Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2012

Η Τραγωδία του ευρώ και πως έφτασε η Ελλάδα ένα βήμα πριν τη χρεοκοπία - Τα τρία σενάρια για το μέλλον της Ελλάδας και του ευρώ



ΠΗΓΗ: bankingnews.gr
Το χρονικό της ανόδου και της πτώσης του ευρώ ακτινογραφεί ο  καθηγητής οικονομικών Philipp Bagus, του πανεπιστημίου Universidad Rey Juan Carlos της Μαδρίτης στο νέο του βιβλίο “Η Τραγωδία του Ευρώ” (The tragedy of the Euro), στο οποίο και ξηγεί τους λόγους της βραδείας κατάρρευσης της ευρωζώνης αλλά και της πιθανής διάλυσης της Ε.Ε. όπως την γνωρίσαμε μέχρι τώρα. Ο συγγραφέας είναι της άποψης ότι η  διάσωση της Ελλάδας τελικά μπορεί να μην ήταν οικονομικά βιώσιμη, αναλύοντας το δρόμο τον οποίο ακολούθησαν οι ηγέτες φτάνοντας ως εδώ.
Η περίπτωση της Ελλάδας

Οι δημοσιονομικές εξελίξεις στην Ελλάδα είναι ένα παράδειγμα της τραγωδίας του ευρώ και των κινήτρων της. Όταν η Ελλάδα εισήλθε στην ΟΝΕ, τρεις παράγοντες συνδυάστηκαν για να δημιουργήσουν τα υπερβολικά ελλείμματα. Πρώτον, η Ελλάδα έγινε δεκτή με πολύ υψηλή συναλλαγματική ισοτιμία. Με αυτή την ισοτιμία και τους μισθούς που επικρατούσαν, πολλοί εργαζόμενοι ήταν μη ανταγωνιστικοί σε σύγκριση με τους υψηλά κεφαλαιοποιημένους εργαζόμενους των βορείων χωρών. Για να αμβλυνθεί αυτό το πρόβλημα, οι εναλλακτικές ήταν (1) μείωση των μισθώνγια την αύξηση της παραγωγικότητας, (2) αύξηση των κυβερνητικών δαπανών για την επιδότηση της ανεργίας (με επιδόματα ανεργίας ή πρόωρη συνταξιοδότηση) ή(3) πρόσληψη των μη ανταγωνιστικών εργατών απευθείας ως δημόσιους υπάλληλους. 

Χάρη στα ισχυρά σωματεία εργαζομένων η πρώτη επιλογή απορρίφθηκε. Οιπολιτικοί επέλεξαν την δεύτερη και την τρίτη επιλογή που σήμαιναν μεγαλύτερα ελλείμματα. Δεύτερον, με την είσοδο στην ΟΝΕ η ελληνική κυβέρνηση πλέον υποστηρίζονταν από μια σιωπηρή εγγύηση διάσωσης από την ΕΚΤ και τα άλλα μέλη της ΟΝΕ. Τα επιτόκια των ελληνικών κυβερνητικών ομολόγων έπεσαν και προσέγγισαν τις αποδόσεις των γερμανικών. Κατά συνέπεια, το οριακό κόστος των υψηλότερων ελλειμμάτων μειώθηκε. Τα επιτόκια ήταν χαμηλά με τεχνητό τρόπο. 
Η Ελλάδα έχει υποστεί διάφορες χρεοκοπίες στον εικοστό αιώνα, και έχει γνωρίσει υψηλούς πληθωρισμούςκαι ελλείμματα, όπως επίσης και ένα χρόνιο έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου. Παρ' όλα αυτά, ήταν ικανή να χρεωθεί σχεδόν με τα ίδια επιτόκια όπως η Γερμανία, μια χώρα με συντηρητική δημοσιονομική ιστορία και ένα εντυπωσιακό εμπορικό πλεόνασμα.
Τρίτον, οι συνέπειες των απερίσκεπτων ελληνικών δημοσιονομικών συμπεριφορών μπορούν να εξωτερικευθούν μερικώς προς τα υπόλοιπα μέλη της ΟΝΕ καθώς η ΕΚΤ δέχεται τα ελληνικά κυβερνητικά ομόλογα ως εγγύηση για τις δανειακές της επιχειρήσεις. Οι ευρωπαϊκές τράπεζες θα αγοράσουν τα ελληνικά κυβερνητικά ομόλογα (πάντα με πριμοδότησησε σχέση με τα γερμανικά ομόλογα) και θα χρησιμοποιήσουν τα ομόλογα αυτά γιανα λάβουν δάνειο από την ΕΚΤ με χαμηλότερο επιτόκιο (1% σε μια εξαιρετικά κερδοφόρα συμφωνία).Οι τράπεζες αγόρασαν τα ελληνικά ομόλογα επειδή ξέρουν ότι η ΕΚΤ θα τα δεχτεί ως εγγύηση για νέα δάνεια. Υπήρξε μια ζήτηση για αυτά τα ελληνικά ομόλογα διότι το επιτόκιο που πληρώνονταν στην ΕΚΤ ήταν χαμηλότερο από αυτό που λάμβαναν οι τράπεζες από την ελληνική κυβέρνηση. Χωρίς την αποδοχή των ελληνικώνομολόγων από την ΕΚΤ ως εγγύηση για τα δάνειά της, η Ελλάδα θα έπρεπε να πληρώνει πολύ υψηλότερα επιτόκια. 
Στην πραγματικότητα, η ελληνική κυβέρνηση έχει διασωθεί ή υποστηριχτεί από την υπόλοιπη ΟΝΕ για πολύ καιρό.Το κόστος του ελληνικού ελλείμματος μεταφέρθηκε μερικώς σε άλλες χώρες της ΟΝΕ. Η ΕΚΤ δημιούργησε καινούρια ευρώ, λαμβάνοντας ελληνικά ομόλογα ως εγγύηση. Οπότε τα ελληνικά ομόλογα αποτιμήθηκαν σε χρήμα. Η ελληνική κυβέρνηση ξόδεψε τα χρήματα που έλαβε από την πώληση των ομολόγων για να κερδίσει και να αυξήσει την υποστήριξη από τον πληθυσμό. Όταν οι τιμές άρχισαν να αυξάνονται στην Ελλάδα, τα χρήματα έφυγαν προς άλλες χώρες, ανεβάζοντας τις τιμές στο υπόλοιπο της ΟΝΕ. Σε άλλα κράτη μέλη, οι άνθρωποι είδαν το κόστος στις αγορές τους να ανεβαίνει πιο γρήγορα από ότι τα εισοδήματά τους. Ο μηχανισμός σήμαινε μια αναδιανομή προς όφελος της Ελλάδας. Η ελληνική κυβέρνηση διασώζονταν από την υπόλοιπη ΟΝΕ με μια συνεχή μεταφορά αγοραστικής δύναμης.
Όμως το 2008 το σκηνικό αλλάζει. Η παγκόσμια οικονομία οδηγείται στην μεγαλύτερη κρίση από την δεκαετία του ‘30. Η οικονομική ύφεση οδηγεί σε χειροτέρευση των δημοσιονομικών μεγεθών όλων των χωρών επειδή η οικονομική συρρίκνωση συνεπάγεται μικρότερα φορολογικά εσόδα καθώς και μεγαλύτερα έξοδα, για την στήριξη των τραπεζών και των οικονομικά ασθενέστερων πολιτών. 
Στο τέλος του 2009, η νέα κυβέρνηση στην Ελλάδα ανακοίνωσε ότι τα ελλείμματά της θα βρίσκονται σε επίπεδα ρεκόρ του 12,7% — το τριπλάσιο δηλαδή από το 3,7% που ανακοινώθηκε νωρίτερα το 2009. Την 1η Δεκεμβρίου, οι υπουργοί οικονομικών της ΟΝΕ συμφώνησαν σε σκληρότερη δράση σε σχέση με την ελληνική κυβέρνηση, και στις 8 Δεκεμβρίου ο Fitch μείωσε τη βαθμολογία τηςΕλλάδας σε ΒΒΒ+, και ακολούθησε ο S&P. 
Ως πρώτη αντίδραση, ο νεοεκλεγμένος πρωθυπουργός, Γιώργος Παπανδρέου, δεν αύξησε τις συντάξεις όπως είχε υποσχεθεί, αλλά αύξησε τους φόρους για να μειωθεί το έλλειμμα. Τα επιτόκια που έπρεπε να πληρώνει η Ελλάδα για τα δάνειά της ξεκίνησαννα αυξάνονται στο τέλος του 2009 και άρχισαν να ανησυχούν τις αγορές. Ο Γερμανός υπουργός οικονομικών Wolfgang Schäuble, δήλωσε ότι η Ελλάδα ζούσε πάνω από τις δυνατότητές τις για χρόνια, και ότι οι Γερμανοί δε μπορούσαν να πληρώνουν το κόστος. 
Η αγορά άρχισε να έχει αμφιβολίες σχετικά με την ικανότητα της Ελλάδας να πληρώσει τα χρέη της. Υπήρξε επίσης φόβος ότι η ΕΚΤ θα σταματούσε να χρηματοδοτεί εμμέσως το ελληνικό έλλειμμα. Αν η ΕΚΤ σταματούσε να δέχεται τα ελληνικά ομόλογα ως εγγύηση για δάνεια, κανένας δε θα τα αγόραζε. Η κυβέρνηση θα αναγκαζόταν να αθετήσει τις υποχρεώσεις της.
Η ΕΚΤ μείωσε την ελάχιστη απαραίτητη αξιολόγηση για τις επιχείρησης ανοιχτής αγοράς της από Α- σε ΒΒΒ- ως απάντηση στην οικονομική κρίση. Η μείωση υποτίθεται ότι ήταν μια εξαίρεση και προβλέπονταν να λήξει στο τέλος του 2010. Λόγω όμως των δημοσιονομικών προβλημάτων, η Ελλάδα κινδύνευε να χάσει την ελάχιστη αποδεκτή αξιολόγηση, την Α-. Τι θα γινόταν το 2011 όταν η βαθμολογία της Ελλάδας δε θα πληρούσετο ελάχιστο του Α-; 
Στις 12 Ιανουαρίου 2010, η ΕΚΤ εξέφρασε τις αμφιβολίες της για τα στοιχεία του ελλείμματος που παρείχε η ελληνική κυβέρνηση. Οι παρατυπίες στα στατιστικά στοιχεία της Ελλάδας προκάλεσαν αμφισβητήσεις. Την 14η Ιανουαρίου, ο οίκος αξιολόγησης S&P μείωσε τη μακροπρόθεσμη πιστοληπτική διαβάθμιση της Ελλάδας σε Α- και έθεσε την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ιρλανδία σε αρνητική προοπτική λόγω των δημοσιονομικών τους προβλημάτων. Την ίδια ημέρα, η Ελλάδα ανακοίνωσε μια μείωση του ελλείμματός της κατά 10,6 δις ευρώ. Η μείωση προήλθε από αυξήσεις φόρων (7 δισ. ευρώ) και περικοπές δαπανών (3,6 δις ευρώ).  Το έλλειμμα ήταν να μειωθεί από το 12,7% στο 8,7% του ΑΕΠ. Ο Παπανδρέου επίσης ανακοίνωσε το πάγωμα των μισθών για τουςδημόσιους υπαλλήλους, καταργώντας έτσι μια προεκλογική υπόσχεση.
Την 15η Ιανουαρίου, ο Jean-Claude Trichet, πρόεδρος της ΕΚΤ, εξακολουθούσε να διατηρεί μια ρητορική «σκληρού» χρήματος: «Δε θα αλλάξουμε το πλαίσιο των εξασφαλίσεών μας προς όφελος οποιασδήποτε συγκεκριμένης χώρας. Το πλαίσιο των εξασφαλίσεών μας ισχύει για όλες τις ενδιαφερόμενες χώρες.»
Οι συμμετέχοντες στην αγορά ερμήνευσαν αυτή τη δήλωση ως υπόσχεση ότι η ΕΚΤ δε θα επέκτεινε την εξαιρετική μείωση της ελάχιστης απαραίτητης αξιολόγησης σε ΒΒΒ- μόνο για να διασώσει την ελληνική κυβέρνηση. Στην ίδια γραμμή, ο επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ, Jürgen Stark, δήλωσε τον Ιανουάριο ότι οι αγορές έσφαλαν όταν πίστεψαν ότι τα υπόλοιπα κράτη μέλη θα διέσωζαν την Ελλάδα.Μέχρι το τέλος του Ιανουαρίου, οι οικονομικές αγορές ξεκίνησαν να πουλάνε ελληνικά ομόλογα με ταχύτερο ρυθμό — αφού η Deutsche Bank προειδοποίησε ότι μια χρεοκοπίατης Ελλάδας θα ήταν πιο καταστροφική από τις χρεοκοπίες της Αργεντινής το 2001, ή της Ρωσίας το 1998. 
Τον Φεβρουάριο του 2010, έγινε δημοσίως γνωστό ότι η τράπεζα GoldmanSachs είχε βοηθήσει την ελληνική κυβέρνηση να κρύψει την πραγματική έκταση του ελλείμματός της, χρησιμοποιώντας τα παράγωγα. Η ελληνική κυβέρνηση δεν πληρούσε ποτέ την προϋπόθεση του Μάαστριχτ για δημόσιο χρέος μέχρι το 60% του ΑΕΠ,αλλά ούτε, από το 1991 και μετά, την προϋπόθεση του 3%  ελλείμματος ως προςτο ΑΕΠ. Μόνο οι παρατυπίες στον ισολογισμό, όπως η εξαίρεση των στρατιωτικών δαπανών ή των χρεών των νοσοκομείων έκαναν την Ελλάδα επισήμως να βρίσκεται εντός των ορίων για ένα χρόνο. Τα παράγωγα της Goldman Sachs συγκάλυψαν ένα δάνειο ως πράξη ανταλλαγής (swap). Η Ελλάδα εξέδωσε ομόλογα σε ξένα νομίσματα. Η GoldmanSachs πούλησε στην Ελλάδα πράξεις ανταλλαγής νομισμάτων σε πλασματική ισοτιμία. Έτσι η Ελλάδα έλαβε περισσότερα ευρώ από την αγοραστική αξία των ξένων νομισμάτων που έλαβε από την πώληση των ομολόγων. Όταν το ομόλογο έληξε, και η ελληνική κυβέρνηση χρειάστηκε να πληρώσει με ευρώ. Η Goldman Sachs έλαβε μια γενναιόδωρη προμήθεια για τη συμφωνία που απέκρυψε
Την 16η Φεβρουαρίου, το Ecofin επέβαλε ένα σχέδιο προσαρμογής στην ελληνική κυβέρνηση με αντάλλαγμα κάποια απροσδιόριστη υποστήριξη. Καθώς περνούσαν οι μέρες η ελληνική κυβέρνηση έγινε νευρική, απαιτώντας ουσιαστική υποστήριξη από τα υπόλοιπα κράτη μέλη. Αν δεν προσφέρονταν κάποια βοήθεια,η Ελλάδα θα ζητούσε φθηνά δάνεια από το ΔΝΤ. Η εμπλοκή του ΔΝΤ θα ήταν πολύ ντροπιαστική για το ευρύτερο σχέδιο του ευρώ. Η ΟΝΕ θα χρειάζεται το ΔΝΤ για να επιλύει τα προβλήματά της; Η εμπιστοσύνη στο ευρώ μειώθηκε περισσότερο.
Την 24η Φεβρουαρίου, ο οίκος S&P δήλωσε ότι ενδέχεται να υποβαθμίσει την Ελλάδα μία ή δύο βαθμίδες εντός του μήνα. Εκείνη τη στιγμή μόνο ο οίκος Moody’s διατηρούσε αξιολόγηση για την Ελλάδα που ήταν επαρκής για να γίνονται τα ομόλογά της αποδεκτά ως εγγύηση κάτω από κανονικές συνθήκες.
Στο τέλος του Φεβρουαρίου, ο πρωθυπουργός Παπανδρέου συναντήθηκε με τον Josef Ackermann, διευθύνων σύμβουλο της Deutsche Bank. Ο Ackermann ενδιαφέρονταν γιατην επίλυση του ελληνικού προβλήματος. Η Deutsche Bank κατείχε ελληνικό κυβερνητικό χρέος και μια χρεοκοπία θα μπορούσε να ρίξει ολόκληρο το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα, συμπεριλαμβανομένης και της Deutsche Bank. Μετά τη συνάντηση, ο Ackermann πρότεινε στον Jens Weidmann, σύμβουλο της Angela Merkel, να δανείσουν οι ιδιωτικέςτράπεζες, η Γερμανία και η Γαλλία από 7,5 δις στην Ελλάδα. Η πρόταση απορρίφθηκε. Η γερμανική κυβέρνηση φοβήθηκε το ενδεχόμενο της αντισυνταγματικότητας. Ένα σχέδιο διάσωσης θα παραβίαζε το άρθρο 125 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο αναφέρει ότι τα κράτη μέλη δεν είναι υπεύθυνα για τα χρέη των άλλων κρατών. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι ο γερμανικός πληθυσμός ήταν εναντίων κάποιας διάσωσης. Η Merkel ήθελε να καθυστερήσει τη λύση του προβλήματος για μετά τις σημαντικές εκλογές στο ομόσπονδο κράτος της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, οι οποίες είχαν προγραμματιστεί για το Μάιο.Την 28η Φεβρουαρίου, η Merkel εξακολουθούσε να αρνείται δημοσίως την πιθανότητα ενός γερμανικού σχεδίου διάσωσης για την Ελλάδα: «Έχουμε μια συνθήκη η οποία αποκλείει την πιθανότητα της διάσωσης άλλων εθνών».
Την ίδια στιγμή, η ΕΕ απαιτούσε από την ελληνική κυβέρνηση να μειώσει το έλλειμμά της κατά επιπλέον 4,8 δις ευρώ. Η απόδοση των ελληνικών ομολόγων αυξήθηκε στο 7%, ενώ η κυβέρνηση Παπανδρέου ανακοίνωνε και νέο πακέτο μέτρων λιτότητας. Σε αντάλλαγμα για τις «περικοπές», ο Παπανδρέου απαίτησε την «ευρωπαϊκή αλληλεγγύη». Οι ελληνικές «περικοπές» έδωσαν στη Merkel το πολιτικό κεφάλαιο που χρειαζόταν για να προωθήσει τη διάσωση της Ελλάδας στους Γερμανούς. Η κατάσταση γινόταν πιο πιεστική κάθε μέρα: Το Μάιο, 20 δις ελληνικού χρέους θα έληγαν, και δεν ήταν ξεκάθαρο αν οι αγορές θα αναχρηματοδοτούσαν αυτά τα χρέη με αποδεκτά επιτόκια.
Στις 5 και 7 Μαρτίου, ο Παπανδρέου συναντήθηκε με τον Sarkozy και την Merkel για να ζητήσει την υποστήριξή τους. Την ίδια στιγμή, οι φόβοι ενισχύονταν ότι τα έσοδα από τις αυξήσεις στους ελληνικούς φόρους μπορεί να είναι χαμηλότερα από τις προβλέψεις.
Για να αποφευχθούν οι κρίσεις της αγοράς στο μέλλον, ο Axel Weber, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, έκανε έκκληση για μια θεσμοθέτηση της βοήθειας έκτακτης ανάγκης. Την 15η Μαρτίου, οι υπουργοί οικονομικών από τις χώρες του ευρώ συναντήθηκαν για να συζητήσουν μια πιθανή διάσωση της ελληνικής κυβέρνησης. Δεν προέκυψε κάτι νέο. Οι υπουργοί μόνο επανέλαβαν ότι οι ελληνικές περικοπές ήταν αρκετές για την εκπλήρωση του προβλεπόμενου στόχου για το 2010.
Τρεις ημέρες μετά, η Merkel επιβεβαίωσε ότι οποιοδήποτε σχέδιο διάσωσης θα πρέπει να συμπεριλαμβάνει μια διάταξη για την απέλαση των κρατών που δε συμμορφώνονται με τους κανόνες. Και επανέλαβε ότι οι επενδυτές δε θα πρέπει να περιμένουν κάποιο ελληνικό σύμφωνο βοήθειας. 
Την 25η Μαρτίου, η ΕΚΤ και οι χώρες της ευρωζώνης έδρασαν μαζί για πρώτη φορά: ο Trichet, σε αντίθεση με τη δήλωσή που είχε κάνει τον Ιανουάριο, ανακοίνωσε ότι οι κανόνες ασφαλείας έκτακτης ανάγκης θα επεκτείνονταν και για το 2011. Τα ελληνικά ομόλογα ανέκτησαν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούνται ως εγγυήσεις. Την ίδια ημέρα,οι χώρες της ΕΕ συμφώνησαν, σε συνεργασία με το ΔΝΤ, για τη διάσωση της Ελλάδας.Η Γερμανία είχε απαιτήσει την εμπλοκή του ΔΝΤ, χωρίς όμως να γίνουν σαφείς οι λεπτομέρειες για τη διάσωση και οι αγορές παρέμειναν ανήσυχες
Την 11η Απριλίου, δύο μέρες μετά την υποβάθμιση της Ελλάδας σε ΒΒΒ- από τον οίκο Fitch, το επιτόκιο των ελληνικών ομολόγων αυξήθηκε στο 8%. Τελικά, η γερμανική κυβέρνηση συμφώνησε σε επιδοτούμενα δάνεια των 30 δις ευρώ προς την Ελλάδα, με πρόσθετα 15 δις ευρώ από το ΔΝΤ. Οι αγορές βυθίστηκαν. Η αντίσταση στις περικοπές στην Ελλάδα αυξήθηκε. Την ίδια ημέρα, η ΕΕ ανακοίνωσε ότι το έλλειμμα της Ελλάδας για το 2009 ήταν υψηλότερο από ό,τι είχε αναφερθεί στο παρελθόν. Αντί για 12,7%, ήταν 13,6% και με συνολικό χρέος στο 115% του ΑΕΠ. Ως απάντηση, ο οίκος Moody’s έριξε την αξιολόγηση της Ελλάδας κατά ένα βαθμό, στο Α3. Ο Παπανδρέου υποστήριξε ότι η αναθεώρηση των δεδομένων δε θα επηρεάσει το σχέδιό του για τη μείωση του ελλείμματος το 2010 στο 8,7%. Τα ελληνικά, τα ισπανικά και τα πορτογαλικά ομόλογα υποβαθμίστηκαν.
Την επόμενη ημέρα, η ελληνική κυβέρνηση αναγκάστηκε να ενεργοποιήσει το πακέτο διάσωσης των 45 δις ευρώ, οι λεπτομέρειες του οποίου είχαν οριστεί τις δύο προηγούμενες ημέρες. Η ελληνική κυβέρνηση απέκτησε πρόσβαση σε 30 δις ευρώ από τις χώρες του ευρώ με ένα μηχανισμό διαρκείας τριών ετών με επιτόκιο 5%, και σε 15 δις ευρώ από το ΔΝΤ με χαμηλότερο επιτόκιο. Η Ελλάδα έπρεπε να αποκτήσει πρόσβαση στο μηχανισμό – την 19η Μαΐου, έπρεπε να πληρωθεί ομόλογο αξίας 8,5 δις ευρώ.
Οι εξελίξεις επιταχύνθηκαν στην αρχή του Μαΐου. Ήταν προφανές ότι το πακέτο διάσωσης των 45 δις ευρώ δε θα ήταν αρκετό για να αποτρέψει τη χρεοκοπία της. Στις 2Μαΐου, οι υπουργοί του ευρώ συμφώνησαν σε ένα ακόμη μεγαλύτερο πακέτο διάσωσης με δάνεια συνολικού ποσού 110 δις ευρώ με επιτόκιο γύρω στο 5%.Το δεύτερο πακέτο διάσωσης υποτίθεται ότι θα κρατούσε βιώσιμη την οικονομία της Ελλάδας για τα επόμενα τρία χρόνια, κάτι το οποίο διαψεύστηκε από τις μετέπειτα εξελίξεις.
Κατ'α τον συγγραφέα, δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι η πλειοψηφία των Γερμανών θέλουν να επιστρέψουν στογερμανικό μάρκο. Φαίνεται πως καταλαβαίνουν διαισθητικά πως είναι στη χαμένη πλευρά ενός πολύπλοκου συστήματος. Βλέπουν πως κάνουν οικονομίες και σφίγγουν τις ζώνες τους σε τακτική βάση καθώς οι κυβερνήσεις άλλων χωρών ξοδεύουν προκλητικά . Ένα καλό παράδειγμα είναι το πρόγραμμα «Τουρισμός για Όλους» στην Ελλάδα: Οι φτωχοί λαμβάνουν επιδοτήσεις για διακοπές από το κυβερνητικό κεφάλαιο. Ακόμη και εν μέσω κρίσης, η ελληνική κυβέρνηση συνεχίζει το πρόγραμμα, αν και μείωσετον αριθμό των επιδοτούμενων διανυκτερεύσεων σε δύο.

Κρίση στην Ευρώπη

Για το συγγραφέα, τα τελευταία πενήντα χρόνια, υπάρχουν δύο αντιτιθέμενα οράματα για την ευρωπαϊκή ενοποίηση. Από την μια μεριά, το σοσιαλιστικό όραμα. Με κυριότερους υποστηρικτές τους Γάλλους Ζακ Ντελορ και Φρανσουά Μιτεράν, αυτό το όραμα έχει σαν στόχο την αναπαραγωγή του εθνικού κράτους-πρόνοιας σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.
Από την άλλη μεριά, υπάρχει το κλασσικο φιλελευθερο όραμα, που επεξεργάστηκαν κυρίως Καθολικοί Χριστιανοδημοκράτες όπως ο Ρομπερ Σουμαν, ο Κόνραντ Αντενάουερ και ο Αλτσίντε Ντε Γκάσπερι και βρήκε έκφραση στη Συνθήκη της Ρώμης. Σύμφωνα με αυτό το όραμα, δεν υπάρχει αναγκη για ενα συγκεντρωτικό υπερκράτος, το οποίο μάλιστα για τους φιλελεύθερους θεωρείται απειλή για την ελευθερία.
Για τον Bagus, το ευρώ είναι ένα βήμα προς ένα πανευρωπαϊκό πληθωριστικό νόμισμα που θα ξεφορτωθεί τους περιορισμούς που έβαζαν ο ανταγωνισμός μεταξύ των νομισμάτων και η συντηρητική νομισματική πολιτική της Bundesbank. 
Στο επίκεντρο των αγορών τίθενται η Ισπανία, η Ιταλία, το Βέλγιο, ακόμη και η ίδια η Γαλλία, με τους Ευρωπαίους να αδυνατούν να συμφωνήσουν με ένα αξιόπιστο σχέδιο αντιμετώπισης της κρίσης.  Οι χρεωμένες κυβερνήσεις πιέζουν τις τράπεζες να αγοράσουν περισσότερο χρέος, ενώ την ίδια ώρα τις πιέζουν να αυξήσουν τα κεφάλαια τους, για να “γεμίζουν” με περισσότερο κρατικό χρέος, το οποίο χρησιμοποιούν ως εγγύηση για να δανείζονται από την ΕΚΤ. Η μεγάλη «επιχείρηση ρευστότητας» της ΕΚΤ, προσφέρει δισεκατομμύρια στις τράπεζες, προκειμένου να αυξήσουν τα ρίσκα τους σε κρατικά χρέη. Οι καταθέτες και οι πιστωτές το έχουν αντιληφθεί, και ήδη ψάχνουν για την έξοδο. 
Κατά τον συγγραφέα, το βασικό ελάττωμα του ευρώ ήταν και είναι η λανθασμένη ρύθμιση του τραπεζικού συστήματος. Το κρατικό χρέος, μπορεί να αποφύγει τη χρεοκοπία, εφόσον τα κράτη έχουν την δυνατότητα να τυπώνουν χρήμα, Όμως σε μια νομισματική ένωση αυτή η προοπτική είναι πολύ πιθανή, παρόλο που οι τραπεζικές αρχές αλλά και η ΕΚΤ προσποιούνται για το αντίθετο.
Δύο λύσεις διαφαίνονται για τον συγγραφέα: η αναδιανεμητική ένωση, όπου οι πλούσιες χώρες πληρώνουν για τα χρέη των φτωχότερων, στο πλαίσιο μια ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης ή ακόμα και των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης, ή μια μικρότερη ΟΝΕ αποτελούμενη από τα ισχυρότερα οικονομικά κράτη της Ευρώπης. Και οι δύο λύσεις πάντως θα κοστίσουν ακριβά. 
Για να αποφευχθούν όμως σε μια νομισματική ένωση οι χρεοκοπίες κρατών, χρειάζεται δημοσιονομική ένωση, και αποδοχή των γερμανικών ελέγχων επί των εθνικών προϋπολογισμών της Ελλάδας και των άλλων αδύναμων κρατών (ίσως και της Γαλλίας). Και αυτό κανένας δε φαίνεται να το θέλει. 
Η άλλη επιλογή είναι να υπάρχει μια νομισματική ένωση χωρίς αντίστοιχη δημοσιονομική. Αυτό μπορεί να είχε μια επιτυχία, αλλά θα έπρεπε να βασίζεται σε δυο κεντρικές ιδέες: Τα κράτη να μπορούν να χρεοκοπούν, όπως και οι επιχειρήσεις, και οι τράπεζες, συμπεριλαμβανομένης και της κεντρικής, να αντιμετωπίζουν το κρατικό χρέος ως οποιοδήποτε άλλο επιχειρηματικό χρέος.
Βέβαια, η κριτική του Bagus δεν απαλλάσσει τις κυβερνήσεις από τις ευθύνες τους. Όμως μας παρέχει τα θεωρητικά εργαλεία για να εξηγήσουμε ποιός δημιούργησε τις συνθήκες εκείνες, που επέτρεψαν την πολιτική του υπερδανεισμού και της δημοσιονομικής χαλαρότητας που ακολούθησαν οι μεμονωμένες χώρες, ειδικά τα τελευταία δέκα χρόνια .Και αυτός δεν είναι άλλος από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το ουτοπικό σχέδιο του ευρώ.

Διαφορές ΕΚΤ και Fed

Μία από τις βασικές διαφορές μεταξύ της ΕΚΤ και της Fed είναι ότι η ΕΚΤ πάντα δεχόταν μεγαλύτερο εύρος εγγυήσεων, καθιστώντας τις πολιτικές τις πιο «ευέλικτες». Η Fed δέχεται ή αγοράζει στις πράξεις ανοιχτής αγοράς μόνο τίτλους αξιολογημένους ως ΑΑΑ,δηλαδή κρατικά ομόλογα, δημόσιο χρέος, ή χρεόγραφα ενυπόθηκων δανείων εγγυημένωναπό ομοσπονδιακές υπηρεσίες.
Και οι δύο κεντρικές τράπεζες υποστηρίζουν το κυβερνητικό χρέος, αλλά με διαφορετικούςτρόπους. Ενώ η Fed χρησιμοποιεί μόνο κυβερνητικά ομόλογα, χρέη υπηρεσιών ή εξασφαλίσεις εγγυημένες από υπηρεσίες, προωθώντας τη ζήτησή τους, η ΕΚΤ φέρνει στο προσκήνιοτη μεροληψία της υπέρ των κυβερνητικών χρεών εφαρμόζοντας χαμηλότερο «κούρεμα».
Μια ακόμη μικρή διαφορά μεταξύ της Fed και της ΕΚΤ βρίσκεται στον τρόπο που χειραγωγούνται τα συνολικά αποθέματα χρήματος, δηλαδή τον τρόπο που παράγονται καινούριαχρήματα. Στις πράξεις ανοιχτής αγοράς, η Fed προτιμά τις απευθείας αγορές εξασφαλίσεων,ενώ η ΕΚΤ προτιμά της ανάστροφες συναλλαγές.
Όταν οι κυβερνήσεις ξοδεύουν περισσότερα από αυτά που λαμβάνουν από τους φόρους,εκδίδουν ομόλογα. Σε αντίθεση με τη Fed, η ΕΚΤ κανονικά δεν αγοράζει απευθείας αυτά τα ομόλογα (αυτό άλλαξε με την πρόσφατη κρίση χρέους των κρατών).
Φανταστείτε ότι ένα ομόλογο αξίας 1000 ευρώ με διάρκεια 10 ετών πωλείται από μια κυβέρνηση.Οι τράπεζες θα αγοράσουν το ομόλογο, πιθανώς δημιουργώντας νέα χρήματα, επειδή ξέρουν ότι η ΕΚΤ θα δεχτεί το ομόλογο ως εγγύηση.Η ΕΚΤ δέχεται το ομόλογο σε μια ανάστροφη συναλλαγή όπως ένα δάνειο με εγγύηση διάρκειας μιας εβδομάδας (ή ενός μήνα), δανείζοντας νέα χρήματα προς τις τράπεζες.Μόλις περάσει η εβδομάδα, η ΕΚΤ απλά θα ανανεώσει το δάνειο και θα δεχτεί το ομόλογο αν θέλει να διατηρήσει τα χρηματικά αποθέματα. Η ΕΚΤ μπορεί να συνεχίσει να το κάνειαυτό για δέκα χρόνια. Μετά από δέκα χρόνια, η κυβέρνηση θα χρειαστεί να πληρώσει τοομόλογο, και θα το κάνει αυτό πιθανώς εκδίδοντας ένα νέο ομόλογο, και ούτω καθεξής. Η κυβέρνηση δε χρειάζεται ποτέ να πληρώσει το χρέος της – απλά χρεώνεται εκ νέου γιανα πληρώσει το παλιό χρέος. Αλλά πληρώνει τουλάχιστον η κυβέρνηση τους τόκους των ομολόγων; Οι τόκοι πληρώνονται στην ΕΚΤ. Όπως αναφέρθηκε πριν, μέρος της πληρωμής των τόκων επιστρέφει στην κυβέρνηση καθώς τα κέρδη της ΕΚΤ επιστρέφονται σύμφωναμε το κεφάλαιο των διαφορετικών κεντρικών τραπεζών. Από εκεί τα κέρδη πηγαίνουνπίσω στις αντίστοιχες κυβερνήσεις. Τι γίνεται όμως με τις πληρωμές τόκων που δεν επιστρέφονται, δηλαδή δίδονται στις κυβερνήσεις με τη μορφή κερδών; Δε χρειάζεται οι κυζβερνήσεις να πληρώσουν για αυτές; Πάλι, η κυβέρνηση μπορεί να εκδώσει ένα νέοομόλογο για να πληρώσει για αυτά τα έξοδα. Οι τράπεζες αγοράζουν το ομόλογο και η ΕΚΤ το δέχεται ως εγγύηση. Με αυτόν τον τρόπο, η ΕΚΤ μπορεί να χρηματοδοτεί τα ελλείμματα των κρατών μελών.Πως είναι δυνατόν τότε, η Ελλάδα να αντιμετωπίσει προβλήματα χρηματοδότησης; Η Ελλάδα είχε προβλήματα στην επέκταση του χρέους της. Υπήρξε φόβος ότι η ΕΚΤ δε θα δέχεται πλέον τα ελληνικά ομόλογα, και ότι η αξιολόγησή τους θα έφτανε στο ελάχιστο.Επιπλέον, πολλοί συμμετέχοντες στην αγορά υπέθεσαν πως τα πολιτικά προβλήματα που προκαλούνται από τα αυξανόμενα ελλείμματα και χρέη θα μπορούσαν να θέσουν τέλος στη ρευστοποίηση των ελληνικών χρεών. Σε κάποιο σημείο, η γερμανική και άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θα απαιτούσαν η ΕΚΤ να σταματήσει να χρηματοδοτεί τα αυξανόμενα ελλείμματα και χρέη της Ελλάδας. Υπήρξε επίσης φόβος ότι οι άλλες χώρες δε θα διασώσουν την Ελλάδα απευθείας με κυβερνητικά δάνεια. Αυτός ο τύπος άμεσης υποστήριξης έρχεται σε αντίθεση με τους όρους της Συνθήκης του Μάαστριχτ, όπως επίσηςτις μεγάλες πολιτικές δυσκολίες που προκύπτουν με την προσπάθεια να πειστούν οι πληθυσμοί. 

Το μέλλον του ευρώ

Έχουμε φτάσει σε αυτό το σημείο που μπορεί να ονομαστεί ένωση μεταφορών ΙΙΙ. Η ένωση με-ταφορών Ι είναι η άμεση αναδιανομή μέσω νομισματικών πληρωμών διαχειριζόμενη από τις Βρυξέλλες. Η ένωση μεταφορών ΙΙ είναι η νομισματική αναδιανομή μέσω των πράξεων δανεισμού της ΕΚΤ. Η ένωση μεταφορών ΙΙΙ φέρνει απευθείας αγορές των κυβερνητικώνομόλογων και εγγυήσεις διάσωσης για τις υπερχρεωμένες κυβερνήσεις.
Τι θα φέρει το μέλλον σε ένα σύστημα του οποίου τα κίνητρα το κατευθύνουν προς την αυτοκαταστροφή;
1. Το σύστημα μπορεί να καταρρεύσει. Μια χώρα μπορεί να φύγει από την ΟΝΕ επειδή θα συμφέρει να υποτιμήσει το νόμισμά της και να χρεοκοπήσει. Η κυβέρνηση μπορεί απλώς να μην είναι πρόθυμη να μειώσει τις κυβερνητικές δαπάνεςκαι να παραμείνει στην ΟΝΕ. Άλλες χώρες μπορεί να επιβάλλουν κυρώσεις σε μιαελλειμματική χώρα ή να σταματήσουν να την υποστηρίουν.Εναλλακτικά, μια ποιο υγιής κυβέρνηση όπως η Γερμανία μπορεί να αποφασίσει ναφύγει από την ΟΝΕ και να επιστρέψει στο μάρκο. Τα γερμανικά εμπορικά πλεονάσματα και η λιγότερο πληθωριστική πολιτική θα οδηγήσουν πιθανώς σε μια ανατίμησητου νέου μάρκου. Η ανατίμηση θα επιτρέψει για ακόμη φθηνότερες εισαγωγές, διακοπές, διεθνής επενδύσεις και ένα αυξημένο βιοτικό επίπεδο. Το ευρώ μπορεί να χάσει την αξιοπιστία του και να καταρρεύσει. Ενώ μπορούμε να τη φανταστούμε αυτήν τηνεπιλογή, η πολιτική — για την ώρα — είναι να παραμείνουν στο σχέδιο του ευρώ.
2. 2. Το ΣΣΑ θα μεταρρυθμιστεί και τελικά θα επιβληθεί. Μέτρα λιτότητας και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στις ελλειμματικές χώρες οδηγούν σε πραγματική οικονομική ανάπτυξη και εξαφανίζουν το έλλειμμα. Ένα μοναδικό κούρεμα στα ομόλογα των υψηλά χρεωμένων κρατών μπορεί να μειώσει το παρόν φορολογικόβάρος. Σκληρές και αυτόματες κυρώσεις εφαρμόζονται αν παραβιαστεί το όριο του 3%. Οι κυρώσεις μπορεί να αποτελούνται από αναστολή των δικαιωμάτων ψήφου και των επιδοτήσεων της ΕΕ, ή από απευθείας πληρωμές. Άλλα για τους πολιτικούς, υπάρχουν κίνητρα για την παραβίαση του ορίου, καθιστώντας αυτό το σενάριο μάλλον απίθανο. Τα μέλη της ΟΝΕ είναι ακόμη κυρίαρχα κράτη, και η πολιτική τάξη μπορεί να μη θέλει να επιβάλει τέτοια σκληρά όρια που περιορίζουν τη δύναμή τους.
3. Τα κίνητρα για μεγαλύτερα ελλείμματα από τις άλλες χώρες θα οδηγήσουν σε μια έντονη ένωση μεταφορών. Τα πλουσιότερα κράτη πληρώνουν για να καλύψουν τα ελλείμματα των φτωχότερων, και η ΕΚΤ ρευστοποιεί τα κυβερνητικά χρέη.Αυτή η εξέλιξη μπορεί να οδηγήσει σε διαμαρτυρίες των πλουσιότερων χωρών καιστην τελική έξοδό τους, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως. Μια άλλη πιθανή κατάληξη της ένωσης μεταφορών είναι ο υπερπληθωρισμός που προκαλείται από μια εγρήγορση στο νομισματοκοπείο.

Στην παρούσα κρίση, οι κυβερνήσεις μοιάζουν να αιωρούνται μεταξύ των επιλογών δύο και τρία. Το ποιο σενάριο θα εξελιχθεί είναι άγνωστο.

www.bankingnews.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: