Πέμπτη, 1 Ιουλίου 2010

Η πολιτική της έντασης

του Σπ. Μαρκέτου

Ξεκινώντας το πολύ σημαντικό βιβλίο του, Σφυρηλατώντας τη δημοκρατία. Η ιστορία της αριστεράς στην Ευρώπη, 1850-2000 (Σαβάλλας, Αθήνα 2010), ο ριζοσπάστης ιστορικός Τζεφ Έλυ ανιχνεύει, στην πορεία αυτού του ενάμιση αιώνα, στιγμές σαν τη δική μας:
Σε κάποιες χρονικές περιόδους και περιστάσεις, οι κοινωνικές και πολιτικές σχέσεις μοιάζουν αδρανείς και παγιωμένες. Η κουλτούρα σημαίνει την προβλέψιμη και αδήριτη αναπαραγωγή αυτού που «είναι». Αξιώνει την αλήθεια της παράδοσης κι εγκρίνει το ένα ή το άλλο γνώριμο μέλλον, που δεν αποτελεί παρά επανάληψη ενός φυσικοποιημένου παρελθόντος («πάντοτε έτσι γινόταν»). Η πολιτική γίνεται μηχανισμός συντήρησης και ρουτίνας. Η εικόνα ενός διαφορετικού μέλλοντος εκτοπίζεται στο χώρο της φαντασίας, ώσπου εύκολα παραμερίζεται. Ρωγμές και σχισμές δεν είναι εύκολο να βρεθούν.

Σ’ άλλες περιπτώσεις όμως η κατάσταση αλλάζει δραματικά. Οι γνωστοί τρόποι δεν πείθουν πια κανέναν. Το παρόν χαλαρώνει τη λαβή του στο μέλλον. Οι ορίζοντες ανοίγουν. Η ιστορία επιταχύνεται. Μπορούμε τότε να δούμε θραύσματα ή και περιγράμματα άλλων, διαφορετικών τρόπων ζωής. Οι λαοί αποτινάζουν τις αβεβαιότητες και τους δισταγμούς τους, παραμερίζουν τους φόβους τους. Σε σπανιότερες περιπτώσεις, στο μέσο συνήθως μιας ευρύτερης κοινωνιακής κρίσης, οι φαινομενικά άκαμπτες δομές της κανονικής πολιτικής ζωής κλονίζονται. Οι προσδοκίες αναπτερώνονται παρασύροντας το αργόσυρτο μέλλον και ανατρέποντας τις παλιές συνήθειες. Ακόμη πιο σπάνια, δημιουργείται ένα συλλογικό υποκείμενο εμπρόθετης δράσης, μερικές φορές με τρόπο εκρηκτικό και με βίαιες συνέπειες. Όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο, οι επίσημοι θεσμισμένοι κόσμοι της πολιτικής σ’ ένα έθνος ή σε μια πολιτεία, καθώς και οι αναρίθμητοι πεζοί κόσμοι της ιδιωτικής, της προσωπικής και της καθημερινής ζωής συγκλίνουν. Το παρόν μπαίνει σε κίνηση. Ανοίγει μια εποχή εξαιρετικών δυνατοτήτων κι ελπίδων. Αχνοφέγγουν νέοι ορίζοντες. Το συνεχές της ιστορίας θρυμματίζεται. Όταν έπειτα η επαναστατική κρίση υποχωρήσει, λίγα πράγματα μοιάζουν με κείνα που υπήρχαν προηγουμένως.
Ολοένα καθαρότερα βλέπουμε πλέον πως η Ευρώπη μάλλον βαδίζει προς μια τέτοια κρίση. Ο Πόλεμος του Χρέους, των τραπεζιτών και των συμμάχων τους ενάντια στους λαούς, εκτυλίσσεται κατά μήκος και πλάτος της ηπείρου· στη χώρα μας απλώς δίνουμε τη δεύτερη μάχη του, ενώ η πρώτη έχει ήδη κριθεί στην Ισλανδία, με ήττα, κατά τα φαινόμενα μόνιμη, του χρηματιστικού κεφαλαίου. Πόλεμος με αρκετές ιδιομορφίες. Και οι δυο πλευρές είναι διασπασμένες, χωρίς σαφείς αντιλήψεις και σχέδια, με ηγεσίες ανεπαρκείς και ανήμπορες, που υπνοβατούν και παραπαίουν. Η μια πλευρά κυριαρχεί αριθμητικά· η άλλη είναι εξαιρετικά ολιγάριθμη, αλλά καλύτερα οργανωμένη κι εξοπλισμένη. Η μια πλευρά μόλις τώρα αρχίζει ν’ αντιλαμβάνεται πως έχει πόλεμο, ενώ η άλλη απέτυχε ν’ αξιοποιήσει τα πλεονεκτήματά της για να επεξεργαστεί έγκαιρα μια στρατηγική νίκης.

Το πλεονέκτημα πάντως, αναμφίβολα, το έχει η μεριά των πολλών. Όσο σκληρότερα χτυπήματα δέχεται από τον αντίπαλο, τόσο καθαρότερα διακρίνει τον εχθρό και τόσο πιο γερά στερεώνεται η ενότητά της. Κάθε νίκη της άλλης πλευράς είναι πύρρεια, προσωρινή και ανεπαρκής. Ας δούμε, για παράδειγμα,  τη χώρα μας: το πρώτο πακέτο μέτρων δεν έφτασε· χρειάστηκε δεύτερο, έπειτα τρίτο, και ακολουθούν το εργασιακό και το ασφαλιστικό και όλα τ’ άλλα που δεν ανακοινώθηκαν ακόμη. Με το καθένα τους η κυβέρνηση κερδίζει χρόνο μερικών εβδομάδων, αλλά χάνει τη στήριξη τεράστιων κοματιών του πληθυσμού και φέρνει μήνες πιο κοντά το χαμό της. Αρκεί ένα γλίστρημα για να πέσει, και άλλο ένα για να πέσει και η διάδοχός της, όποια και αν θα είναι αυτή. Κάτι τέτοιο έγινε στην Αργεντινή.
Ο λαός, από την άλλη μεριά, κατεβαίνει στους δρόμους και δεν θα γυρίσει σπίτι αν δεν πετύχει τον στρατηγικό του στόχο, της σεισάχθειας, που ολοένα καθαρότερα ξεχωρίζει μέσα απ’ την ομίχλη: διαγραφή του απεχθούς χρέους, έξοδος από το ευρώ, κοινωνικοποίηση του κορμού του χρηματοπιστωτικού συστήματος, επανεκκίνηση της οικονομίας. Και αρκεί να νικήσει σε μια μικρή χώρα, σαν την Ελλάδα, για να σκάσουν η χρηματοπιστωτική φούσκα και η πανευρωπαϊκή δικτατορία των τραπεζών. Ακόμη και αν γονατίσει και ματώσει ο λαός της Ελλάδας, το καίριο πλήγμα μπορεί να δοθεί από το λαό της Ισπανίας, της Ιταλίας, της Γαλλίας, ίσως και του Βέλγιου ή της Πορτογαλίας. Αυτό τρέμουν οι ιθύνοντες και προσπαθούν να τρομοκρατήσουν με κινδυνολογίες και ψέματα τους ευρωπαίους. Ωστόσο χάνουν καθημερινά έδαφος. Ανάλογες διαδικασίες παρατηρήθηκαν σε Αργεντινή και Ισλανδία πριν από τις δικές τους εκρήξεις, και σήμερα στο Πακιστάν, που επίσης κατασπαράζεται από το ΔΝΤ.
Ο Πόλεμος του Χρέους διεξάγεται σε όλα τα επίπεδα –κοινωνιακό, ιδεολογικό, πολιτικό και οικονομικό, για να χρησιμοποιήσουμε μια παραδοσιακή διαίρεση. Αυτό πάντως που ορίζει τώρα τις εξελίξεις είναι το οικονομικό, όπου οι εναλλακτικές πολιτικές είναι μόνο τρεις. Σχηματικά, Α) νεοφιλελεύθερη τριτοκοσμοποίηση, δηλαδή η κόλαση που μας επιβάλλουν σήμερα· Β) ευρωζωνικός κεϋνσιανισμός, γιατί κεϋνσιανισμός στο πλαίσιο του ευρώ είναι αδύνατος σε εθνικό επίπεδο· και Γ) αναδιανομή του πλούτου, με τα μέτρα που αναφέραμε παραπάνω: στάση πληρωμών του δημόσιου χρέους προς τις τράπεζες, κοινωνικοποίηση όσων από αυτές δεν αντέξουν, επανεθνικοποίηση της νομισματικής πολιτικής με την έξοδο από το ευρώ, και αναθέρμανση της οικονομίας με μια επεκτατική πολιτική που θα ανακουφίσει τον λαό. Στην πραγματικότητα σήμερα εφαρμόζεται η Λύση Α, της τριτοκοσμοποίησης, για την υπόλοιπη οικονομία, και η Λύση Β, ενός ακρωτηριασμένου κεϋνσιανισμού, μόνο για τις τράπεζες, στις οποίες η ΕΚΤ παρέχει απεριόριστη ρευστότητα με ελάχιστο επιτόκιο, όχι για να στηρίξουν την πραγματική οικονομία, αλλά για να κλείσουν τις μαύρες τρύπες τους και να δανείζουν με τοκογλυφικούς όρους τα κράτη.
Είναι λύση η σημερινή οικονομική πολιτική; Όχι, αφού αφήνει άλυτα τα βασικά προβλήματα του χρέους και της παραγωγικότητας, ενώ οδηγεί σε κοινωνική πόλωση, γοργή απαξίωση των φιλοκαπιταλιστικών ιδεολογημάτων και πολιτική έκρηξη. Στην πραγματικότητα, έχει σαφή όρια. Πρώτα πρώτα την αντίσταση του πληθυσμού, ο οποίος ήδη κινητοποιείται μαζικά, σε πρωτόγνωρο βαθμό, και απειλεί να εκραγεί, παρ’ όλη την παθητικότητα που δείχνουν μέχρι στιγμής οι αριστερές ηγεσίες. Αλλά και τα εσωτερικά της προβλήματα, τα οποία τονίζουν κατά κόρον μαρξιστές, κεϋνσιανοί και ακόμη και νεοφιλελεύθεροι οικονομολόγοι: είναι αντιφατική, αφού δεν πληρώνεις ευκολότερα το χρέος όταν πετάς τον κόσμο στην ανεργία και αδρανοποιείς τις παραγωγικές δυνατότητες της κοινωνίας, και ολοφάνερα πλέον οδηγεί σε μια απροσδιόριστης λήξης ύφεση. Οι κοινωνικές εντάσεις που ήδη ξυπνούν Ελλάδα και Ισπανία αναπόφευκτα θα εξαπλωθούν κατά μήκος και πλάτος της ευρωζώνης και στις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και αυτό θα γίνει σύντομα.

Γιατί λοιπόν οι κυβερνήσεις επιμένουν στην αδιέξοδη πολιτική τους; Η μοναδική εξήγηση είναι ότι, όσο και αν επαγγέλλονται ωραίες λέξεις όπως σοσιαλισμό, ελευθερία και δημοκρατία, στην πραγματικότητα δέχονται τον καπιταλισμό, και μάλιστα την πιο ακραία νεοφιλελεύθερη εκδοχή του, και είναι δέσμιες κοινωνικών ελίτ που απεργάζονται την κατάλυση των δημοκρατικών θεσμών και τη μεταμόρφωσή μας σε κολλήγους των τραπεζών. Απλώς προσπαθούν να κερδίσουν χρόνο· έχουν πάψει να κυβερνούν δημοκρατικά, δεν έχουν να μας δώσουν τίποτε καλύτερο, και είναι στοιχειώδες δημοκρατικό καθήκον η ανατροπή τους.
Μήπως υπάρχει όμως κάποια ενδιάμεση λύση; Συγκεκριμένα, έχει άραγε ελπίδες μια μεταρρυθμιστική πολιτική κεϋνσιανής τόνωσης της ζήτησης με ελλειμματικούς προϋπολογισμούς, ρύθμιση και περιορισμό της ασυδοσίας του κεφαλαίου, και αποκατάσταση κάποιων δικαιωμάτων της εργασίας –κάτι σαν κι εκείνο που επιχειρεί στις ΗΠΑ ο Ομπάμα; Νεοφιλελεύθεροι και αριστεροί οικονομολόγοι υποστηρίζουν πειστικά πως τέτοια λύση πλέον δεν υπάρχει. Ειδικά στην ευρωζώνη, μια τέτοια πολιτική απαιτεί μεταστροφή της ΕΚΤ, που δεν φαίνεται στον ορίζοντα. Άλλωστε την αδυναμία τέτοιων μεταρρυθμιστικών ή ρυθμιστικών πολιτικών αποδεικνύουν, για παράδειγμα, και η τεράστια οικολογική καταστροφή που ανεμπόδιστη προκάλεσε η ΒΡ στο ισχυρότερο κράτος του κόσμου, καθώς και η αδυναμία της λεγόμενης ‘διεθνούς κοινότητας’ να προχωρήσει σε οποιαδήποτε ουσιαστική ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος που έφερε τον ίδιο τον καπιταλισμό πρόπερσι στο χείλος της καταστροφής. Αλλά ας μην επιμείνουμε εδώ, καθώς στην παρούσα φάση ο κεϋνσιανός δρόμος είναι καθαράς υποθετικός. Περνούμε αμέσως στο επόμενο ζωτικό ζήτημα:

Ποιές πολιτικές επιλογές έχει το σημερινό μπλοκ εξουσίας και ποιά πρέπει να είναι η απάντηση της αριστεράς; Οι δυο βασικές πολιτικές επιλογές σήμερα είναι Α) Αποδοχή του δημοκρατικού παιχνιδιού, που δεν θ’ αργήσει όμως να φέρει στην εξουσία δυνάμεις οι οποίες αντιστρατεύονται τη σημερινή πολιτική, είτε μέσα από εκλογές είτε με εξεγέρσεις από τα κάτω, τύπου Αργεντινής ή Ισλανδίας· και Β) Η παγίωση της σημερινής εκτροπής και η έξοδος από το δημοκρατικό πλαίσιο για την κατασκευή ενός αυταρχικού καθεστώτος. Λογικά μπορεί να μεθοδευτεί με τρεις τρόπους: Α) Ψευδοκοινοβουλευτισμός, Β) Στρατιωτική δικτατορία, και Γ) Φασισμός. Αξίζει να τους δούμε αναλυτικά, καθώς τα τελευταία χρόνια, σε χώρες όπως η Ονδούρα, υπήρξαν ελίτ που μπήκαν στον πειρασμό της εκτροπής προκειμένου ν’ ανασχέσουν φιλολαϊκές μεταρρυθμίσεις. Και πρόσφατα ο αξιαγάπητος κ. Μπαρόζο προειδοποίησε ότι κινδυνεύει η δημοκρατία στις χώρες του ευρωπαϊκού νότου –τέτοιες κουβέντες δεν λέγονται ελαφρά. Ξεκινάμε λοιπόν από τις τρεις ενδεχόμενες μορφές εκτροπής.

Στην ψευδοκοινοβουλευτική εκδοχή, που μοιάζει να προκρίνεται σήμερα, διατηρείται ένα προσωπείο αντιπροσώπευσης, αλλά το κοινοβούλιο χάνει ακόμη και την περιορισμένη ισχύ που είχε ως τώρα, και η κυβέρνηση ενδεχομένως ανατίθεται σε ‘τεχνοκράτες’. Συνάμα, με πρόσχημα τις πράξεις λαϊκής αντίστασης, ή ίσως και κάποια προβοκάτσια, προωθείται η περιστολή των δημοκρατικών δικαιωμάτων, ενδεχομένως και με τη βοήθεια μιας στρατηγικής έντασης, ανάλογης εκείνης της Ιταλίας του 1960-1980 ή της Νότιας Αφρικής του 1980-1990, ώστε να τρομοκρατηθεί ο πληθυσμός και, αν όλα παν καλά, να αποκινητοποιηθεί πολιτικά. Το πρόβλημα στην εφαρμογή μιας τέτοιας πολιτικής είναι η απρόβλεπτή της έκβαση, καθώς κάθε σφάλμα ή μια λάθος εκτίμηση μπορεί να φέρουν αντίθετα ριζοσπαστικοποίηση των μαζών και ανατροπή του καθεστώτος. Οι πρωταγωνιστές δεν νιώθουν άνετα και κάνουν γκάφες –σχετικά παραδείγματα έχουμε, στην Ελλάδα, στη μόνιμη δραπέτευση του πρωθυπουργού στο εξωτερικό ενώ η χώρα καίγεται, και στην αδυναμία των υπουργών να εφαρμόσουν το αρχικό τους σχέδιο παράκαμψης της βουλής νομοθετώντας με προεδρικά διατάγματα. Τέτοιες πολιτικές εφαρμόζονται με επιτυχία σε εποχές οικονομικής μεγέθυνσης, που αμβλύνουν την κοινωνική πόλωση κι εξασφαλίζουν νομιμοποίηση στο καθεστώς. Δεν μοιάζει να δημιουργούνται τέτοιες συνθήκες στο ορατό μέλλον.

Η στρατιωτική δικτατορία είναι ακόμη πιο δύσκολο να εξασφαλίσει σταθερότητα. Ίσως με επίκληση εθνικών κινδύνων κι εφαρμόζοντας κάποιο σχέδιο του ΝΑΤΟ, κάποιοι στρατηγοί καταλύουν μεθαύριο τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς και τις δημοκρατικές ελευθερίες και παίρνουν την κυβέρνηση. Και μετά; Ένα τέτοιο καθεστώς ελάχιστη εσωτερική ή εξωτερική νομιμοποίηση μπορεί ν’ απολαύσει, κι ελάχιστα θα διαρκέσει, ιδίως αν έχει να διαχειριστεί οικονομική συρρίκνωση. Μάλιστα με τη φιλελεύθερη πολιτική κουλτούρα που επικράτησε στην Ελλάδα μετά την κυπριακή ήττα του 1974, μόνον πολύ βλάκες στρατιωτικοί θα τολμούσαν να επιχειρήσουν κάτι τέτοιο, και δεν φαντάζομαι να έμειναν αρκετοί τέτοιοι στις ανώτερες βαθμίδες. Δεν μοιάζει ρεαλιστική λοιπόν τούτη η λύση.

Η πιο ενδιαφέρουσα εκδοχή θα ήταν ο φασισμός. Ο φασισμός διαφέρει από τις άλλες μορφές της άκρας δεξιάς κατά το ότι στηρίζεται στη μαζική κινητοποίηση, κι επομένως είναι πιο ικανός να συντρίψει ένα μαζικό κίνημα της αριστεράς, αλλά έχει και λίγο μεγαλύτερους κινδύνους, γι’ αυτό και προωθείται μόνο σε περιπτώσεις εσχάτης ανάγκης. Δεν ελέγχεται από τους συμμάχους του στο συντηρητικό μπλοκ εξουσίας και μπορεί να φέρει απρόβλεπτες διεθνείς περιπλοκές. Είναι εντελώς ασταθής μορφή διακυβέρνησης κι ελάχιστα εγγυάται τη δημοσιονομική εγκράτεια που απαιτούν οι τραπεζίτες. Αλλά, νομίζω, το βασικό πρόβλημα με τον φασισμό σήμερα είναι άλλο.

Πώς θα μπορούσε ο φασισμός να πετύχει μαζική κινητοποίηση; Χτυπώντας τους μετανάστες, αυτή είναι μια λύση, αλλά δεν αρκεί. Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια; Έχουν ακόμη κάποια απήχηση αυτά τα ιδανικά, αλλά δεν μπορούν πλέον να φτιάξουν μαζικό κίνημα. Να πάρουμε την Πόλη ή τα Σκόπια; Εδώ και δεκαετίες τα λεν αυτά φασιστικές ομάδες, αλλά δεν πείθουν. Ο ευδαιμονισμός και ο ατομικισμός των τελευταίων δεκαετιών, που περιόρισαν τόσο καιρό την απήχηση της αριστεράς, δουλεύουν αντίστοιχα και για το αντίπαλο στρατόπεδο. Ελάχιστοι σήμερα θέλουν να παν να σκοτωθούνε για τον φύρερ. Η οικονομική κρίση ευνόησε τον φασισμό τον Μεσοπόλεμο, αλλά τότε εξακολουθούσαν να κυριαρχούν συντηρητικές πολιτισμικές αξίες που τώρα έχουν εκλείψει ή έχουν χάσει το κεντρί τους. Ακόμη και αν το Λάος μετεξελιχθεί από απλώς ακροδεξιό κόμμα σε φασιστικό, πράγμα δύσκολο, τα όρια της επιρροής του είναι σαφή.

Ίσως κάποιοι επιδιώξουν και τώρα να ευνοήσουν τον φασισμό, όπως είχαν κάνει τον Μεσοπόλεμο, όταν ο πρόδρομος του σημερινού Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών χρηματοδοτούσε επίσημα τη φασιστική οργάνωση της εποχής, την Εθνική Ένωση Ελλάς (ή αλλιώς, Έλληνες Εξοντώσατε Εβραίους). Για παράδειγμα, ίσως υπάρξουν προσπάθειες πλαισίωσης του λεγόμενου ‘επιχειρηματικού κόμματος’ από φασιστικές ομάδες· είδαμε πρόσφατα τέτοιες να διαδηλώνουν μπροστά από τα γραφεία της Μαρφίν με ελληνικές σημαίες και να υπερασπίζονται τον χαρισματικό της ιδιοκτήτη. Αλλά η εμβέλεια τέτοιων εγχειρημάτων δεν μπορεί παρά να είναι μικρή.

Το σημερινό κράτος μπορεί εύκολα να καταστείλει εξεγέρσεις περιθωριακών πολιτικών ή κοινωνικών ομάδων, ας πούμε κάποιων μεταναστών ή αναρχικών. Ίσως είναι ικανό ακόμη και να νικήσει μια ενδεχόμενη εξέγερση ενός κοματιού της αριστεράς ή των απόκληρων, μολονότι βέβαια η ίδια η αριστερά δεν σκοπεύει να εξεγερθεί ούτε είναι οργανωμένη με τέτοιους στόχους. Ωστόσο το ελληνικό και τα άλλα ευρωπαϊκά κράτη είναι εντελώς ανήμπορο απέναντι σ’ έναν ευρύ λαϊκό ξεσηκωμό με αιτήματα δημοκρατίας κι επιβίωσης. Δεν έχει ούτε υλικούς ούτε ιδεολογικούς μηχανισμούς καταστολής του –και από αυτή την άποψη είναι ευτύχημα ότι τα τηλεοπτικά παπαγαλάκια απαξιώνονται τόσο γρήγορα και τελικά καίγονται τόσο άσκοπα αυτούς τους μήνες. Τα ΜΑΤ δεν διατηρούν πολύ καιρό τον δαρτικό τους ζήλο αν ο πατέρας τους έχει χάσει τη δουλειά του, η μάνα τη σύνταξή της, η γυναίκα τους το μισό της μισθό και ο αδερφός τους βολοδέρνει ανάμεσα σε μαθητεία και ανεργία. Ούτε και οι ιδιωτικοί στρατοί των σεκιουριτάδων τα καταφέρνουν καλύτερα σε τέτοιες περιστάσεις.
Μια γενική απεργία δεν καταστέλλεται από αστυνομία ή στρατό. Ούτε η συγκέντρωση κάθε βδομάδα εκατό χιλιάδων ανθρώπων στο Σύνταγμα και στις άλλες κεντρικές πλατείες της χώρας. Δυστυχώς, αντίθετα από τους ισλανδούς, δεν έχουμε ούτε αντάξιο του αξιώματός του πρόεδρο της δημοκρατίας ούτε δημοψηφισματικούς θεσμούς που να διευκολύνουν την επαναφορά της χώρας στη συνταγματική πορεία. Επομένως γίνεται πιθανότερη μια λύση τύπου Αργεντινής, όπου η λαϊκή κινητοποίηση, εστιασμένη στην επιβίωση και έχοντας αμυδρούς μόνο πολιτικούς στόχους, ανατρέπει μια αντιδημοκρατική κυβέρνηση. Η αμηχανία της επίσημης αριστεράς δυστυχώς διευκολύνει μια τέτοια έκβαση, που δεν είναι η καλύτερη δυνατή, αλλά πάντως παραμένει απείρως προτιμότερη από την καταστροφή στην οποία μας οδηγεί η κυβέρνηση. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: