Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2012

Η ανάγκη για λιτότητα και άλλες ιστορίες



Πηγή: sofokleous 10
Και αν όλα όσα ακούμε τους τελευταίους μήνες αποτελούν απλά τη λάθος προσέγγιση; Oικονομολόγοι τώρα καταρρίπτουν τις απλοϊκές νεοφιλελεύθερες τακτικές και εξηγούν γιατί το φάρμακο δεν βοηθάει τον ασθενή.
1.Για να σωθεί το ευρώ θα πρέπει να γίνει η πολιτική ένωση της Ευρώπης με βάση τη λιτότητα; ΟΧΙ
Ασφαλώς όχι, αν ως πολιτική ένωση της Ευρώπης εννοούμε αυτό που επανειλημμένα έχει τονίσει η Άνγκελα Μέρκελ. Η Ευρώπη της Μέρκελ δημιουργεί σοβαρά προβλήματα αφού απαλλοτριώνεται οριστικά το δημοκρατικό δικαίωμα των πολιτών να αποφασίζουν σε θέματα προϋπολογισμού, που θα τα διαχειρίζονται οι Βρυξέλλες. Σε αντάλλαγμα, η Γερμανία προτείνει ένα " ταμείο σωτηρίας" στο οποίο οι χώρες θα συλλογικοποιήσουν το μέρος του χρέους τους που υπερβαίνει το 60 τοις εκατό του ΑΕΠ τους, με την υπόσχεση να το επιστρέψουν σε είκοσι χρόνια.
Τίποτα περισσότερο από μια ενισχυμένη εκδοχή του λεγόμενου Συμφώνου Δημοσιονομικής Σταθερότηταςπου ήδη έχει επιβάλει το Βερολίνο: δύο δεκαετίες εξασφαλισμένης λιτότητας σε μια Ευρώπη διαιρεμένη σε πλούσιους και φτωχούς. Πρόκειται για μια προοπτική απαράδεκτη και καταστροφική. Περισσότερη Ευρώπη, ωστόσο, θα βοηθούσε αν ο στόχος ήταν να εξασφαλιστεί η ανάπτυξη των πλέον υποβαθμισμένων περιοχών της.

Οποιαδήποτε λύση θα πρέπει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα που βρίσκεται πίσω από την κρίση : το ενιαίο νόμισμα έχει βαθύνει το χάσμα ανταγωνιστικότητας μεταξύ ασθενέστερων και ισχυρών ευρωπαϊκών οικονομιών. Αυτό έχει προκαλέσει μια δεκαετία στασιμότητας και στη συνέχεια κρίση στην Ιταλία, ενώ η Ισπανία έκρυβε το πρόβλημα πίσω από μία χάρτινη ανάπτυξη, ή ακόμα καλύτερα από τούβλα, η οποία χρηματοδοτήθηκε με τις εισροές γερμανικών κεφαλαίων και τώρα είναι βουτηγμένη μέχρι το λαιμό στο χρέος.
Γενικά, όσοι πιστεύουν στις σωτήριες εξουσίες μιας πολιτικής Ευρώπης αφήνουν στην άκρη αυτά τα προβλήματα και παραβλέπουν τα σχετικά κόστοι και τα πολιτικά εμπόδια, που προέρχονται από τη γερμανική κυρίως πλευρά.
Μια πολιτική Ευρώπη γνήσια και βιώσιμη συνεπάγεται αρχές οικονομικής εξισορρόπησης μεταξύ των χωρών και κοινωνικής εξισορρόπησης μεταξύ των πολιτών της, που μπορούν να επιτευχθούν με δύο τρόπους.
Ο πρώτος αποτελεί μια πραγματική επανάσταση στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στόχο έχει να συγκεντρώσει το δημόσιο χρέος (ευρωομόλογα) σταθεροποιώντας τα εθνικά δημόσια χρέη, αντί να τα μειώσει, με ένα ομοσπονδιακό προϋπολογισμό άξιο αυτού του ονόματός για να στηρίξει τη ζήτηση, την απασχόληση και το περιβάλλον, να μεταρρυθμίσει την ΕΚΤ προς την κατεύθυνση της υποστήριξης μιας αναπτυξιακής δημοσιονομικής πολιτικής ,να θέσει ως στόχο ένα πληθωρισμό τουλάχιστον 4 τοις εκατό, και τη Γερμανία να δεσμεύεται ότι θα τηρήσει αυτό το στόχο, δίνοντας χώρο στην ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας των χωρών της περιφέρειας.
Εναλλακτικά θα μπορούσε να κινηθεί προς την κατεύθυνση μιας "ένωσης μεταβίβασης πόρων" που διατηρεί το status quo στις σχετικές ανταγωνιστικότητες, καθώς οι ισχυρές χώρες ανακατανέμουν στην περιφέρεια τα έσοδα από τα εμπορικά πλεονάσματα με τη μορφή κατάλληλων νομισματικών μεταβιβάσεων, προκειμένου να επιτευχθεί μια εξίσωση του βιοτικού επιπέδου.
Ενώ ο δεύτερος δρόμος είναι σαφώς ανέφικτος, ο πρώτος θα μπορούσε να ξεκινήσει αμέσως. Αυτό χωρίς να απαιτούνται υπερβολικά πρόωρες και υπερβολικές παραχωρήσεις της εθνικής κυριαρχίας. Αλλά η αντίθεση της Γερμανίας σ’ αυτά τα εύλογα μέτρα είναι τρομερή, μη θέλοντας να εγκαταλείψει το νεομερκαντιλιστικό μοντέλο της που βασίζεται στις εξαγωγές. Στην πραγματικότητα υπάρχουν αυτή τη στιγμή πληθώρα αντιφατικών προτάσεων με στόχο να ανοίξει μια ρωγμή στο τείχος των γερμανικών αρνήσεων. Η σύγχυση είναι λοιπόν μεγάλη και δεν υπόσχεται τίποτα καλό, ενώ οι αγορές δεν συγχωρούν τα ημίμετρα. Μόλις τα επιτόκια των ιταλικών ομολόγων δεκαετίας ξεπεράσουν το 7 τοις εκατό ετοιμαστείτε για τα χειρότερα.
2. Η αύξηση των σπρεντ εξαρτάται από το δημόσιο χρέος των κρατών; ΟΧΙ.
Το σπρεντ είναι η διαφορά μεταξύ δύο επιτοκίων. Συγκεκριμένα, είναι η διαφορά μεταξύ των επιτοκίων που πληρώνουν για το χρέος τους οι χώρες της περιφέρειας του ευρώ και το επιτόκιο που καταβλήθηκε για τα ομόλογα του γερμανικού δημόσιου. Η διαφορά αρχίζει να αυξάνεται όταν η αγορά αρχίζει να προεξοφλεί την πιθανότητα μιας πτώσης της αξίας των τίτλων των χωρών της περιφέρειας.
Για να πείσουν τις αγορές να κρατήσουν τους τίτλους και να αγοράσουν πιθανόν και νέους, θα πρέπει να τους προσφέρουν ένα υψηλότερο επιτόκιο. Συνήθως έτσι ξεκινούν τα σπρεντ την ανησυχητική άνοδο τους. Από τη γέννηση του ευρώ, και ακόμα πιο έντονα από την κρίση του 2008, τα σπρεντ των χωρών της ζώνης του ευρώ δεν φάνηκε να επηρεάζονται τόσο από το έλλειμμα και το δημόσιο χρέος, αλλά πιο πολύ, από το έλλειμμα και το εξωτερικό χρέος, τόσο το δημόσιο όσο και το ιδιωτικό. Με άλλα λόγια, αυτό που πρέπει να ανησυχεί δεν είναι τόσο η υπέρβαση των κρατικών δαπανών ως προς τα φορολογικά έσοδα, αλλά η υπέρβαση των εισαγωγών έναντι των εξαγωγών με τις χώρες του εξωτερικού.
Μια υπέρβαση που αφορά τις περιφερειακές χώρες της Ένωσης και αντιπροσωπεύει το πλεόνασμα των γερμανικών εξαγωγών. Στην κλισέ άποψη, που επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά στους κινδύνους από τους προϋπολογισμούς του δημοσίου, τα συμπεράσματα αυτά μοιάζουν περίεργα. Η εξήγηση, ωστόσο, είναι απλή.
Τα υψηλά επιτόκια, και ως εκ τούτου, και τα υψηλά σπρεντ ως προς τα γερμανικά επιτόκια, εξηγούνται από το ότι οι φορείς της αγοράς δεν προεξοφλούν απλά μια αποτυχία κάποιων κρατών, αλλά μάλλον την αποδέσμευση τους από το ευρώ και την υποτίμηση του νομίσματος τους .
Ειδικότερα, σε μια κρίση όπως η σημερινή, οι χώρες με εμπορικό έλλειμμα προς άλλες χώρες μπορεί να υποχρεωθούν κάποια στιγμή να εγκαταλείψουν το ενιαίο νόμισμα, να ανακτήσουν την εθνική κυριαρχία τους, και να υποτιμήσουν το εθνικό τους νόμισμα. Αν λοιπόν, τα σπρεντ αρχίζουν να ανεβαίνουν, αυτό σημαίνει ότι οι αγορές δεν προεξοφλούν απλά μια στάση πληρωμών κάποιων χωρών, αλλά αναμένουν ότι αυτές θα εγκαταλείψουν τη ζώνη του ευρώ. Οποιος προεξοφλεί αυτή τη δυνατότητα είναι πρόθυμος να κρατήσει στην κατοχή του τους τίτλους των χωρών που διατρέχουν τον κίνδυνο αποδέσμευσης, μόνο όμως υπό την προϋπόθεση ότι θα πάρει ως αντάλλαγμα υψηλότερα επιτόκια.
Αρα, αυτό που μόλις πριν λίγους μήνες φαινόταν αδιανόητο, τώρα θεωρείται δεδομένο και μάλιστα στις πραγματικές τιμές που ανταλλάσσονται τα αξιόγραφα στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Και καλά θα κάνουμε να θυμόμαστε ότι αυτή η μείωση αφορά τους τίτλους του δημοσίου, αλλά και του ιδιωτικού τομέα, αφού η πρόβλεψη εξόδου από το ευρώ αλλάζει την αξία του χρέους όχι μόνο του δημόσιου αλλά και των τραπεζών, των επιχειρήσεων και των οικογενειών.
3. Για να επιστρέψουμε στην ανάπτυξη θα πρέπει να απελευθερωθεί η αγορά εργασίας; ΟΧΙ.
Σύμφωνα με την παραδοσιακή θεωρία η απορρύθμισης της αγοράς εργασίας και η προς τα κάτω ευελιξία των μισθών, θα αυξήσουν την απασχόληση. Υποστηρίζεται, δηλαδή, ότι η ζήτηση για εργατικό δυναμικό είναι αντιστρόφως ανάλογη με το κόστος της. Οσο μεγαλύτερες οι αμοιβές, τόσο χαμηλότερη η ζήτηση εργασίας και τόσο θα αυξάνεται η ανεργία. Αυτή η ιδέα το 1900 αμφισβητήθηκε από τους Keynes και Sraffa και δεν επαληθεύεται εμπειρικά. 
Ακόμη και ένας διεθνής θεσμός που είναι υπέρ της απελευθέρωσης της αγοράς εργασίας, όπως είναι ο ΟΟΣΑ στις μελέτες που έκανε δεν βρήκε να υπάρχει καμία σχέση μεταξύ δεικτών προστασίας της απασχόλησης και τα ποσοστά ανεργίας. Άλλες μελέτες δείχνουν αντίθετα ότι η ανεργία σχετίζεται με την πορεία της συνολικής ζήτησης. Και ότι υπάρχει θετική σχέση μεταξύ υψηλών μισθών, αύξησης της κατανάλωσης, αύξησης του ΑΕΠ και υψηλής απασχόλησης. Η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας και η πίεση προς τα κάτω των μισθών μπορεί να οδηγήσει και σε μείωση της παραγωγικότητας των επιχειρήσεων,αφού αυτές, με τη συμπίεση, τώρα, του κόστους της εργασίας, θα έχουν λιγότερα κίνητρα να εισάγουν τεχνολογικές καινοτομίες.
Σε μια ανοικτή αγορά, η μείωση του κόστους και των μισθών μπορεί πράγματι να αυξήσει τις εξαγωγές. Αυτό συνέβη πρόσφατα, για παράδειγμα, στην Ιρλανδία και τη Γερμανία. Η πρώτη προσέλκυσε επενδύσεις με φορολογικές ελαφρύνσεις στις επιχειρήσεις. Η Γερμανία, αντίθετα, κατάφερε να αυξήσει την παραγωγικότητα, χωρίς να αυξήσει τους μισθούς. Αλλά η ανταγωνιστικότητα είναι πάντα κάτι το σχετικό. Αν όλοι οι ανταγωνιστές μειώσουν τους μισθούς, τότε δεν κερδίζει κανείς.Η μόνη λύση είναι η μείωση της ζήτησης και της ανάπτυξης. Για να ανακτήσουν τη διαφορά ανταγωνιστικότητας με τη Γερμανία, οι χώρες του ευρωπαϊκού νότου θα πρέπει να μειώσουν τους μισθούς και τις τιμές των εξαγόμενων αγαθών τους κατά 30 τοις εκατό περίπου. Εάν η μείωση των μισθών δεν οδηγήσει στην ίση μείωση των τιμών (κάτι που είναι πιθανό), τότε η αγοραστική δύναμη των μισθών θα μειωθεί, και θα είχαμε εκρηκτικές καταστάσεις. Από την άλλη, ωστόσο, ακόμα και αν οι τιμές έπεφταν, αυτό θα καθιστούσε το χρέος, τόσο το δημόσιο όσο και το ιδιωτικό, πιο ακριβό και οι συνέπειες θα ήταν μεγάλες. Αν το πρόβλημα είναι να επαναπροσδιορίσουμε την ανταγωνιστικότητα του Βερολίνου με αυτή των χωρών του Νότου, αυτό μπορεί να γίνει είτε αυξάνοντας τους πραγματικούς μισθούς (ώστε να ανακτηθεί το χαμένο έδαφος ως προς την παραγωγικότητα), είτε τις τιμές στη Γερμανία. Ο πληθωρισμός έχει λιγότερο αρνητικές συνέπειες από τον αποπληθωρισμό. Και σ’ αυτό θα μπορούσαν να συμφωνήσουν, ακόμη και οι Γερμανοί εργάτες. Antonella Stirati, λέκτορας στη Σχολή Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Federico Caffe Roma3. Γράφει στην ιστοσελίδα economiaepolitica.it
4. Η ΕΚΤ δεν μπορεί να κάνει τίποτα για να στηρίξει την ανάπτυξη και την απασχόληση; ΟΧΙ.
Όποιοι υποστηρίζουν ότι η ΕΚΤ δεν μπορεί να κάνει τίποτα για την ανάπτυξη και την απασχόληση αποδέχονται εκ των προτέρων ότι ο μόνος λόγος ύπαρξης μιας κεντρικής τράπεζας είναι αυτός που αναφέρεται στο καταστατικό του Ιδρύματος της Φρανκφούρτης. Αλλά οι λειτουργίες που επιτελεί μια κεντρική τράπεζα δεν είναι παρά η αντανάκλαση μιας συγκεκριμένης ιστορικής στιγμής. Στο παρελθόν στόχοι και μέσα παρέκλιναν ποικιλοτρόπως.
Στην περίπτωση της ΕΚΤ - υπό την πίεση της νεοφιλελεύθερης σκέψης - η πολιτική επιλογή ήταν σαφής: ο στόχος είναι η συγκράτηση του πληθωρισμού στη ζώνη του ευρώ και το μέσο είναι η ρύθμιση του όγκου της ρευστότητας στην αγορά χρήματος αυτή η ιδιαίτερη διεθνής αγορά στην οποία οι τράπεζες ανταλλάσσουν τα πλεονασματικά ρευστά περιουσιακά τους στοιχεία). Συνομιλητής της ΕΚΤ είναι ως εκ τούτου οι τράπεζες (ο δημόσιος τομέας μπαίνει στη γωνία) με την παραδοχή ότι οι αποφάσεις τους είναι οι πιο έγκυρες για το σύνολο του συστήματος: οι στόχοι των τραπεζών, γίνονται έτσι στην πράξη και στόχοι της οικονομικής πολιτικής.
Ακολουθώντας αυτή τη λογική, η ΕΚΤ αποποιήθηκε το ρόλο της ως δανειστής έσχατης ανάγκης έναντι των κρατών, τα θύματα της κρίσης των σπρεντ. Επιπλέον, η δράση της Κεντρικής Τράπεζας, ακολουθώντας το κύμα των αμερικανικών επεμβάσεων, κράτησε χαμηλά τα επιτόκια των ρευστών διαθεσίμων στηρίζοντας το ενδιαφέρον των επενδυτών (και των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων) για πιο ριψοκίνδυνες οικονομικές δραστηριότητες. Παραδόξως, τα χαμηλά επιτόκια δεν ενθάρρυναν την παραγωγική δραστηριότητα (πλην των ακινήτων). 
Στην πραγματικότητα, το χαμηλότερο κόστος δανεισμού αντισταθμίστηκε και με το παραπάνω από τη μικρότερη κερδοφορία της παραγωγής, που οφείλεται στις ισχνές συνθήκες της ζήτησης. Η χρηματοπιστωτική επομένως δραστηριότητα ωφελήθηκε σε βάρος της παραγωγικής. Μετά το σοκ της αμερικανικής χρηματοπιστωτικής κρίσης, η ΕΚΤ άλλαξε το βήμα της, αλλά όχι και το πλαίσιο αναφοράς.
Στην τραπεζική κρίση παρενέβη με μεγάλες ενέσεις ρευστότητας που έδωσαν πνοή στις προβληματικές τράπεζες, αλλά στην κρίση του δημόσιου χρέους έκανε πίσω, πιέζοντας απλώς τις τράπεζες να επενδύσουν σε κρατικά ομόλογα. Σε κάθε περίπτωση, το τραπεζικό σύστημα είναι ο τερματικός σταθμός των επιλογών της οικονομικής πολιτικής. Η ΕΚΤ θα μπορούσε να κάνει περισσότερα για την ανάπτυξη και την απασχόληση. Αλλά θα έπρεπε να υπάρχει, ένα διαφορετικό θεσμικό πλαίσιο, όπου το χρηματοπιστωτικό σύστημα να μπορεί να μπορεί να περιορίζει τη διεθνή κερδοσκοπία για στηρίξει τις παραγωγικές δυνατότητες της περιοχής. Αυτή είναι μία πλευρά της αναγκαίας πλέον θεσμικής αναδιάρθρωσης της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής που τοποθετεί στο κέντρο του ενδιαφέροντος της,την απασχόληση, το εισόδημα από την εργασία και τα δικαιώματα της.
Μέχρι τώρα, η στάση της ΕΚΤ και η συμπεριφορά της ήταν σύμφωνη με το νεοφιλελεύθερο πλαίσιο από το οποίο βγήκε (και το οποίο έχει κάνει τόσο μεγάλη ζημιά). Αλλά τίποτα δεν της απαγορεύει, εκτός από καλά εδραιωμένα συμφέροντα, να κρατήσει διαφορετική στάση και να υιοθετήσει συμπεριφορές ανάλογες με ένα πλαίσιο οικονομικής πολιτικής που προωθεί μια πραγματική ευρωπαϊκή ιθαγένεια. Για την ανάγκη να αλλάξει το πλαίσιο δεν υπάρχουν πολλά σημάδια, όμως υπάρχουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: