Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2012

Η Αριστερά οφείλει να θέτει ζήτημα εργατικής εξουσίας



ΠΗΓΗ: ΕΠΟΧΗ

Aλ. Χρύσης
Τη συνέντευξη πήρε
η Ιωάννα Δρόσου

Ύστερα από σχεδόν τρεις μήνες διορισμένης κυβέρνησης μάλλον οδηγούμαστε σε εκλογές. Αυτό ίσως σημαίνει ότι ξεπερνιέται η κρίση του κοινοβουλευτισμού και της δημοκρατίας;
Η κρίση του κοινοβουλευτισμού και της αστικής δημοκρατίας δεν είναι πρωτογενής. Είναι απόρροια της δομικής κρίσης του συστήματος, που ξεκίνησε από την οικονομία και επεκτάθηκε σε όλα τα επίπεδα. Με αυτή την έννοια, βρισκόμαστε μέσα σε μια κρίση του καπιταλισμού, οικονομική, πολιτική, αλλά και πολιτιστική ταυτόχρονα. Στην τρίμηνη θητεία της αυτή η δοτή κυβέρνηση επιχειρεί να διαχειριστεί τα δομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει το αστικό σύστημα στην Ελλάδα, διεκπεραιώνοντας το έργο που της έχει ανατεθεί από τα διεθνή και εγχώρια κέντρα και όχι ασφαλώς από τον ελληνικό λαό. Το αν θα πάει η Ελλάδα άμεσα σε εκλογές δεν μπορούμε να το πούμε με βεβαιότητα. Νομίζω, πάντως, ότι οι εκφραστές της αστικής πολιτικής εξουσίας βρίσκονται μπροστά σε ένα τακτικό δίλημμα, που πρέπει να απαντήσουν σύντομα: από τη μία πλευρά η άμεση προκήρυξη εκλογών μπορεί να λειτουργήσει, προσωρινά έστω, ως βαλβίδα εκτόνωσης ισχυρότατων κοινωνικών πιέσεων, αλλά από την άλλη, υπάρχει ο κίνδυνος μιας δυσμενούς γι’ αυτούς αλλαγής του συσχετισμού των δυνάμεων σε κοινοβουλευτικό επίπεδο, ενδεχόμενο που αν επαληθευθεί θα δημιουργήσει, περαιτέρω προβλήματα στην πολιτική διαχείριση της κρίσης.

Δεν γνωρίζουμε τις εξελίξεις που θα προκύψουν από τις εκλογές, αλλά είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα προκύψει συγκυβέρνηση. Ποια είναι η δική σας εικόνα;
Αν σταθούμε στα δεδομένα των δημοσκοπήσεων, προκύπτει μια σαφής καταδίκη του δικομματισμού, καθώς και μια μετατόπιση δυνάμεων προς την πλευρά της Αριστεράς, και ειδικότερα του ΚΚΕ και του ΣΥΡΙΖΑ. Όσον αφορά τη Δημοκρατική Αριστερά, ανεξάρτητα από το εκλογικό ποσοστό της, που δεν αποκλείεται να είναι σημαντικά μικρότερο από το δημοσκοπικό, πρόκειται, κατά τη δική μου εκτίμηση, για ένα κόμμα που θα κινηθεί περισσότερο συμπληρωματικά προς τις κύριες δυνάμεις του πολιτικού συστήματος, παρά κριτικά. Γι’ αυτό πιστεύω ότι η κατάταξη της ΔΗΜΑΡ στον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς στερείται βάσης. Αυτό που επίσης πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη είναι η αύξηση δυνάμεων του ακροδεξιού χώρου.

Είπατε ότι οι δυνάμεις του δικομματισμού θα δεχθούν ένα ισχυρό πλήγμα παρά το ενδεχόμενο να προκύψει συγκυβέρνηση. Πρόκειται για δύο όμοιες όψεις ενός νομίσματος;
Παρατηρώντας τη δυναμική των πραγμάτων σε πολιτικό επίπεδο, η συγκυβέρνηση θα μπορούσε να αποτελέσει μια προσωρινή, ταχείας καύσεως, διέξοδο για το αστικό σύστημα εξουσίας. Νομίζω, όμως, ότι η προσέγγισή μας δεν πρέπει να ξεκινά από το πολιτικό επίπεδο, αλλά από το κοινωνικοοικονομικό. Στο κοινωνικοοικονομικό επίπεδο βρίσκεται το θεμελιώδες πρόβλημα της ελληνικής αστικής τάξης -αλλά και των άλλων ευρωπαϊκών αστικών τάξεων- πρόβλημα, το οποίο προσλαμβάνει ασφαλώς ειδικές μορφές και περιεχόμενα και στο πολιτικό επίπεδο. Σε κάθε περίπτωση, εκτιμώ ότι οποιαδήποτε «λύση» κι αν βρεθεί για το πολιτικό σύστημα, όπως για παράδειγμα αυτή της συγκυβέρνησης, συντομότατα θα ακυρωθεί κάτω από το βάρος των κοινωνικών πιέσεων.

Η Αριστερά μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις;
Η πράξη θα δείξει. Μέχρι τώρα, πάντως, δεν έχει σταθεί, κατά τη γνώμη μου, στο ύψος των περιστάσεων με μέτρο πάντα τις ανάγκες των χειμαζόμενων από την κρίση κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων.

Για ποιο λόγο;
Καταρχάς, υπάρχει σημαντικό έλλειμμα στον ερευνητικό τομέα, έλλειμμα που, αν είχε καλυφθεί, οι παρεμβάσεις της Αριστεράς θα ήταν πιο ουσιαστικές και αποτελεσματικές. Θα εστιάσω, ωστόσο, στους στενά πολιτικούς λόγους. Νομίζω ότι ένας πρώτος λόγος είναι ο σεκταρισμός του ΚΚΕ και η άρνησή του ή η αδυναμία του να διατυπώσει μια τακτική κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών και ένα συνολικότερο σχέδιο δράσης που να στηρίζεται σε μια οργανική σχέση τακτικής και στρατηγικής. Από μια τέτοια παθογένεια πάσχουν, τηρουμένων των αναλογιών, και μαχητικές, κατά τα άλλα, δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς. Αναμφισβήτητα ο κατακερματισμός των δυνάμεών της στερεί από την Αριστερά τη δυνατότητα να παίξει ουσιαστικό ρόλο στις εξελίξεις. Υπάρχει, ωστόσο, κάτι βαθύτερο, που εξηγεί, ως ένα βαθμό, και τον ίδιο τον κατακερματισμό. Πέραν από σοβαρές υποκειμενικές ανεπάρκειες και ψυχολογικές αγκυλώσεις, κρίσιμες ιστορικές παράμετροι και ιδεολογικές διαφορές στρατηγικής σημασίας δυσκολεύουν εξ αντικειμένου τη συγκρότηση ενός Αριστερού Μετώπου, που θα μπορούσε να παίξει καταλυτικό ρόλο στις εξελίξεις. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η πολιτική παράδοση της ελληνικής Αριστεράς, δεν χαρακτηρίζεται από αυτό που θα ονομάζαμε «κουλτούρα διαλόγου». Αλλά και μια ευκαιριακή συγκόλληση πολιτικών δυνάμεων χωρίς μια κοινή προγραμματική βάση δεν θα αποτελούσε λύση.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, ωστόσο, αποτελεί ένα παράδειγμα ενότητας και κοινής δράσης. Θα μπορούσε το πείραμα του ΣΥΡΙΖΑ να διευρυνθεί και στην υπόλοιπη Αριστερά;
Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει μια πολυμορφία, γεγονός το οποίο θα μπορούσε καταρχήν να θεωρηθεί θετικό, εφόσον η διαφορετικότητα των απόψεων διατηρείται μέσα σε κάποια όρια. Τα πράγματα αλλάζουν, όμως, όταν έχουμε να κάνουμε με διαμετρικά αντίθετες απόψεις. Όταν, για παράδειγμα, μέσα στον ΣΥΝ και στον ΣΥΡΙΖΑ υπάρχουν δυνάμεις που υποστηρίζουν την προοπτική του ευρώ και τη δυνατότητα «εκ των ένδον» μεταρρύθμισης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και άλλες που αντιμάχονται, ορθά πάντως κατά τη γνώμη μου, αυτές τις επιλογές, πώς αυτός ο χώρος μπορεί να αποτελέσει παράδειγμα ενότητας και κοινής δράσης;

Συνεργασία θα μπορούσε να υπάρξει σε ένα αντιμνημονιακό πλαίσιο;
Δεν μπορεί ο κοινός παρονομαστής μιας ριζοσπαστικής συνεργασίας να είναι αποκλειστικά η αντιμνημονιακή δράση. Θα πρέπει να υπάρχει και μια σύγκλιση στο τι προτείνουμε, να υπάρχει σαφές πολιτικό πρόγραμμα. Ένα τέτοιο πρόγραμμα θα μπορούσε να περιλαμβάνει: έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση (άρα και από το ευρώ), διαγραφή του χρέους, εθνικοποίηση των τραπεζών, και μια σειρά άλλων μέτρων, σε συνδυασμό ωστόσο με μια πολιτική πρόταση για το ποιες δυνάμεις και με ποιες διεθνείς συνεργασίες θα υλοποιήσουν αυτό το μεταβατικό πρόγραμμα με ορατό στρατηγικό ορίζοντα το σοσιαλισμό.

Η Αριστερά έχει τη δύναμη και τη δυνατότητα να θέσει ζήτημα εξουσίας ή/και κυβέρνησης;
Η Αριστερά, στο βαθμό που συγκροτείται μετωπικά σε ενιαία ριζοσπαστική προγραμματική βάση, οφείλει να θέτει ζήτημα εξουσίας, εργατικής εξουσίας, που θα απαντήσει νικηφόρα στην αντεπανάσταση του κεφαλαίου που εξελίσσεται στη χώρα μας και διεθνώς με τον πιο βάρβαρο τρόπο. Άλλωστε ο αγώνας για την ικανοποίηση άμεσων αιτημάτων δεν πρέπει να ακυρώνει, αλλά να νοηματοδοτείται από το στρατηγικό στόχο της Αριστεράς, που δεν μπορεί να είναι άλλος από το σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό. Άλλης τάξης ζήτημα είναι αυτό της κυβέρνησης, και ειδικότερα της συμμετοχής της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς σε κυβερνητικά σχήματα. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η συμμετοχή αριστερών ριζοσπαστικών δυνάμεων σε μια κυβέρνηση δεν είναι, κατά τη γνώμη μου, ζήτημα αρχής, ζήτημα στρατηγικής σημασίας, αλλά τακτική επιλογή που κρίνεται απαραίτητη, αλλά όχι μόνο, με βάση το υπέρτατο κριτήριο της εξυπηρέτησης του στρατηγικού στόχου, δηλαδή του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας.

Ποιος θα είναι ο ρόλος των κινημάτων το επόμενο διάστημα;
Καταρχάς πρέπει να κάνουμε μια διάκριση ανάμεσα σε κινήματα και κινητοποιήσεις. Είχαμε και εξακολουθούμε να έχουμε μαζικές κινητοποιήσεις. Κίνημα, όμως, με την έννοια ενός οργανωμένου συλλογικού υποκειμένου, που αναπτύσσεται βάσει ενός σχεδίου, δεν έχουμε μέχρι σήμερα. Αυτό δημιουργεί, κατά τη γνώμη μου μεγάλο πρόβλημα. Ενώ έχουμε στιγμές κλιμάκωσης των αγώνων, ακολουθούν μεγάλες περίοδοι ύφεσης. Υπάρχει ένα μεγάλο έλλειμμα σε πολιτικό επίπεδο. Δεν υπάρχει αυτό που θα έλεγε ο Γκράμσι «πολιτικός ηγεμόνας», δηλαδή εκείνο το πολιτικό υποκείμενο που θα παίξει το ρόλο του συλλογικού οργανωτή ενός αντικαπιταλιστικού κινήματος. Αυτό το ρόλο θα μπορούσε να τον παίξει μόνο ένα μέτωπο των δυνάμεων της Αριστεράς που ανέφερα πριν.

Έχει συζητηθεί πολύ το «κίνημα της πατάτας» και η αντίδραση του ΚΚΕ ενάντιά του. Ποια η γνώμη σας;
Ό,τι γίνεται σε αυτή την κατεύθυνση είναι θετικό. Η αντίδραση του ΚΚΕ θυμίζει, τηρουμένων των αναλογιών, την αντίδρασή του στις κινητοποιήσεις των «αγανακτισμένων». Από την άλλη πλευρά, θεωρώ ότι δεν πρέπει να υπερβάλλουμε ως προς τη σημασία τέτοιων πρωτοβουλιών.

Αναφερθήκατε στο φαινόμενο της ανόδου της ακροδεξιάς. Για ποιο λόγο ενισχύεται και ποια πρέπει να είναι η αντίδραση της Αριστεράς;
Πρόκειται για αυθόρμητη αντίδραση στα προβλήματα που σωρεύει η καπιταλιστική κρίση. Στον περιορισμό φαινομένων, όπως ο ρατσισμός και η ξενοφοβία, θα συμβάλει αποφασιστικά η Αριστερά, μόνον αν εγκαταλείψει έναν αφηρημένο ανθρωπιστικό λόγο, προκειμένου να δώσει σχεδιασμένα και άμεσα έναν αγώνα με επιχειρήματα και δράσεις, αναπτύσσοντας δεσμούς ζωής με τους ανθρώπους που, ανεξάρτητα από την πολιτική ταυτότητά τους και την καταγωγή τους, πλήττονται βαριά από την οικονομική κρίση.

Αν η Χρυσή Αυγή έμπαινε στη Βουλή, μήπως θα μειώνοναν οι ρατσιστικές και βίαιες επιθέσεις;
Δεν νομίζω. Η απευκταία συμμετοχή της Χρυσής Αυγής στο κοινοβούλιο θα εμπλούτιζε τις μορφές της δράσης των μελών της, αλλά δεν θα άμβλυνε τα χαρακτηριστικά τους. Κάθε άλλο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: