Κυριακή, 19 Ιουνίου 2011

Η ελληνική ιδιαιτερότητα και η επερχόμενη έκρηξη


 
 
ΠΗΓΗ: ΑΡΙΣΤΕΡΟ ΒΗΜΑ
του Ιω. Εμφιετζίδη
1. Εισαγωγή 


Η ελληνική κοινωνικό-πολιτική εμπειρία σχηματίζεται μέσα από σημαντικές πολιτικές αποφάσεις, ιστορικές συγκυρίες και κοινωνικές ζυμώσεις. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον ανάλυσης παρουσιάζει η σημερινή Ελλάδα που βρίσκεται μέσα στον κυκεώνα της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης. Με αφετηρία τα κείμενα των: Αλεξάκη, Παναγιωτόπουλου και Τσουκαλά, θα σκιαγραφήσουμε, θα αναλύσουμε και θα σχολιάσουμε, την ελληνική κοινωνικό-πολιτική εμπειρία. Ξεκινώντας εισαγωγικά από τα σημεία σύγκλησης-απόκλισης των κειμένων, θα παρακολουθήσουμε αντιστικτικά αλλά και θεματικά τις απόψεις τους. Δεδομένου ότι από τότε που έχουν συγγράφει τα κείμενα έχει μεταβληθεί η κοινωνικοπολιτική κατάσταση, θα καταλήξουμε στην σημερινή ελληνική κοινωνική πραγματικότητα του «Μνημονίου» και των ελληνικών δανειακών συμβάσεων.
Και οι τρείς συγγραφείς ακλουθούν μια κοινή γραμμή παρουσίασης της ελληνικής κοινωνικό-πολιτικής εμπειρίας. Παρατηρούν τη στασιμότητα που παρουσιάζει ένας εξαναγκαστικός εκσυγχρονισμός της Ελλάδας λόγω προτροπής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οφείλεται στη αντίσταση των παραδοσιακών δομών, αλλά και στην απουσία κοινά αποδεκτών ρυθμιστικών κανόνων της συλλογικότητας. Σημαντική ευθύνη επίσης κατέχει η πολιτική, η οποία βασίστηκε στα κόμματα, στην οικογενειοκρατία, στις πελατειακές σχέσεις και το λαϊκισμό, διότι ενσωμάτωσε τα λαϊκά στρώματα «καθέτως» στην κοινωνία. Ανάμεσα σε αυτό το σχήμα, η ελληνική κοινωνία πολιτών, αναζητά μία συνοχή σε ένα πεδίο όπου το ιδιωτικό και το δημόσιο, το κράτος και η κοινωνία δεν έχουν ποτέ διακριτά διαχωριστεί.

Κάθε συγγραφέας όμως προσεγγίζει την ελληνική πραγματικότητα από διαφορετική σκοπιά, δίνοντάς μας έτσι το δικαίωμα να τη χαρακτηρίσουμε ως περίβλεπτη. Ο Αλεξάκης επεξηγεί την ελληνική κοινωνικό-πολιτική ιδιαιτερότητα, ως παραγωγό της πρότερης εδραίωσης του κοινοβουλευτισμού, από οποιεσδήποτε συλλογικές δράσεις ανάπτυξης. Πέρα από τους στενούς οικογενειακούς δεσμούς, εγκαθιδρύθηκε μια τυπική δημοκρατία, χωρις αστικά δικαιώματα αλλά με διευρυμένες πρωθυπουργικές εξουσίες. Το ελλιπές κοινωνικό κεφάλαιο, το ανύπαρκτο αλληλέγγυο κοινωνικό συμβόλαιο, δημιούργησε μια τυπική δημοκρατία χωρίς συναίνεση. Ο Τσουκαλάς αντίστοιχα επικεντρώνεται στον ελληνικό συμπεριφορισμό, που έχει το πρότυπο του «τζαμπατζή» και προέρχεται από τη ρήξη του εγώ-κεντρικού ατομικισμού με μία άστοχη, συλλογική, κανονιστική ορθολογικότητα. Η κοινωνικοποίηση γίνεται σύμφυτη με έναν άναρχο, ασύδοτο, ατομικισμό, ανυπάκουο σε κανόνες, που αναπαράγεται μέσα από όλες τις κοινωνικές δομές. Αποτέλεσμά του είναι οι πελατειακές σχέσεις, η διόγκωση του δημόσιου τομέα, η πολιτική διαφθορά και η μεγέθυνση χωρίς ανάπτυξη. Τέλος η Παναγιωτοπούλου τονίζει την ευκαιρία του ελληνικού κράτους να οργανώσει μεταπολιτευτικά τους θεσμούς-δομές, αλλά και την αποτυχία του να παγιώσει τα κοινωνικά στρώματα. Μία ασταθής ισορροπία ανάμεσα στην οικοδόμηση ενός κράτους-πρόνοιας και στην ανάγκη του για εκσυγχρονισμό. Οι οικονομικές ενισχύσεις που δόθηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση για την ανάπτυξη υποδομών, αναλώθηκαν σε αντιπαραγωγικές δράσεις. Παρά τις ανισότητες η ελληνική κοινωνία ομογενοποιήθηκε, όμως το πελατειακό σύστημα απογοήτευσε τους έλληνες ψηφοφόρους, απέναντι στην πολιτική. Οι φιλελεύθερες δομές επιβλήθηκαν «από πάνω», με αποτέλεσμα η κοινωνία ανέπτυξε αμοραλιστικές αντιδράσεις, χωρίς να διαχωριστεί από το κράτος και να αποδεχτεί συλλογικούς κανόνες.

2. Μία σκιαγράφηση της ελληνικής μεταπολιτευτικής κοινωνίας

Η περίοδος 1974-1994 της ελληνικής δημοκρατίας αποτέλεσε μια εποχή σταθερότητας και εκσυγχρονισμού, παρέχοντας τη δυνατότητα θεμελίωσης ενός σύγχρονου ανεπτυγμένου κράτους, λόγω της ένταξης της χώρας μας στις ευρωπαϊκές κοινότητες. Η κοινωνία παρά τις αντιθέσεις της προσχώρησε σε μία ομογενοποίηση μέσω της εσωτερικής μετανάστευσης, της ανάμιξης των πληθυσμών, της καταναλωτικής σύγκλισης και της ενίσχυσης των μεσαίων τάξεων. Οι κοινωνικό-πολιτικοί θεσμοί κατοχυρωθήκαν λειτουργικά, ενώ άρθηκε ο πολιτικός αποκλεισμός απορροφώντας και επαναπροσδιορίζοντας ποικίλες ιδεολογικοπολιτικές απόψεις.

Ως «τρίτος χώρος» ανάμεσα στην αγορά και το κράτος, διευρύνθηκε η ελληνική κοινωνία των πολτών(ΚτΠ). Αναλαμβάνοντας το ρόλο επιδιαιτητή, αξιολογεί τα συμφέροντα, προσφέροντας την κανονιστική και ιδεολογική αναπαραγωγή των ρυθμίσεων, η οποία τελείται στο ανταγωνιστικό πεδίο της αγοράς. Μία ισχυρή ΚτΠ συνεπάγεται μια ισορροπία μεταξύ των κυριών θεσμικών σφαιρών, ενώ μία αδύναμη διαμορφώνει ανισορροπίες ανάμεσά τους. Όμως μεταπολιτευτικά, επικράτησε το κομματικό σύστημα επί της ΚτΠ, χωρίς να αποκλείονται περιπτώσεις επικράτησης μιας ισχυρής όψης της ΚτΠ επί του κρατικού μηχανισμού, λόγω διαπλοκής δημόσιων και ιδιωτικών πεδίων. Παρατηρείται ένας αποικισμός θεσμικών σφαιρών από το κράτος στα κόμματα, ενώ τις τελευταίες δεκαετίες και προς την ιδιωτική οικονομία.

Η αμφιταλάντευση της ελληνικής κοινωνίας σε οικονομικό-πολιτικό επίπεδο, ανάμεσα σε προοδευτικές τάσεις και στη δυσπιστία της στον εκσυγχρονισμό, κάνουν την ελληνική πραγματικότητα να μοιάζει ακίνητη και ακυβέρνητη. Η αναζήτηση μιας νέας ελληνικής κοινωνικής ταυτότητας, βρίσκεται ανάμεσα στην ευρωπαϊκή πρόκληση και στην παραδοσιακή θρησκευτική και εθνική προσωπικότητα. Η Ελλάδα καλείται να εκσυγχρονιστεί και να εκδημοκρατιστεί στο ρυθμό των φιλελεύθερων ευρωπαϊκών κρατών, για την ανάδειξη μιας νέας πολυεθνικής και πολύ-πολιτισμικής ταυτότητας. Η συνοχή της ελληνικής κοινωνίας και οι ενδογενείς της σχέσεις, παρέμειναν ρευστές στο επίπεδο συγγενικών ομάδων και οικογενειακών σχέσεων, χωρίς να καταφέρουν να παγιώσουν διακριτά τα κοινωνικά στρώματα. Σε αντίθεση με τη Δύση, οι φιλελεύθερες δομές του ελληνικού κράτους επιβλήθηκαν «εκ των άνω», χωρίς να δεσμεύσουν ηθικά και κοινωνικοπολιτικά τους πολίτες. Το ελληνικό κράτος δε διαχωρίστηκε από την κοινωνία, αλλά ούτε τα κόμματα από την κυβέρνηση. Η επιβίωση των παραδοσιακών μορφών αλληλεγγύης, είχε ως συνέπεια την αλληλοεπικάλυψη των ιδιωτικών και δημοσίων σφαιρών, χωρίς διακριτά πεδία πολιτικής και οικονομικής δράσης. Παρότι οι ευρωπαϊκές επιχορηγήσεις είχαν στόχο την αναδιάρθρωση των ελληνικών κοινωνικοοικονομικών δομών, αναλώθηκαν σε αντιπαραγωγικές παροχές. Στις τελευταίες δεκαετίες η ανανέωση της ελληνικής κοινωνικής πραγματικότητας συμβαίνει σε ταχύτερο ρυθμό από όσο αντιλαμβάνονται οι κομματικές ελίτ, όμως ο κοινωνικός ιδεαλισμός της μεταπολίτευσης, έχει δώσει τη θέση του σε ένα ατομικιστικό ρεαλισμό.

3. Το ελληνικό κοινοβουλευτικό σύστημα

Το ελληνικό κοινοβουλευτικό σύστημα δεν αποτέλεσε προϊόν κοινωνικών αγώνων, αλλά ζήτημα επιβολής μίας οικογενειακρατικής-πλουτοκρατικής ολιγαρχίας πάνω στις κοινωνικές ομάδες. Σε αντίθεση με τη Δύση ο ελληνικός κοινοβουλευτισμός εγκαθιδρύθηκε πριν από την οικονομική-βιομηχανική ανάπτυξη. Διατήρησε εκτός πολιτικού συστήματος τις αναπτυσσόμενες βιομηχανικές τάξεις, με συνέπεια η κοινωνική συναίνεση να μη θεμελιωθεί σε ένα ορθολογικό κοινωνικό συμβόλαιο, αλλά στις πελατειακές σχέσεις, το λαϊκισμό ενσωματώνοντας κάθετα τη μεσαία τάξη. Οι τακτικές αυτές λειτούργησαν ως «δεκανίκια» του πολιτικού συστήματος, ενισχύοντας τον κρατικό παρεμβατισμό και τη ρουσφετολογική εξαρτημένη σχέση κράτους-πολίτη.
Η επιλεκτική κρατική επιδότηση φορέων-επιχειρήσεων, ενίσχυσε-αναπαρήγαγε αντιπαραγωγικά τις πελατειακές κομματικές σχέσεις αντίθετα σε ένα φιλελεύθερο ανταγωνισμό, οδηγώντας έτσι την ελληνική κοινωνία μακριά από τον εκσυγχρονισμό. Τα συμφέροντα επιχειρηματικών κλάδων, όπως των μέσων μαζικής ενημέρωσης, υπονομεύουν ακόμα και σήμερα το ελληνικό πολιτικό σύστημα. Η σημερινή κατάσταση του τηλεοπτικού καναλιού «ALTER», εκθέτει τη διαπλοκή μεταξύ πολιτικής, δημοσιογραφίας και ιδιωτικών διαφημιστικών εταιρειών.

Παραδόξως η δημοκρατία μεταπολιτευτικά, κατείχε μεγαλύτερο συγκεντρωτισμό και συντηρητισμό σε σχέση με χούντα, γεγονός που προέρχεται από τις απόλυτες ελευθερίες που έδωσαν οι κομματικοί μηχανισμοί στον αρχηγό του κόμματος. Ακόμα και μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος το 1986 η «Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία» εκχώρησε διευρυμένες εξουσιαστικές δυνατότητες στον πρωθυπουργό. Οι πλειοψηφούντες βουλευτές προσέφεραν ψήφο εμπιστοσύνης στον αρχηγό του κόμματος και κυβερνόντα πρωθυπουργό, πράξη αναγκαιότητας διότι, σε περίπτωση όπου η κυβέρνηση έπεφτε θα καταργούταν η βουλευτική τους ιδιότητα.

Η διάλυση της Βουλής είναι θέμα καθαρά νομικό και συνταγματικό. Στην Ελλάδα το προεδρικό ή κοινοβουλευτικό δικαίωμα παύσης του πρωθυπουργικού αξιώματος, ισχύει μόνο υπό προϋποθέσεις. Η έλλειψη ενδιάμεσων στρωμάτων πέρα από τις κομματικές εξουσίες και τις πολιτικές ελίτ, καθιστά τον αυταρχισμό των πολιτικών διεργασιών ένα μέσο χειραγώγησης των μαζών, διογκώνοντας τον κρατικισμό, την ψηφοθηρία και τις πελατειακές σχέσεις. Τα αστικά δικαιώματα δεν αποτέλεσαν αντικείμενο κοινωνικών διεκδικήσεων και δε συμπεριλήφθησαν στο δημοκρατικό σύστημα. Το ελληνικό κοινοβουλευτικό σύστημα διογκώνοντας τη δημοσιονομική κρίση και το χρέος του, επιβλήθηκε ως τυπική και όχι μία ουσιαστική αποδοχή κοινών κανόνων αδυνατώντας να νομιμοποιηθεί στους πολίτες.

4. Η «νομιμοποίηση» της ηθικής των «Τζαμπαζήδων», στη βάση ενός ανύπαρκτου ορθολογικού συμβολαίου της ελληνικής κοινωνίας 

Η ορθολογικότητα ενέχει την ηθική χροιά μιας οικουμενικής ανάπτυξης, όπου η ενδεχόμενη απόκλιση-ενοχή τελείται κάτω από το αμείλικτο βλέμμα της συνείδησης του «σατρικού» έτερου υποκειμένου. Στην Ελλάδα παρατηρείται μια αμφισημία του όρου της ορθολογικότητας ανάμεσα στην αλληλεπίδραση ατομικών και συλλογικών σφαιρών. Σε αντίθεση με τα δυτικά πρότυπα η κοινωνική συναίνεση συμβολαιακού τύπου, φαντάζει ανύπαρκτη στην ελληνική πραγματικότητα. Ουδέποτε θεσμοθετήθηκαν ορθολογικοί κανόνες ρύθμισης της κοινωνικής συλλογικότητας για τη κρατική λειτουργία, που να νομιμοποιούνται αποδεκτά σε κάθε πολίτη. Η συλλογική συμμετοχικότητα και η υπευθυνότητα του πολίτη, απαξιώθηκε και από τα συστήματα εξουσίας. Η συναίνεση θεσπίσθηκε έξω-κοινωνικά, έξω-θεσμικά και πελατειακά. Είχε αποτέλεσμα την ενίσχυση ενός υπερφίαλου κρατικισμού, τη συνύπαρξη επίσημων–ανεπισήμων, τυπικών-άτυπων και ορθολογικών-ανορθολογικών λειτουργιών στην ελληνική πολιτική, στην οικονομία και στην ΚτΠ.

Για την αναπαραγωγή του ελληνικού ανορθολογικού συστήματος, ευθύνη έχει η συντήρηση των παραδοσιακών θεσμών. Οι οικογενειακές και συγγενικές δομές-σχέσεις που καταφέρνουν να διατηρήσουν τον παραδοσιακό τους χαρακτήρα επιτελώντας ένα δίκτυο αλληλοβοήθειας, κοινωνικής ενσωμάτωσης-αναπαραγωγής ενέχοντας ακόμα και επιχειρηματικό χαρακτήρα. Παρατηρείται το προβληματικό χάσμα μεταξύ ατομικού και συλλογικού. Το ανεξάρτητο «εγώ» δεν αναγνωρίζεται στις κοινωνικές σχέσεις ως φορέας δικαιωμάτων, αλλά αποτελεί απόσπασμα μιας οικογένειας, ομάδας με τοπικιστικό και εθνικό χαρακτήρα. Η συλλογικότητα δεν υποτάσσει τα ατομικά συμφέροντα στο βωμό μίας εκσυγχρονιστικής ορθολογικότητας, με αποτέλεσμα τη πολιτική διαφθορά, τη φοροδιαφυγή και τον κοινωνικό εκφυλισμό.

Ευνοούνται έτσι οι συμπεριφορές του «τζαμπατζή» (free-rider), που αποτελούν παραβιάσεις μιας βασικής κοινωνικής σύμβασης υποχρεώσεων του πολίτη. Η (free-rider) λογική, ενεργοποιεί μια εγώ-κεντρική εργαλειακή ορθολογικότητα, σε ένα από-προσωποποιημένο κοινωνικό δίκτυο σχέσεων, καθιστώντας αδύνατους τους μηχανισμούς κοινωνικού έλεγχου. «Βαφτίζει» την ανωνυμία σε ανομία, επαναπροσδιορίζοντας σε ατομικό επίπεδο, νέα κανονιστικά στερεότυπα και αξίες. Η ελληνική κοινωνικοποίηση κατέστη σύμφυτη με έναν άναρχο, λανθάνοντα ατομικισμό, ανυπάκουο σε συλλογικούς κανόνες, μέσω μιας ελευθερίας συνώνυμης της ανευθυνότητας-ασυδοσίας. Ο ατομικισμός λειτουργεί ανεξάρτητα από την κοινωνία και δεν ταυτίζεται με το φιλελεύθερο ανταγωνισμό. Ο λαός μεταμορφώνεται σε άμορφη μάζα όπου μέσα της εναντιώνονται τα ατομικά συμφέροντα. Οι κανόνες κοινωνικής λειτουργίας, δε θεωρούνται κατοχυρωμένα δικαιώματα ισότητας του πολίτη, αλλά κακόβουλα σχηματισμένα εμπόδια που εναντιώνονται στο ατομικό συμφέρον. Έτσι οι άνομες δράσεις υπερβάσης των δυσκολιών για την επίτευξη των στόχων, μοιάζουν ορθολογικές και νομιμοποιούνται στο σύνολο των πολιτών. Ο ατομο-κεντρισμός φράζει οποιουσδήποτε εκσυγχρονιστικές προσπάθειες, καταδικάζοντας την αμοιβαιότητα, η οποία αποτελεί προϋπόθεση προγραμματισμού δράσης και ιεράρχησης συμφερόντων. Η ταυτότητα των νέο-ελλήνων χαρακτηρίζεται από αμοραλισμό, από τη χαμένη εμπιστοσύνη σε κοινωνικοπολιτικούς κανόνες, αλλά και από μία τυφλή υποταγή σε ατομικά-οικογενειακά συμφέροντα. Δεν επικροτούνται οι παραγωγικές, συλλογικές, εργαλειακές και ορθολογικές επιτυχίες, αλλά οι υποκειμενικές δυνατότητες μιας «μαγκιάς της φυλής» ή ενός ένδοξου παρελθόντος. Οι έλληνες μπορούν να διασκεδάζουν μαζί, αλλά δεν υποτάσσονται σε συλλογικούς κανόνες. Η τιμιότητα, το εργασιακό ήθος, η συμμόρφωση και ο ορθολογισμός, δεν αποτελούν αντικείμενα επιβράβευσης, αλλά συνώνυμα μιας «απολεσθείσας ελευθερίας», που τονίζει την ηθική-αξιακή κενότητα «δικαιολογώντας» το συμπεριφορισμό του free-riding.

5. Η αδυναμία του ελληνικού εκσυγχρονισμού –Μία μεγέθυνση χωρίς ανάπτυξη
Ο θεσμικός εκσυγχρονισμός δεν μπορεί να βασιστεί σε καμία συλλογική πειθαρχία εφόσον απουσιάζουν οι ιδεολογικές, οικονομικές και κοινωνικές ζυμώσεις που συνέβησαν στη Δύση. Σαφώς και αποτυπώνεται και ως συμπεριφορά δράσης στη φιλελεύθερη οικονομία. Μία οικονομική ανταγωνιστική μεγέθυνση συμβαδίζει με την επιβολή κοινωνικών θεσμικών συνόρων, προσδιορίζοντας τη συμμόρφωση, ως αυτονόητη προϋπόθεση, ατομικών ορίων, απέναντι στην κανονιστική κοινωνική δράση.
Η «φτωχή» Ελλάδα μεταμορφώθηκε σε μια καταναλωτική κοινωνία, διατηρώντας τις παραδοσιακές σχέσεις και μορφές καταμερισμού της εργασίας. Κατέστη δυνατή μια «μεγέθυνση χωρίς ανάπτυξη», εφόσον μια συλλογικά μη-παραγωγική και παραδοσιακή κοινωνία κατάφερε μια «θαυματουργή» αναπαραγωγή, χωρίς επιπτώσεις. Μεγάλο μέρος του πληθυσμού επιβιώνει χωρίς καταγεγραμμένη οικονομική δραστηριότητα, αλλά μέσα από άτυπες μεταβιβάσεις οικογενειακών πόρων και αδιαφανείς, κερδοφόρες δραστηριότητες.

Η επιτυχία στην εκπαίδευση ταυτίστηκε με την επαγγελματική αποκατάσταση στο δημόσιο τομέα και τροφοδότησε το πελατειακό σύστημα των εκάστοτε πολιτικών. Η ασφάλεια που παρέχει η εργασία στο δημόσιο αλληλο-ενίσχυσε και αποκρυστάλλωσε τους παραδοσιακούς οικογενειακούς δεσμούς. Γεγονός που διευκόλυνε την ενασχόληση με πολλαπλές, συμπληρωματικές, περιστασιακές και επικερδής δραστηριότητες με την εναλλαγή ειδικοτήτων ανάμεσα στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα. Η «ευκαιριακή πειρατεία», φαντάζει λιγότερο «αναίμακτη» από το διαρκή ανταγωνισμό της φιλελεύθερης αγοράς. Η ηθική των «τζαμπατζήδων» αποτελεί την επικρατέστερη ελληνική ατομική πρακτική.

Η συμβολή του κράτους στον εκσυγχρονισμό έγινε σε οριακό επίπεδο διότι ο δημόσιος τομέας αναπαρήγαγε μέσω των δημοσιουπαλληλικών και συγγενικών παραδοσιακών δεσμών, τις τακτικές που περιγράψαμε. Το ελληνικό κράτος λειτούργησε αντίθετα από τη συλλογική έκφραση, γεγονός που ωφέλησε την τακτική του free-riding, την έλλειψη εμπιστοσύνης σε εκσυγχρονιστικές τάσεις και την ανάδειξη μιας απειλής του status-quo.
Τις τελευταίες δεκαετίες οι δυσαρεστημένοι πολίτες έχουν αντιληφθεί ότι η διόγκωση των πελατειακών σχέσεων έχει τελματώσει τη κρατική λειτουργία. Τα κόμματα και οι πολιτικοί εμφανίζονται λιγότερο χρήσιμοι στους πολίτες, οι οποίοι αποστρέφονται την πολιτική τους δράση και τα εκλογικά τους δικαιώματα. Θεωρείται πλέον επιτακτική η συλλογική πειθάρχηση και η ενεργοποίηση πρωτοβουλιών για τον πολιτικό-οικονομικό εξορθολογισμό πράγμα που σημαίνει ότι πολλά κεκτημένα δικαιώματα και αιτήματα κοινωνικής δικαιοσύνης, θα πρέπει οικιοθελώς να περιοριστούν στο βωμό της ανταγωνιστικότητας, του εκσυγχρονισμού και των υπερεθνικών στρατηγικών επιταγών. Όπως είναι ιστορικά αποδεδειγμένο, η μεταλλαγή των συμπεριφορικών προτύπων δεν επιτυγχάνεται με την επιβολή «εκ των άνω», αλλά με μακροπρόθεσμες ριζοσπαστικές καινοτομίες σε κανόνες, θεσμούς και έθιμα.

6. Η σημερινή ελληνική κοινωνικό-πολιτική εμπειρία του «Μνημονίου»

Εν μέσω της σημερινής χρηματοπιστωτικής κρίσης ο Τσουκαλάς επισημάνει, ότι αναμένονται απρόβλεπτες εκρήξεις στην ελληνική κοινωνία. Η είσοδος της Ελλάδας στην Ευρωζώνη, μπορεί να ενδυνάμωσε τα ταμεία, αλλά ενίσχυσε παράλληλα το δημοκρατικό έλλειμμα, τις πολιτικό-οικονομικές ανισότητες και τις ιδεολογικές αντιπαραθέσεις. Οι κοινωνικές εκρήξεις πρόκειται να επέλθουν διότι είναι αδύνατο με τη λήψη μέτρων «εκ των άνω» «εν μία νυκτί», να απολεσθούν κεκτημένα δύο γενεών. Η αναξιοπιστία της πολιτικής εκπροσώπησης αποτελεί μείζων κοινωνικό πρόβλημα για τις νεωτερικές δυτικές κοινωνίες. Ο κίνδυνος είναι περισσότερο πολιτικός, διότι οι συγκρούσεις προκαλούν φοβίες, οι οποίες συντηρητικοποιούν ορισμένα κοινωνικά στρώματα, με κίνδυνο να έχουμε αυταρχικότερες κυβερνήσεις, με λιγότερες μελλοντικά λαϊκές αντιστάσεις. Οι παγκόσμιες υπερεθνικές ηγεμονίες και οι ανταγωνισμοί τους στα παγκοσμιοποιημένα περιβάλλοντα διακινδύνευσης, δεν αφήνουν περιθώρια δράσης στις εθνικές κυβερνητικές πολιτικές. Η αβουλία πολιτικής εκπροσώπησης σε επίπεδο ευρωπαϊκής ένωσης, θέτει το πεδίο δράσεως σε υπερεθνικό και παγκόσμιο επίπεδο.

Η ελληνική ιδιαιτερότητα, έδωσε την αρνητική ευρωπαϊκή πρωτιά στη χώρα μας, ενός πολιτικό-οικονομικού αδιεξόδου. Σε αντίθεση με τη Δύση η Ελλάδα, αποτελείται κυρίως από μισθωτούς. Φαινομενικά με διαθρωτικές αλλαγές και μέτρα κατά της φοροδιαφυγής, η οικονομία μπορεί να εκσυγχρονιστεί. Όμως η ελληνική πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη και περίβλεπτη, δυσκολεύοντας οποιονδήποτε νομοθέτη. Η Ελλάδα αποτελεί μια κοινωνία αυτοαπασχολούμενων που δεν μπορεί να εκσυγχρονιστεί εάν δεν υπάρξει αναδιανομή και νέος καταμερισμός εργασίας. Η νέο-ελληνική νοοτροπία της αυτό-απασχόλησης, μέσα σε ένα περιβάλλον μιας ευρύτερης οικονομικά, αλλά στενής αναπτυξιακά οικογενειακής οικονομίας, θα πρέπει να «απογαλακτιστεί» από τις παραδοσιακές συμβάσεις, διότι καταλήγει σε μια οικονομική μεγέθυνση χωρίς ανάπτυξη. Εκατέρωθεν ο εκσυγχρονισμός της οικονομίας συμβαδίζει αναπόφευκτα με τον κοινωνικό-πολιτικό εκσυγχρονισμό.

Η ελληνική αύξηση της καταναλωτικής ευμάρειας των τελευταίων χρόνων, χωρίς τις καταλυτικές συνέπειες ενός κοινωνικού εκσυγχρονισμού, έκανε την Ελλάδα να αυτοπροβάλλεται ως κράτος πολιτιστικού παραδείσου. Ενός μικρομεσαίου «θαύματος» χαμηλών ποσοστών κοινωνικού αποκλεισμού, ψυχικών ασθενειών, φτώχειας και αυτοκτονιών. Σήμερα η Ελλάδα της «Τρόικας», καλείται να υποταχθεί στους κανόνες της αγοράς, αναπτύσσοντας την παραγωγική ανταγωνιστικότητα, θυσιάζοντας κοινωνικές κατακτήσεις και συναινέσεις. Ο αδηφάγος παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός, μπορεί να εξοστρακίσει από το σύστημα του, οποιαδήποτε χώρα αντιστέκεται στις βλέψεις του, με ίσως προσωρινό, αλλά όμως βαρύ αντίτιμο. Οι κερδοσκόποι και οι κεντρικές τράπεζες δε διαθέτουν κοινωνικό πρόσωπο, διότι διατηρούν και επιτελούν τις απρόσωπες υπερεθνικές νομικές τους συμβάσεις (όπως ευστόχως θα κατέκρινε και ο Weber τον απρόσωπο γραφειοκρατικό τους ρόλο). Ο στόχος τους είναι απόλυτα συνυφασμένος με το μονεταριστικό σύστημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όχι κάτι ξένο όπως παρουσιάζεται σε εθνικό επίπεδο. Πως μια κοινωνία που δρα και βασίζεται στο οικογενειακό παραδοσιακό περιβάλλον, με ανύπαρκτο κοινωνικό συμβόλαιο και διαφθαρμένο πολιτικό σύστημα, θα καταφέρει να μετασχηματισθεί σε μία έλλογη, υπεύθυνη ανταγωνιστική καπιταλιστική, ατομο-κεντρική κοινωνία; Καμία επανάσταση δεν έγινε από απελπισμένους, αλλά από άτομα που δρώντας συλλογικά κατάφεραν να ανατρέψουν το σύστημα. Από το ελληνικό μικρομεσαίο θαύμα περάσαμε στο ελληνικό κοινωνικό πείραμα, όπου ο καθένας θα πρέπει να λάβει θέση, διότι η απραξία συνεπάγεται με την κοινωνική αυτοκτονία. Κοινωνία σημαίνει συμμετοχή.

7. Συμπεράσματα-Προβληματισμοί

Παρακολουθήσαμε τη σύγχρονη περίβλεπτη ελληνική κοινωνικό-πολιτική εμπειρία, καταλήγοντας στη σύγχρονη πραγματικότητα του «Μνημονίου». Η ελληνική κοινωνία βασίστηκε για την αυτό-αναπαραγωγή και την προστασία της στην οικογένεια, ενώ μέσα στη Βουλή οι πολιτικοί διαιώνισαν τη διεφθαρμένη πολιτική τους μέσω της οικογενειοκρατίας τους. Μέσα και έξω από τη Βουλή υπάρχουν οικογένειες και παραδοσιακοί δεσμοί που θα πρέπει να διασπαστούν, για να επέλθει εκσυγχρονισμός και να περάσει ανάμεσα τους το παγκόσμιο καπιταλιστικό κεφάλαιο.

Το πρόβλημα της ελληνικής οικονομικής κρίσης, φαίνεται να είναι περισσότερο πολιτικό, νομικό και κοινωνικό παρά οικονομικό. Η αντισυνταγματική «μνημονιακή απώλεια» της εθνικής κυριαρχίας, μέσω άνομων πολιτικών πράξεων, φυλάκισε την ελληνική κοινωνία. «Εάν θέλετε να σώσετε την Ελλάδα πρέπει να την ξεπουλήσετε». Χαριτολογώντας η κοινωνική συναίνεση βρίσκεται στη φράση «Μαζί τα φάγαμε» και η κοινωνική διάσπαση στο «Δε θα πληρώσουμε εμείς την κρίση τους». Τελικά ίσως ο ετεροπροσδιορισμός αποτελεί μια καλή δικαιολόγηση παραίτησης προσωπικών ευθυνών που έχουμε, είτε ως πολιτικοί είτε ως πολίτες. Μια τέτοια, οικονομική κρίση σαφώς αντανακλά το κοινωνικό-πολιτικό τέλμα της χώρας ειδικότερα, όταν «η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων» και όταν ολόκληρο το έθνος «φορτώνεται» ένα «απεχθές χρέος». Πρωτοφανώς το ελληνικό κράτος έρχεται σε μετωπική σύγκρουση με το έθνος, την κοινωνία και τους πολίτες του. Η καπιταλιστική κρίση φέρνει αντιμέτωπα τα υποκείμενα να ανταγωνιστούν για το καταναλωτικό κέρδος, αδιαφορώντας για κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα.

Ποιοι κανόνες τελικά νομιμοποιούνται «από κάτω» για το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας; Μπορούν αυτοί να αποτελέσουν τους νέους αλληλέγγυους θεσμούς; Τελικά με ποια οικονομία και με ποια πολιτική επιλέγουμε να κοινωνήσουμε; 

Δεν υπάρχουν σχόλια: