του Χρ. Βαλλιάνου
Το πρόγραμμα των μέτρων σταθερότητας που εξήγγειλε η Κυβέρνηση Παπανδρέου συνοδεύτηκε (και προετοιμάστηκε) από ένα αντίστοιχο μπαράζ δημόσιων παρεμβάσεων από τη μεριά των «κέρβερων του συστήματος», που ανέλαβαν να εκλαϊκεύσουν στους «αδαείς» τη βασική ιδέα ότι τα μέτρα αποτελούν ένα μονόδρομο που επιβάλλεται από την απλή αριθμητική, αλλά και κάποιες άλλες ιδέες, πιο «τεχνικές»: όπως πχ ότι το συνεχώς διογκούμενο δημόσιο χρέος είναι άμεση συνέπεια των χρόνια ελλειμματικών ισοζυγιών εμπορικών συναλλαγών, και τελικά, της υποχώρησης της ανταγωνιστικότητας της εθνικής οικονομίας τα τελευταία χρόνια.
Για τη θεραπεία αυτού ακριβώς του ελλείμματος ανταγωνιστικότητας της εθνικής οικονομίας κυβερνητικοί σύμβουλοι και ευρωπαίοι αναλυτές, και με δεδομένο ότι το κοινό νόμισμα εξ ορισμού αποκλείει τη δυνατότητα μιας νομισματικής υποτίμησης σαν αυτές που είχαμε γνωρίσει στην προ ευρώ εποχή, δεν βλέπουν παρά μόνο μια δυνατότητα: την ονομαστική υποτίμηση των μισθών συνολικά, στο δημόσιο αλλά και στον ιδιωτικό τομέα. Θεωρούν δηλ. ότι η χαμηλή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας προέρχεται από το δυσανάλογα υψηλό κόστος της αμοιβής της εργασίας, και ότι η ανάγκη μιας δραστικής αναπροσαρμογής των μισθών δεν μπορεί να ικανοποιηθεί με άλλα μέσα, όπως πχ το πάγωμα των μισθών, που λόγω του χαμηλού πληθωρισμού κρίνονται σαν υπερβολικά ήπια. Οι απόψεις αυτές, στις οποίες συγκλίνουν οι ακραιφνείς νεοφιλελεύθεροι της ΕΚΤ με τους πιο μετριοπαθείς νεοκεϋνσιανούς, όπως ο (και σύμβουλος του Πρωθυπουργού) Τζ. Στίγκλιτς, παρουσιάζουν τη βίαιη περιστολή της αμοιβής της εργασίας ως το ισοδύναμο μέτρο προς την μη εφικτή σήμερα επιλογή της υποτίμησης του νομίσματος, αφού θεωρούν ότι ενεργοποιεί τους ίδιους μηχανισμούς (ανάλυση του κόστους παραγωγής, ανταγωνιστικότητα) και οδηγεί στα ίδια αποτελέσματα (μείωση ελλειμμάτων εμπορικών συναλλαγών, κλπ). Γι’ αυτό το λόγο το μέτρο αυτό παρουσιάστηκε από τους υποστηρικτές του ως «εσωτερική υποτίμηση». Η ανάλυση που ακολουθεί σκοπεύει να φωτίσει αυτό ακριβώς το ερώτημα και να δείξει ότι και σ’ αυτό το σημείο οι απολογητές του συστήματος, εσκεμμένα ή όχι, συσκοτίζουν την πραγματικότητα και συγκαλύπτουν, όσο αυτό είναι δυνατόν, μια πολιτική με έντονα ταξικά χαρακτηριστικά.