Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2011

Μην αφήσετε την Ρώμη να καεί



Πηγή: FT (via euro2day)
Martin Wolf

Αντιμέτωπη με αναταραχή στις "επαρχίες", η ευρωζώνη έστειλε τους νέους κυβερνήτες της. Στην θέση του δύστροπου Γιώργου Παναδρέου, η Ελλάδα έχει τώρα τον Λουκά Παπαδήμο, πρώην αντιπρόεδρο της ΕΚΤ. Στην θέση του αγενούς Silvio Berlusconi, η Ιταλία έχει τον Mario Monti, πρώην επίτροπο Ανταγωνισμού. Η Ευρώπη τοποθετεί αυτούς τους νέους κυβερνήτες στα μέλη που έχουν πλέον υποβαθμιστεί στην κατηγορία "πελάτες". Θα αποδώσει αυτή η στρατηγική; Όχι, αν δεν υπάρχει τεράστια στήριξη από τον πυρήνα. 

Αυτό που διακυβεύεται είναι όχι μόνο η σταθερότητα της ευρωπαϊκής και ίσως της παγκόσμιας οικονομίας, αλλά και η επιβίωση της πιο επιτυχημένης –και οπωσδήποτε της πιο πολιτισμένης- προσπάθειας να ενωθεί η Ευρώπη, μετά την πτώση της δυτικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας 1.535 χρόνια πριν. 


Όπως δηλώνει ο κ. Walter Scheidel του Stanford University: «Πριν δύο χιλιάδες χρόνια, το ήμισυ του ανθρώπινου είδους βρισκόταν υπό τον έλεγχο δύο μόλις δυνάμεων: Των Ρωμαίων και των Χαν». Και οι δύο κατέρρευσαν. Όμως η κινεζική αυτοκρατορία επανειλημμένα αποκαταστάθηκε και διευρύνθηκε, ενώ η ρωμαϊκή διχάστηκε ανεπανόρθωτα.
Αλλά το όνειρο της επανένωσης δεν πέθανε ποτέ. Ήταν εμφανές στις διεκδικήσεις του εκάστοτε Πάππα και των «αγίων Ρωμαίων αυτοκρατόρων». Το κουβάλησαν τα φτερά του αετού του Ναπολέοντα. Ηταν η έμπνευση που οδήγησε την Ευρωπαϊκή Ένωση.



Οπότε, όταν η καγκελάριος της Γερμανίας Angela Merkel, ζητεί από την Ευρώπη «να δημιουργήσει μια πολιτική ένωση» για να στηρίξει το ευρώ και να βοηθήσει την ήπειρο να αναδυθεί από την χειρότερη εποχή της μετά τον β΄ παγκόσμιο πόλεμο, την παίρνω στα σοβαρά.

Δεν έχω καμία αμφιβολία επίσης, ότι η πλειονότητα των Γερμανών επιχειρηματιών και πολιτικών, πιστεύουν ότι η επιβίωση του ευρώ και της ενωμένης Ευρώπης, είναι προς το συμφέρον της χώρας. Το ερώτημα είναι αν είναι έτοιμοι να πληρώσουν και το τίμημα.

Στους αιώνες που ακολούθησαν την πτώση της Ρώμης, η Ευρώπη έγινε Βαβέλ. Το να επανενωθεί αυτή η ποικιλότητα, είναι μια δύσκολη πρόκληση.
 Οι πολιτικές, όπως και οι πολιτικοί, είναι τοπικές, όχι ευρωπαϊκές. Και αυτό δεν θα είχε μεγάλη σημασία αν ήταν «ελαφρές» οι αποφάσεις που έπρεπε να ληφθούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Όμως η νομισματική και η δημοσιονομική πολιτική, ή η μεταρρύθμιση των αγορών εργασίας, βρίσκονται στην καρδιά του δημοκρατικού πολιτεύματος. Οσο μεγαλύτερες είναι οι αποκλίσεις εντός της ευρωζώνης, τόσο μεγαλύτερα είναι τα προβλήματα. Και δυστυχώς οι αποκλίσεις στην ανταγωνιστικότητα, πριν την κρίση, και στο κόστος της πίστωσης, μετά την κρίση, είναι ακραίες.

Και εδώ είναι που υπεισέρχεται το έργο της μεταπολεμικής Ευρώπης. Στα χέρια του έχει εναποτεθεί η ευρωπαϊκή οικονομία, το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα και ίσως η διεθνής οικονομία.
Προσωπικώς μεταφράζω από τις κινήσεις της Καγκελαρίου Merkel ότι εφαρμόζει την στρατηγική των «εντελώς απαραίτητων κινήσεων της τελευταίας στιγμής» Με αυτή την μέθοδο ελπίζει ότι οι Γερμανοί πολίτες θα πάρουν απόφαση να κάνουν περισσότερα. Με αυτή την μέθοδο, επίσης, ίσως περιμένει ότι η περιφέρεια θα έρθει στα συγκαλά της. Δεν θα αφήσει να ξεφύγουν τόσο τα πράγματα ώστε να καταρρεύσει τη ευρωζώνη. Όμως ούτε θα δώσει τόσα κεφάλαια που να χαλαρώσουν οι προσπάθειες. 

Οι «εντελώς απαραίτητες κινήσεις της τελευταίας στιγμής» μεταφράζονται σε «πολύ λίγα, πολύ καθυστερημένα» Η κρίση που κάποτε απασχολούσε μόνο μικρές περιφερειακές χώρες, έχει γίνει ντόμινο, με τα spreads στα κρατικά ομόλογα να εκτινάσσονται στην στρατόσφαιρα.Ακόμη χειρότερα, πλέον οι αποκλίσεις κινδυνεύουν να προκαλέσουν διάλυση.

Οι κ.κ. Monti και Παπαδήμος είναι, σχεδόν σίγουρα, η τελευταία ελπίδα μιας επιτυχούς μεταρρύθμισης και προσαρμογής στις χώρες τους. Ενώ η κατάρρευση της Ελλάδας θα ήταν απλώς ενοχλητική, η κατάρρευση της Ιταλίας θα ήταν καταστροφική. Αν η Ιταλία υποχρεωνόταν να κηρύξει χρεοστάσιο, θα μπορούσε εύκολα να εκλέξει μια λαϊκιστική κυβέρνηση που θα τακτοποιήσει την έξοδο από το ευρώ. Αν το έκανε αυτό, λίγοι θα έμεναν ασφαλείς, περιλαμβανομένης και της Γαλλίας.

Όμως, αυτό που πρέπει να κάνει ο κ. Monti είναι εξαιρετικά δύσκολο. Η Ιταλία πρέπει να επιβάλλει λιτότητα που αντιστοιχεί στο 5% του ΑΕΠ, όμως οι επενδυτές δύσκολα θα επανακτήσουν την εμπιστοσύνη τους, αν η οικονομία δεν ανακάμψει. Η λιτότητα δεν επαρκεί. Η κοινωνική και πολιτική αναταραχή που θα προκύψει από τις προτεινόμενες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, ειδικά στην αγορά εργασίας, θα πλήξει την εμπιστοσύνη. Για να αποκαταστήσει η Ιταλία την ανταγωνιστικότητα και την εξαγωγική στήριξη της οικονομίας της, θα περάσει πολύ καιρός. Και θα προκαλέσει ένα μίγμα εργασιακής απαξίωσης, με πτώση των ονομαστικών μισθών, που είναι η τέλεια συνταγή για ανεργία, αναταραχή και πιστωτικές επιφυλάξεις.

Οι ελπίδες να γίνουν όλα αυτά ομαλά είναι πολύ λίγες. Ο κ. Monti θα χρειαστεί πολύ μεγάλη τύχη για να τα καταφέρει. Και θα χρειαστεί και πολύ μεγάλη βοήθεια, με τρεις μορφές:Πρώτον μια χρηματοδότηση για την μετακύλιση του υπάρχοντος χρέους της τάξης του 1 τρισ. ευρώ. Δεύτερον, κερδοφόρες και δυναμικές αγορές στο εξωτερικό. Και τέλος, μια αξιόπιστη ενδυνάμωση της πολιτικής που υποστηρίζει την ενοποίηση, αρκετή ώστε να αδιανότητη τη διάσπαση.

Όλα αυτά θα εξαρτηθούν από τις γερμανικές αποφάσεις. Θα εξαρτηθούν και από τις αποφάσεις της ΕΚΤ. Αν επιτρέψει να επέλθει αργή ανάπτυξη, πόσο μάλλον ύφεση, τα πράγματα θα είναι πολύ δύσκολα για τις περιφερειακές χώρες. Η Ιταλία δεν είναι Ιρλανδία. Κι αυτό είναι προφανές σε όλους.

Η ευρωζώνη σφύριζε αδιάφορα μέχρι να αρχίσει να καίγεται η Ρώμη. Με την νέα κυβέρνηση, φαίνεται ότι ίσως έχει μια τελευταία ελπίδα να σβήσει την πυρκαγιά. Πράγματι, είναι εφικτό η Ιταλία να παραμείνει στην ευρωζώνη μετά από μια χρεοκοπία. Δεν είναι όμως πιθανό. Σε κάθε περίπτωση, η ιταλική χρεοκοπία θα εξοντώσει τις αγορές ομόλογων σε όλη την Ευρώπη και τις τράπεζες σε όλο τον κόσμο. Δεν υπάρχουν περιθώρια για τις «εντελώς απαραίτητες κινήσεις της τελευταίας στιγμής». Χρειάζονται αντίθετα «μεγάλες κινήσεις αμέσως τώρα». Η εξουσία έχει και ευθύνες. Η Γερμανία από μόνη της έχει την εξουσία. Οφείλει να επιδείξει και την υπευθυνότητά της. 


ΠΗΓΗ: FT.com 

Δεν υπάρχουν σχόλια: