Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2011

Με ημίμετρα δεν αντιμετωπίζεται η κρίση



ΠΗΓΗ: euro2day
By Martin Wolf
O κ. David Cameron, ο πρωθυπουργός της Βρετανίας, ζήτησε την προηγούμενη εβδομάδα από τους ηγέτες της ευρωζώνης να υιοθετήσουν προσέγγιση «μεγάλου μπαζούκα». Ο κ. Barrack Obama, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, μίλησε με τον Πρόεδρο της Γαλλίας Nicolas Sarkozy, μετά τη συνάντηση του τελευταίου με τη Γερμανίδα καγκελάριο Angela Merkel, και άσκησε πιέσεις για δράση. Ο κ. Herman Van Rompuy, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, υποσχέθηκε ότι οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα συναντηθούν στις 23 Οκτωβρίου «για να οριστικοποιήσουν την ευρεία στρατηγική» τους. Έτσι, οι Ευρωπαίοι θα μπορέσουν να παρουσιάσουν ένα πλάνο για την ανάκτηση της εμπιστοσύνης μέχρι τη σύνοδο του G20 τον Νοέμβριο.

Θα πρέπει λοιπόν να είμαστε αισιόδοξοι ότι η κρίση θα τελειώσει σύντομα; Όχι.



Τουλάχιστον, όμως, γίνεται αντιληπτό πως οι αξιωματούχοι ανά τον κόσμο δεν βλέπουν πλέον την κρίση στην ευρωζώνη ως μία μικρή, τοπική δυσκολία. Αντιθέτως, έχει γίνει το επίκεντρο των μετασεισμών της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κρίσης που θα μπορούσαν να αποδειχτούν ακόμη πιο καταστροφικοί από τον αρχικό σεισμό. Το χτύπημα θα μπορούσε να είναι τριπλό: η χρηματοοικονομική κρίση, η κρίση κρατικού χρέους που θα πλήξει και την Ιταλία και, τέλος, η κρίση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος με απρόβλεπτες πολιτικές επιπτώσεις. Δεν είναι παράλογο που ο κόσμος φοβάται. Είναι πολύ λογικό.

Καμπανάκι είναι και η αύξηση των CDSs για τις πιο αξιόπιστες μεγάλες οικονομίες της ευρωζώνης: τη Γαλλία και τη Γερμανία. Αυτό που προκαλεί εντύπωση είναι πως τα spreads των γερμανικών ομολόγων είναι ελάχιστα υψηλότερα από ό,τι των βρετανικών τίτλων. Αυτό, ενδεχομένως, να αντικατοπτρίζει την ανησυχία για το εάν τα πιο αδύναμα μέλη της ευρωζώνης γίνουν τελικά πολύ μεγάλο βάρος. Η δική μου θέση είναι πως η Γερμανία θα πράξει ό,τι μπορεί για να διατηρήσει την ευρωζώνη, υπό την προϋπόθεση ότι δεν πλήττεται η δική της φερεγγυότητα. Όπως σημειώνει όμως και ο κ. Hans-Werner Sinn, του ινστιτούτου CESifo, αυτή η απειλή φαίνεται πλέον πως είναι πιο κοντά.

Τι θα μπορούσε και τι θα έπρεπε λοιπόν να κάνει η ευρωζώνη εν μέσω αυτού του περιβάλλοντος; Το πιο σημαντικό, όπως υποστήριξα και την προηγούμενη εβδομάδα, είναι να χειριστεί την κρίση με τρόπο που να απευθύνεται και στις μακροπρόθεσμες προκλήσεις.

Οι περισσότεροι αξιωματούχοι και αναλυτές ανά τον κόσμο συμφωνούν ότι η ευρωζώνη θα πρέπει να κάνει τα εξής: να κάνει τον διαχωρισμό ανάμεσα στις χώρες που αντιμετωπίζουνθέματα φερεγγυότητας και σε εκείνες που αντιμετωπίζουν πρόβληματα ρευστότητας, να αναδιαρθρώσει τα χρέη των πρώτων και να παρέχει απεριόριστη, αλλά προσωρινή στήριξη για τη δεύτερη κατηγορία και να ανακεφαλαιοποιήσει τις τράπεζες, αφού γίνουν stress test που θα περιλαμβάνουν ζημίες από κρατικά ομόλογα, είτε πρόκειται για τίτλους των εθνικών κυβερνήσεων είτε του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοοικονομικής Σταθερότητας, σύμφωνα και με την ευελιξία που δίνεται στο EFSF βάσει της ευρωπαϊκής συμφωνίας του Ιουλίου.

Η επίτευξη των ανωτέρω θα αποτελέσει μεγάλη δοκιμασία για τη διαδικασία διακρατικής λήψης αποφάσεων στην ευρωζώνη, που ενδεχομένως να φτάσει σε σημείο καμπής. Η γαλλική κυβέρνηση, επί παραδείγματι, εξακολουθεί να αρνείται ότι οι τράπεζες της χώρας της χρειάζονται περισσότερα κεφάλαια. Πάνω από όλα, η ευρωζώνη δεν έχει μία κεντρική τράπεζα διατεθειμένη να εξασφαλίσει την απαραίτητη ρευστότητα στην αγορά για τους κρατικούς τίτλους ανά πάσα στιγμή. Κι αυτό εν μέρει επειδή μία τέτοια κίνηση θα ερχόταν σε άμεση αντίθεση με την ιδεολογία της Bundesbank. Μία ακόμη αιτία, όμως, είναι ότι με αυτόν τον τρόπο είναι σαν να δίνεται λευκή επιταγή στα ανεύθυνα μέλη, εξέλιξη που θα μπορούσε να οδηγήσει στην κατάρρευση του ευρώ, όπως έγινε με τη ζώνη του ρουβλίου τη δεκαετία του 1990.

Η δική μου ανησυχία είναι ακόμη πιο βαθιά: αυτές οι ιδέες, αν και απαραίτητες, χειρίζονται τα συμπτώματα και όχι τις βαθιές αιτίες του προβλήματος.

Όπως έχω υποστηρίξει και στο παρελθόν, αυτή η κρίση δεν είναι πρωτίστως δημοσιονομική. Κατά βάθος αφορά περισσότερο στο ισοζύγιο πληρωμών στον χρηματοοικονομικό κλάδο και στην αθροιστική μείωση της ανταγωνιστικότητας.

Οι αρχιτέκτονες της ευρωζώνης πίστευαν ότι στο πλαίσιο μιας νομισματικής ένωσης δεν μπορεί να υπάρξουν κρίσεις που σχετίζονται με το ισοζύγιο πληρωμών. Έκαναν λάθος. Με την απουσία της αυτόματης διακρατικής χρηματοδότησης, προκύτει μη χρηματοδοτούμενο εξωτερικό έλλειμμα το οποίο παίρνει τη μορφή εγχώριας πιστωτικής κρίσης. Στη συνέχεια, επανέρχεται ακόμη και ο συναλλαγματικός κίνδυνος εάν πρόκειται για ένωση μεγάλων κρατών.

Σε αυτήν την περίπτωση, το πρόβλημα δεν ήταν μόνο η ανεύθυνη δημοσιονομική πολιτική προ της κρίσης. Στην Ελλάδα ήταν. Όπως και στην Ιταλία, δεδομένου του υψηλού της χρέους. Η Ιρλανδία και η Ισπανία, όμως, είχαν δημοσιονομικά πλεονάσματα και αμελητέο καθαρό δημόσιο χρέος. Το καθαρό δημόσιο χρέος της Ιρλανδίας ήταν στο 12% του ΑΕΠ το 2006, ενώ της Ισπανίας στο 31% του ΑΕΠ. Ποσοστά πολύ μικρότερα από το 60% της Γαλλίας και το 53% της Γερμανίας. Ακόμη και το καθαρό χρέος της Πορτογαλίας ήταν στο 59% του ΑΕΠ.

Αυτό που έχουν κοινό όλες οι χώρες που βρίσκονται στη δίνη της κρίσης, είναι η εξάρτησή τους από τον ξένο δανεισμό για τη χρηματοδότηση των ελλειμμάτων είτε του δημόσιου είτε του ιδιωτικού τομέα. Και όταν εξαντλήθηκε η έξωθεν χρηματοδότηση, τότε οι οικονομίες τους συρρικνώθηκαν. Στις χώρες όπου ο δανεισμός αφορούσε κυρίως στον ιδιωτικό τομέα (όπως στην Ιρλανδία και στην Ισπανία) έσκασε η φούσκα των ακινήτων, οδηγώντας σε εκτίναξη των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Στις χώρες όπου ο δανεισμός αφορούσε στον δημόσιο τομέα (όπως συνέβη στην Ελλάδα) το δημοσιονομικό έλλειμμα εκτοξεύθηκε σε ακόμη υψηλότερα επίπεδα.

Αυτό που θα μπορούσε να είχε συμβεί -και θα έπρεπε να είχε συμβεί βάσει του αρχικού σχεδιασμού της ευρωζώνης- θα ήταν να σταματήσει η χρηματοδότηση, να προκληθεί τεράστια ύφεση, μείωση των ονομαστικών μισθών, μαζικές χρεοκοπίες και έπειτα από χρόνια απόγνωσης... ανάκαμψη.

Αυτή θα ήταν η πορεία προσαρμογής χωρίς χρηματοδότηση. Αυτό που έγινε τελικά για την Ελλάδα, την Πορτογαλία και την Ιρλανδία ήταν η χρηματοδότηση με πολύ περιορισμένη πραγματική προσαρμογή, με την ΕΚΤ να χρηματοδοτεί τράπεζες αμφιβόλου φερεγγυότητας και στήριξη από άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και το ΔΝΤ.

Από τις χώρες που επηρεάστηκαν περισσότερο από την κρίση, μόνο η Ιρλανδία είχε επιτυχές πρόγραμμα προσαρμογής, με τεράστια μείωση του κόστους εργασίας και μαζική ρύθμιση του εξωτερικού ισοζυγίου. Σε γενικές γραμμές, όμως, όπως επισημαίνει και ο κ. Sinn, υπήρξε ένα μίγμα χρηματοδότησης και ύφεσης. Η τεράστια πρόκληση, λοιπόν, είναι να καταστήσουμε τον άμεσο χειρισμό της κρίσης συμβατό με τη διαδικασία προσαρμογής.

Οι επικριτές, όπως ο κ. Sinn, επισημαίνουν ότι η υπερβολική χρηματοδότηση θα υπονομεύσει -ή ακόμη και θα εκμηδενίσει- τα κίνητρα προσαρμογής. Υπάρχει, όμως, και ο αντίλογος, βάσει του οποίου η επιβεβλημένη προσαρμογή στους ήδη αδύναμους θα αποτύχει, κυρίως επειδή δεν υπάρχει η εξισορροπητική προσαρμογή στα ισχυρότερα κράτη.

Το πρόβλημα δεν είναι μεγάλο εάν τα κράτη στα οποία επιβάλλεται η διαδικασία προσαρμογής είναι μικρά.  Εάν, όμως, είναι μεγάλα, τότε το πρόβλημα είναι κολοσσιαίο. Και υπάρχει ο κίνδυνος ενός φαύλου κύκλου, καθώς η λιτότητα θα εξάγεται και θα επαναεξάγεται.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρέπει να βρεθεί ένας τρόπος να χειριστούμε την άμεση κρίση ώστε να μην πυροδοτηθεί νέος πανικός. Εάν, όμως, οδηγηθούμε σε μία αέναη κατάσταση χρηματοδότησης των δομικά μη ανταγωνιστικών οικονομιών, τότε δεν έχουμε λύση. Από την άλλη πλευρά, η μονόπλευρη και άδικη προσαρμογή θα εντείνει την ύφεση στην ευρωζώνη και στην παγκόσμια οικονομία.

Αυτό που χρειάζεται, λοιπόν, είναι χρηματοδότηση αλλά και προσαρμογή. Μέχρις ότου επιτευχθεί αυτός ο δύσκολος συνδυασμός, το μόνο που κάνουμε είναι να παρέχουμε τις πρώτες βοήθειες και όχι ουσιαστική θεραπεία της νόσου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: