Παρασκευή, 27 Απριλίου 2012

Παράταση προσαρμογής στις χώρες του μνημονίου



ΝΙΚΟΣ ΜΠΕΛΛΟΣ
Τη σύγκληση έκτακτης Συνόδου Κορυφής, με αποκλειστικό θέμα την εξέταση συγκεκριμένων δράσεων για την ανάπτυξη, σχεδιάζει ο πρόεδρος της Ε.Ε. και της Ευρωζώνης, Χέρμαν Βαν Ρόμπεϊ.
Την ίδια στιγμή, εντείνονται οι διαβουλεύσεις, κυρίως σε επίπεδο Κομισιόν αλλά και σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες για χορήγηση χρονικής παράτασης στις μνημονιακές χώρες προκειμένου να πετύχουν τους δημοσιονομικούς στόχους.
Οι ραγδαίες εξελίξεις, που σηματοδοτούν αλλαγή πλεύσης της Ευρωζώνης, αποτελούν προϊόν της αποφασιστικότητας του Γάλλου σοσιαλιστή υποψηφίου και φαβορί στο δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών της 6ης Μαΐου, Φρανσουά Ολάντ, να συμπληρωθεί η δημοσιονομική πειθαρχία με ανάπτυξη.

Μάλιστα η θέση αυτή κέρδισε έδαφος μετά και τη δημόσια τοποθέτηση του προέδρου της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι, για ένα «σύμφωνο ανάπτυξης».

Χθες τη σκυτάλη πήρε ο κ. Βαν Ρόμπεϊ, ο οποίος, σε ομιλία του σε συνέδριο στις Βρυξέλλες για την επιχειρηματικότητα και ανάπτυξη, ανακοίνωσε ότι προτίθεται να συγκαλέσει μια άτυπη Σύνοδο Κορυφής, πριν από την τακτική Σύνοδο, που προβλέπεται για τις 28-29 Ιουνίου.
Η εν λόγω σύνοδος θα έχει ως αποκλειστικό αντικείμενο την ανάπτυξη και θα προετοιμάσει τις ενδεχόμενες αποφάσεις της τακτικής Συνόδου Κορυφής. Απέφυγε να προσδιορίσει την ακριβή ημερομηνία, ωστόσο επισήμανε ότι «η συζήτηση για την ανάπτυξη λαμβάνει καίρια θέση στην Ευρώπη». Τάχθηκε δε υπέρ της αύξησης των πόρων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων ώστε να αποτελέσει το βασικό επενδυτικό εργαλείο της Κοινότητας.

Στο ίδιο συνέδριο, ο Ιταλός πρωθυπουργός, Μάριο Μόντι, προειδοποίησε ότι οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις είναι απαραίτητες, αλλά δεν μπορούν από μόνες τους να οδηγήσουν σε ανάπτυξη. Χρειάζεται, όπως είπε, να προωθηθούν μεγάλες επενδύσεις σε τομείς-«κλειδιά», όπως οι υποδομές και η ενέργεια.
Εξάλλου, τα κόμματα που στηρίζουν τον τεχνοκράτη πρωθυπουργό ζητούν να δοθεί στο εξής απόλυτη προτεραιότητα στην ανάπτυξη, όπως αναφέρεται στις θέσεις τους για το προσχέδιο του οικονομικού προγραμματισμού της ιταλικής κυβέρνησης.
«Η προτεραιότητα της κυβέρνησης και του ιταλικού Κοινοβουλίου δεν μπορεί παρά να είναι, από αυτή τη στιγμή, η ανάπτυξη της οικονομίας της χώρας», αναφέρεται στις θέσεις των κομμάτων, που θεωρούν ότι η επικύρωση του Δημοσιονομικού Συμφώνου πρέπει να συνοδευθεί με αναπτυξιακή στρατηγική, περιλαμβάνοντας και την έκδοση ευρωομολόγων, ομολόγων σταθερότητας και ομολόγων χρηματοδότησης δημοσίων έργων (project bond).
Ιδιαίτερη αίσθηση έκανε και η παρέμβαση του Γάλλου επιτρόπου, Μισέλ Μπαρνιέ, που προέρχεται από το ίδιο κόμμα με τον πρόεδρο Νικολά Σαρκοζί, ο οποίος δήλωσε χθες ότι δεν αμφισβητεί τη δημοσιονομική συνθήκη που συμφωνήθηκε από τις κυβερνήσεις τον περασμένο μήνα, αλλά θεωρεί ότι οι πολίτες δεν πρόκειται να την κατανοήσουν εάν δεν συνοδεύεται από μια ατζέντα προώθησης της ανάπτυξης.
Σύμφωνα με κοινοτικές πηγές στις Βρυξέλλες, στην έδρα της Κομισιόν έχει ξεκινήσει μια συντονισμένη προετοιμασία, στην οποία συμμετέχουν οι περισσότερες γενικές διευθύνσεις, με αποκλειστικό θέμα την επεξεργασία μέτρων με στόχο την ανάπτυξη.
Η συζήτηση αυτή παραμένει σε υπηρεσιακό επίπεδο γιατί στις Βρυξέλλες δεν επιθυμούν η πρωτοβουλία της Επιτροπής να εμπλακεί στην προεκλογική διαδικασία στη Γαλλία και στην Ελλάδα. Οπως τονίζουν οι ίδιες πηγές από τα μέσα Μαΐου, και ανεξάρτητα από το αν επικρατήσει ή όχι ο κ. Ολάαντ, το θέμα της ανάπτυξης θα βρεθεί στην κορυφής της κοινοτικής ατζέντας. Από την πλευρά του, ο Φρανσουά Ολάντ έχει υποσχεθεί στήριξη στην Ελλάδα.
Κατά την προχθεσινή παρουσίαση του σχεδίου τεσσάρων σημείων, ο κ. Ολάντ ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «σε περίπτωση που εκλεγώ, θέλω να ανακουφίσω το φορτίο των Ελλήνων. Η Ελλάδα θα πρέπει να ανακτήσει ένα επίπεδο ανάπτυξης». Αυτή τη στιγμή τα θέματα που κυριαρχούν στις εσωτερικές συζητήσεις της Κομισιόν για την ανάπτυξη είναι τέσσερα: η εκμετάλλευση της εσωτερικής αγοράς, ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, τα ευρωομόλογα έργων και η επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων από τις μνημονιακές χώρες.
Αναφορικά με την εσωτερική αγορά, στο επίκεντρο των συζητήσεων βρίσκονται η αγορά εργασίας, η κινητικότητα των εργαζομένων εντός της Ε.Ε., και η περαιτέρω προώθηση των κεφαλαίων-κινδύνου υπέρ των ΜΜΕ. Μια περαιτέρω εναρμόνιση στους παραπάνω τομείς μπορεί να ενισχύσει σε αρκετά μεγάλο βαθμό την ανάπτυξη, επισημαίνουν στις Βρυξέλλες.
Για το ρόλο της ΕΤΕπ όλοι συμφωνούν πλέον ότι θα πρέπει να ενισχυθούν δραστικά οι πόροι της, ώστε να μπορεί να αναζητεί μέσω μόχλευσης και κεφάλαια από τους ιδιώτες.
Ευρωομόλογα έργων-ΣΔΙΤ
Σχετικά με τα ευρωομόλογα έργων, η πρωτοβουλία ανήκει στον πρόεδρο Μπαρόζο, την είχε παρουσιάσει στις 28 Φεβρουαρίου 2011, αλλά τότε προσέκρουσε στις γερμανικές αντιδράσεις. Επανέρχεται τώρα από τον κ. Ολάντ και φαίνεται ότι υποστηρίζεται από τη συντριπτική πλειοψηφία των χωρών.
Πρόκειται για δάνεια με εγγυημένα από την Ε.Ε. ομόλογα για τη χρηματοδότηση μεγάλων έργων υποδομής σε κοινοτικό επίπεδο. Βασικό επιχείρημα της Κομισιόν είναι ότι την ερχόμενη δεκαετία θα απαιτηθούν επενδύσεις ύψους περίπου 2 τρισ. ευρώ στις μεταφορές, την ενέργεια και τις τηλεπικοινωνίες, οι παραδοσιακοί δίαυλοι χρηματοδότησης δεν επαρκούν, ενώ και τα κράτη-μέλη έχουν μεγάλες δυσκολίες λόγω της δημοσιονομικής πειθαρχίας και των μέτρων μείωσης των ελλειμμάτων.
Η Κομισιόν πιστεύει ότι μέσω του κοινοτικού προϋπολογισμού μπορεί να εγγυηθεί την έκδοση των ευρωομολόγων, ενώ από την πλευρά της η ΕΤΕπ θα μπορούσε να εγγυηθεί ότι θα αποπληρωθούν ιδιωτικά δάνεια που θα χρησιμοποιηθούν για μεγάλα έργα υποδομής.
Η βιωσιμότητα των έργων θα αξιολογείται από την ΕΤΕπ, ώστε να περιορίζεται στο ελάχιστο το ρίσκο, κυρίως στα μεγάλα έργα Σύμπραξης Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ).
Σύμφωνα με μελέτη της Επιτροπής, η Ε.Ε., για να παραμείνει ανταγωνιστική, χρειάζεται τα επόμενα 10 χρόνια επενδύσεις 700 δισ. ευρώ στον ενεργειακό τομέα (δίκτυα και παραγωγή ηλεκτρισμού) και στις μεταφορές και 268 δισ. ευρώ για τα ευρυζωνικά δίκτυα.
Δημοσκόπηση
Οικονομολόγοι σε δημοσκόπηση του Reuters εκτιμούν ότι η βαθύτερη οικονομική ύφεση, η αύξηση της ανεργίας και η αποτυχία στην υλοποίηση των στόχων για μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων θα επισκιάσουν τις πιο ευάλωτες οικονομίες της Ευρωζώνης, που «λυγίζουν» κάτω από τα μέτρα λιτότητας.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις περισσότερων από σαράντα οικονομολόγων που συμμετείχαν στη δημοσκόπηση, Πορτογαλία, Ισπανία και Ελλάδα θα παραμείνουν «εγκλωβισμένες» σε βαθύτερα οικονομικά προβλήματα εν συγκρίσει με τις προβλέψεις του Ιανουαρίου.
Η Ιρλανδία αποτελεί τη μοναδική οικονομία εκ των τεσσάρων, για την οποία οι αναλυτές προβλέπουν ανάπτυξη φέτος και την επόμενη χρονιά, ενώ εμφανίζονται ιδιαίτερα απαισιόδοξοι για τις προοπτικές της Ισπανίας.
ΝΙΚΟΣ ΜΠΕΛΛΟΣ - nbellos@naftemporiki.gr
Φαύλος κύκλος από τα μνημόνια
Η συζήτηση σχετικά με τους δημοσιονομικούς στόχους των μνημονιακών χωρών (Ελλάδα, Ιρλανδία, Πορτογαλία), φαίνεται ότι έχει προχωρήσει σημαντικά, δεδομένου ότι όλοι έχουν συνειδητοποιήσει ότι η μονομερής συνταγή των μνημονίων για δημοσιονομική εξυγίανση έχει οδηγήσει σε ένα φαύλο κύκλο.
Δηλαδή έφερε ύφεση, κυρίως στην Ελλάδα, αλλά και στην Πορτογαλία, ενώ και η Ιρλανδία που πριν από λίγα χρόνια είχε την πιο εξωστρεφή οικονομία τώρα είναι εγκλωβισμένη στη δημοσιονομική εξυγίανση. Στις Βρυξέλλες θεωρούν αναγκαία τη χορήγηση μιας χρονικής παράτασης 1-2 ετών στην επαναφορά του ελλείμματος κάτω του 3% του ΑΕΠ, ώστε να αποκτήσουν οι χώρες αυτές περιθώρια ελιγμών και να στραφούν σε αναπτυξιακές πρωτοβουλίες.
Οι Γερμανοί και οι δορυφόροι τους που αντιδρούσαν, τώρα κάνουν δεύτερες σκέψεις, ενώ θεωρείται βέβαιο ότι εάν εκλεγεί στη Γαλλία ο Ολάντ οι εξελίξεις θα είναι ραγδαίες και στο θέμα αυτό. Πάντως, προς το παρόν δεν έχει ανοίξει συζήτηση για επέκταση του μέτρου και σε άλλες προβληματικές χώρες, ώστε να μην περάσει το μήνυμα στις αγορές ότι η ευρωζώνη επιστρέφει στην εποχή της δημοσιονομικής χαλάρωσης.
Είναι πολύ πιθανό ότι σε επόμενη φάση θα μπορούσε να συμπεριληφθεί και η Ισπανία, η οποία θα πρέπει να μειώσει το έλλειμμα της από το 8,5% του ΑΕΠ το 2011 στο 3% μέχρι το τέλος του επόμενου έτους, κάτι που θα απαιτήσει συνολικά μέτρα της τάξης των 55 δισ. ευρώ. Ωστόσο, στην περίπτωση της Ισπανίας θεωρείται πολύ πιθανό ότι θα υπάρξει παρέμβαση, προκειμένου να ανακεφαλαιοποιηθούν οι περιφερειακές τράπεζες, οι ανάγκες των οποίων εκτιμώνται σε 50 δισ. ευρώ, ποσό που δεν μπορεί να εγγυηθεί η κεντρική κυβέρνηση.
Η ανακεφαλαιοποίηση θα μπορούσε να αποτελέσει μέρος μιας ευρύτερης συμφωνίας για τη στήριξη του χρηματοπιστωτικού τομέα, ενώ το χρηματοδοτικό εργαλείο θα μπορούσε να είναι ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: