Δευτέρα 26 Ιουλίου 2010

Δυναμική του χρέους, Διεθνής Ανταγωνιστικότητα και Οικονομική Πολιτική στην Ελλάδα



του Θεόδωρου Μαριόλη, Αν.Καθηγητή Πολιτικής Οικονομίας 
Πηγή: http://mpra.ub.uni-muenchen.de/23173/



Σύνοψη των Συμπερασμάτων Μελέτης του ‘Study Group on Sraffian Economics’ του Παντείου Πανεπιστημίου.


Μέχρι στιγμής, η παγκόσμια οικονομική κρίση, η οποία ξέσπασε στα τέλη του 2008, εκδηλώθηκε στην Ελλάδα – κυρίως – με τη μορφή της «κρίσης των οικονομικών του κράτους», γεγονός το οποίο προκάλεσε, ως γνωστόν, σημαντικές εξελίξεις, τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στη Ζώνη του Ευρώ. Από τη διερεύνηση αυτής της διαδικασίας καταλήξαμε στα ακόλουθα συμπεράσματα (για τις αποδείξεις, βλ. τη μελέτη μας, η οποία είναι διαθέσιμη στη διεύθυνση: http://mpra.ub.uni-muenchen.de/23173/):

1. Ο περιορισμός ή, έστω, η μακροχρόνια σταθεροποίηση του ελληνικού δημοσίου χρέους, ως ποσοστό του ΑΕΠ, είναι μάλλον απίθανα σενάρια. Επειδή, κυρίως, απαιτούνται εξωπραγματικοί ρυθμοί αύξησης του ΑΕΠ ή/και σημαντικά πρωτογενή πλεονάσματα στον κρατικό προϋπολογισμό, τα οποία ενδέχεται να έχουν ιδιαίτερα αρνητικές επιπτώσεις τόσο στην ενεργό ζήτηση (άρα, στο ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ και, κατ’ επέκταση, στην εξέλιξη του δημοσίου χρέους) όσο και στην κοινωνική συνοχή. Ας σημειωθεί ότι, πριν το ξέσπασμα της διεθνούς κρίσης, κάτω από το λεγόμενο «όριο της φτώχειας» βρίσκονταν, ήδη, το 20% των ελληνικών νοικοκυριών, το 13% των εργαζομένων, το 25% των συνταξιούχων, το 33% των ανέργων και το 41% των μονογονεϊκών οικογενειών με ένα τουλάχιστον εξαρτώμενο παιδί.

2. Η νομισματική χρηματοδότηση του δημοσίου ελλείμματος, κατά ένα ορισμένο ποσοστό, δεν θα οδηγούσε μόνον σε απαίτηση μικρότερων πρωτογενών πλεονασμάτων, αλλά και σε (i) αύξηση του πληθωρισμού, κατά ένα συγκριτικά μικρότερο ποσοστό, (ii) μείωση του επιτοκίου, (iii) αύξηση του ΑΕΠ, και, επομένως, σε μάλλον σημαντική μείωση της ταχύτητας αύξησης του δημοσίου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ. Ωστόσο, η εν λόγω διέξοδος απαγορεύεται στα πλαίσια της ΟΝΕ, με συνέπεια η χρηματοδότηση του ελλείμματος να γίνεται με δανεισμό και να υφίσταται, επομένως, τάση ανόδου του επιτοκίου, η οποία δεν αποκλείεται να είναι ιδιαίτερα ισχυρή. Αυτή είναι, ακριβώς, η περίπτωση της ελληνικής οικονομίας, όπου η συνεχώς μειούμενη (εδώ και πάνω από δύο δεκαετίες, σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος) διεθνής ανταγωνιστικότητά της οδηγεί στη μείωση της ενεργού ζήτησης για τα ημεδαπά εμπορεύματα και, άρα, στη διεύρυνση των ελλειμμάτων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και του δημοσίου, δηλ. στη δημιουργία «διδύμων ελλειμμάτων», και στη διόγκωση του δημοσίου χρέους και του συνολικού (δημοσίου και ιδιωτικού) εξωτερικού χρέους. Κατά αυτόν τον τρόπο, αναπτύσσονται έντονα αρνητικές προσδοκίες στους δανειστές, σχετικά με την ικανότητα εξυπηρέτησης των χρεών, το επιτόκιο ωθείται προς τα άνω και, τελικά, τα ποσοστά του δημοσίου και του εξωτερικού χρέους στο ΑΕΠ τείνουν να αυξάνονται ανεξέλεγκτα (και) μέσω «αυτοεκπληρούμενων προφητειών» (‘self-fulfilling prophecies’), οι οποίες έχουν, ωστόσο, αντικειμενικό έρεισμα.

3. Η συνεχώς μειούμενη διεθνής ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας οδηγεί σε ελλείμματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και, κατά συνέπεια, σε δημοσιονομικά ελλείμματα ή, με άλλα λόγια, η διάβρωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της οικονομίας συνιστά γενεσιουργό αιτία των «διδύμων ελλειμμάτων» της. Δεδομένου ότι οι εθνικές αρχές δεν διαθέτουν (εντός ΟΝΕ) άλλα μέσα οικονομικής πολιτικής, πλην της δημοσιονομικής και της εισοδηματικής, έπεται ότι είναι αντικειμενικά αναγκασμένες να στοχεύουν στη μείωση των κρατικών δαπανών και στη συμπίεση του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος στον ιδιωτικό τομέα. Το ζήτημα είναι, ωστόσο, ότι, στην «εποχή της ΟΝΕ και της παγκοσμιοποίησης», η ελληνική οικονομία ανταγωνίζεται σε όλο και πιο άμεσους/απόλυτους (παρά έμμεσους/σχετικούς) όρους παραγωγικότητας οικονομίες, οι οποίες είναι πολύ περισσότερο προηγμένες, πράγμα που έχει καταστροφικές επιπτώσεις στην παραγωγική βάση της και, κατ’ επέκταση, στη δομή των εισαγωγών-εξαγωγών της και στην καταναλωτική-αποταμιευτική συμπεριφορά της. Για αυτόν ακριβώς το λόγο, η προαναφερθείσα, καθαρά αμυντικού χαρακτήρα, απόπειρα αντιμετώπισης των ανισορροπιών της ελληνικής οικονομίας κάθε άλλο παρά συγκεντρώνει πιθανότητες επιτυχίας.

4. Αν και είχαμε την ευκαιρία να επισημάνουμε, πριν από μία δεκαετία, την κύρια πηγή των προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας (και γενικά του ευρωπαϊκού «Νότου»), από ό,τι γνωρίζουμε μόνον ο Heinner Flassbeck, Διευθυντής του Τομέα Παγκοσμιοποίησης και Στρατηγικών Ανάπτυξης της UNCTAD, έχει – προσφάτως – καταλήξει, χωρίς περιστροφές, σε παρεμφερή συμπεράσματα, εκκινώντας, μάλιστα, από παρόμοια θεωρητική βάση: «Εάν η Ευρώπη δεν μπορεί να συμφωνήσει σε μία συντονισμένη δράση με ρητές αποφάσεις για το δρόμο που θα ακολουθήσει η προσαρμογή των μισθών για πολλά χρόνια, στην πραγματικότητα δεκαετίες, προκειμένου να επανισορροπήσει το εμπόριο της, τότε όλες οι χώρες που αποκαλούνται ‘PIGS’ πρέπει να σκεφθούν την έξοδο από την ΟΝΕ. Καμία χώρα στον κόσμο δεν δύναται να επιβιώσει οικονομικά με όλες τις επιχειρήσεις της να αντιμετωπίζουν τεράστια απόλυτα μειονεκτήματα απέναντι στον σημαντικότερο εμπορικό εταίρο των [δηλ. στη Γερμανία].» (πρόσθετη έμφαση – βλ. The Greek tragedy and the European crisis, made in Germany, MRZine.org http://mrzine.monthlyreview.org/2010/flassbeck130310.html – ελληνική μετάφραση: Monthly Review, 2010, Νο. 64 (129), σσ. 56-58).

5. Εν κατακλείδι, ακόμα και εάν αντιπαρέλθουμε τις επιπτώσεις στην ενεργό ζήτηση (και, άρα, στο ρυθμό μεταβολής του ΑΕΠ και στην εξέλιξη του δημοσίου και του εξωτερικού χρέους), στην ανεργία και, γενικά, στην κοινωνική συνοχή, η ασκούμενη οικονομική πολιτική δεν θα πρέπει να θεωρείται αποτελεσματική. Προϋποθέτει υψηλούς ρυθμούς αύξησης της παραγωγικότητας στους τομείς των διεθνώς εμπορευσίμων εμπορευμάτων, μεγάλη αναλογία αυτών των τομέων στο σύνολο της εγχώριας παραγωγής, ασθενή εξάρτηση του ΑΕΠ από τις εισαγωγές, και ισχυρή εξάρτηση των εξαγωγών από την πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία. Όμως, η συνεχώς αυξανόμενη έκθεση της ελληνικής οικονομίας στο διεθνή ανταγωνισμό, σε συνθήκες βαθμιαίας (αλλά σταθερής) συρρίκνωσης των διαθεσίμων μέσων οικονομικής πολιτικής και, ταυτοχρόνως, απουσίας οποιουδήποτε, μακροχρόνιου ή, έστω, μεσοχρόνιου, αναπτυξιακού σχεδιασμού, έχει οδηγήσει στην αποσάθρωση της παραγωγικής βάσης της και, έτσι, στη διαμόρφωση ενός συστήματος με τα ακριβώς αντίθετα γνωρίσματα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: