοποιούνται οι καρποί της. Γι’ αυτό χρειάζεται να στηριχθούν όχι μόνο οι συνθήκες της προσφοράς, αλλά και της ζήτησης, μέσα από μια βελτίωση της αναδιανομής εισοδήματος. Χρειάζεται η αγορά να ολοκληρωθεί και να ρυθμιστεί από τη δημόσια παρέμβαση και, ιδιαίτερα, από τις κοινωνικές πολιτικές που είναι αναγκαίες για να αντιμετωπιστεί η αστάθεια. Στην Ευρώπη, αυτές οι πολιτικές θα διευκολύνονταν πολύ αντικαθιστώντας τους εθνικούς (ή εθνικιστικούς) ανταγωνισμούς με μια ενιαία προσέγγιση που να βασίζεται στην συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι το σωρευτικό μοντέλο των τελευταίων τριάντα χρόνων πρέπει να αντικατασταθεί.

* Καθηγητής Δημόσιας Οικονομίας
στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης.

Μετάφραση: Τόνια Τσίτσοβιτς,
από το manifesto

Δεν υπάρχουν σχόλια: